Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΨΑΛΜΟΙ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν κρυφίων τοῦ υἱοῦ· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ. 1 1
2 - ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου· 2 Θα σε δοξολογήσω Κυριε, με όλην μου την καρδίαν, θα διηγηθώ με ευγνωμοσύνην όλα τα θαυμαστά σου έργα. 2 Θὰ σὲ δοξάσω καὶ θὰ σὲ εὐχαριστήσω, Κύριε, μὲ ὅλην τὴν καρδίαν μου καὶ μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μου, θὰ διηγηθῶ ὅλα τὰ θαυμαστὰ ἔργα τῆς δημιουργικῆς δυνάμεως καὶ προνοίας σου, καθὼς καὶ τῆς πατρικῆς προστασίας σου, ποὺ ἔδειξες καὶ εἰς ἐμέ.
3 εὐφρανθήσομαι καὶ ἀγαλλιάσομαι ἐν σοί, ψαλῶ τῷ ὀνόματί σου, ῞Υψιστε. 3 Θα πλημμυρίσω από χαράν και αγαλλίασιν αναλογιζόμενος την πατρικήν σου παντοδύναμον προστασίαν. Θα ψάλλω ύμνους δοξολογίας προς το πάντιμον όνομά σου, Υψιστε Κυριε. 3 Θὰ εὐφρανθῶ καὶ θὰ γεμίσω ἀπὸ ἀγαλλίασιν, σκεπτόμενος τὸ μεγαλεῖον σου καὶ τὴν θαυμαστὴν πρόνοιάν σου· θὰ ψάλω ὕμνον δοξολογίας εἰς τὸ ὄνομά σου, Ὕψιστε.
4 ἐν τῷ ἀποστραφῆναι τὸν ἐχθρόν μου εἰς τὰ ὀπίσω, ἀσθενήσουσι καὶ ἀπολοῦνται ἀπὸ προσώπου σου, 4 Οταν κατετροπώθησαν και πανικόβλητοι ετράπησαν εις φυγήν οι εχθροί μου, συνετρίβη η δύναμίς των. Αυτοί εξηφανίσθησαν, εχάθησαν εξ ολοκλήρου, μόλις εφάνη το προστατευτικόν δι' εμέ, το ωργισμένον δι' εκείνους, πρόσωπόν σου. 4 Ὅταν κατετροπώθησαν καὶ ἐστράφησαν εἰς τὰ ὀπίσω οἱ ἐχθροί μου, συνετρίβη ἡ δύναμίς των καὶ ἐξηφανίσθησαν, ἐχάθησαν ἐξ ὁλοκλήρου, μόλις ἐπεφάνη προστατευτικὸν δι' ἐμὲ τὸ ἐξωργισμένον πρόσωπόν σου.
5 ὅτι ἐποίησας τὴν κρίσιν μου καὶ τὴν δίκην μου, ἐκάθισας ἐπὶ θρόνου ὁ κρίνων δικαιοσύνην. 5 Διότι συ, ως δίκαιος και παντοδύναμος κριτής, έκρινες την υπόθεσίν μου, έκαμες δίκην υπέρ εμού. Εκάθισες στον βασιλικόν δικαστικόν σου θρόνον, συ ο οποίος κρίνστους πάντας και τα πάντα με δικαιοσύνην. 5 Διότι Σὺ ἔκρινες καὶ ἐδίκασες τὴν ὑπόθεσίν μου· ἐκάθισες ἐπὶ θρόνου δικαστικοῦ Σὺ ποὺ δικάζεις ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἀποδίδεις εἰς πάντα ἀδικούμενον τὸ δίκαιόν του.
6 ἐπετίμησας ἔθνεσι, καὶ ἀπώλετο ὁ ἀσεβής· τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐξήλειψας εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 6 Εβγαλες καταδικαστικήν απόφασιν κατά των εθνών αυτών, τους ήλεγξες δια τας παρανομίας των και κατεστράφησαν οι ασεβείς αυτοί. Το όνομά των, που δι' άλλους μεν είχε καταντήσει φόβητρον, δι' άλλους δε αξιοζήλευτον, το έσβησες άπαξ δια παντός, ώστε να μη ακουσθή ποτε πλέον. 6 Ἤρκεσαν αἱ ἐπιπλήξεις σου κατὰ τῶν ἐθνῶν διὰ νὰ χαθῇ καὶ ἀπολεσθῇ κάθε ἀσεβής. Ἐξηφάνισες καὶ ἔσβησες τὸ ὄνομά του διὰ παντός, εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
7 τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ῥομφαῖαι εἰς τέλος, καὶ πόλεις καθεῖλες· ἀπώλετο τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ μετ᾿ ἤχου, 7 Αι πολεμικαί θανατηφόροι μεγάλαι σπάθαι του εχθρού αυτού και αι άλλαι πολεμικαί μηχαναί κατεστράφησαν εξ ολοκλήρου· τας ωχυρωμένας του πόλεις κατεκρήμνισες και η ανάμνησίς του εξηφανίσθη μετά βοής. 7 Τοῦ ἐχθροῦ συνετρίβησαν καὶ ἐχάθησαν τελείως αἱ μάχαιραι καὶ τὰ πολεμικά του ὅπλα καὶ κατεκρήμνισες Σὺ τὰς ὠχυρωμένας πόλεις καὶ τὰ φρούριά του. Ὅπως δὲ ἐν σεισμῷ σφοδροτάτῳ ὑπερύψηλὸν οἰκοδόμημα καταρρέει ἐν μιᾷ στιγμῇ μετὰ πατάγου, ἔτσι ἀχάθη καὶ ἡ ἐνθύμησις τοῦ ὀνόματός του.
8 καὶ ὁ Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα μένει. ἡτοίμασεν ἐν κρίσει τὸν θρόνον αὐτοῦ, 8 Ο Κυριος όμως και απειροτέλειος Θεός μένει στον αιώνα. Ητοίμασε και έχει πάντοτε έτοιμον τον βασιλικόν θρόνον της δικαίας του κρίσεως. 8 Ἀλλ’ ἂν ἡ δύναμις καὶ τὸ κράτος τοῦ ἀσεβοῦς τόσον γρήγορα παρέρχεται καὶ ἑξαφανίζεται, ὁ Κύριος μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Ἐτοίμασε τὸν θρόνον του διὰ νὰ δικάσῃ.
9 καὶ αὐτὸς κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ, κρινεῖ λαοὺς ἐν εὐθύτητι. 9 Αυτός θα κρίνη και θα δικάση την οικουμένην με δικαιοσύνην, θα κρίνη τους λαούς της γης με απροσωποληψίαν και ευθύτητα. 9 Καὶ θὰ δικάσῃ μὲ δικαιοσύνην ὁλόκληρον τὴν οἰκουμένην θὰ δικάσῃ μὲ εὐθύτητα καὶ χωρὶς προσωποληψίαν ἢ ὀπισθοβουλίαν τοὺς λαοὺς ὅλων τῶν γενεῶν καὶ ὅλων τῶν ἐθνῶν.
10 καὶ ἐγένετο Κύριος καταφυγὴ τῷ πένητι, βοηθὸς ἐν εὐκαιρίαις ἐν θλίψεσι· 10 Ετσι ο Κυριος έγινε καταφύγιον δια τους πτωχούς και τους αδυνάτους. Βοηθός αυτών εις την κατάλληλον στιγμήν, όταν αυτοί ευρίσκωνται υπό το κράτος θλίψεων και αδικιών. 10 Καὶ ἔγινεν ὁ Κύριος καταφύγιον εἰς τὸν δυστυχῆ καὶ τεταπεινωμένον, ὁ ὁποῖος ἐλπίζει εἰς αὐτόν. Ἀνεδείχθη βοηθός του ἐπικαίρως, ὅταν αἱ θλίψεις ἐπέπεσαν κατ’ αὐτοῦ σφοδραὶ καὶ ἀπειλητικαὶ καὶ ἡ θεία προστασία του ἦτο ἐπειγόντως ἀναγκαία.
11 καὶ ἐλπισάτωσαν ἐπὶ σοὶ οἱ γινώσκοντες τὸ ὄνομά σου, ὅτι οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἐκζητοῦντάς σε, Κύριε. 11 Εις σέ, λοιπόν, ας έχουν στηριγμένας τας ελπίδας των όσοι σε εγνώρισαν, διότι συ δεν εγκαταλείπεις ποτέ εκείνους, οι οποίοι μετά πόθου σε ζητούν και προς σε καταφεύγουν. 11 Ἀφοῦ λοιπὸν Σὺ εἶσαι τὸ καταφύγιον καὶ ἡ βοήθεια τῶν τεταπεινωμένων εὐσεβῶν, ἂς στηρίξουν ὁλόκληρον τὴν ἐλπίδα των εἰς Σὲ ὅσοι ἐγνώρισαν τὸ ὄνομά σου καὶ ἔλαβον πεῖραν τῆς ἀπείρου τελειότητος καὶ ἀγαθότητός σου. Ἂς ἐλπίσουν οὗτοι εἰς Σέ, διότι δὲν ἐγκατέλιπες ἀβοηθήτους καὶ ἀπροστατεύτους, Κύριε, ἐκείνους ποὺ σὲ ζητοῦν μὲ πόθον καὶ ἐγκαρτέρησιν.
12 ψάλατε τῷ Κυρίῳ, τῷ κατοικοῦντι ἐν Σιών, ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ, 12 Ψαλατε, λοιπόν, όλοι ύμνους δοξολογίας και ευχαριστίας προς τον Κυριον, ο οποίος μένει στον ιερόν τόπον, εις την Σιών. Διαλαλήσατε εις όλα τα έθνη τα μεγαλουργήματα αυτού. 12 Ψάλατε ὕμνον καὶ δοξολογίαν εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὴν Σιὼν καὶ εἰς τὸν ἐν αὐτῇ ναόν του. Καταστήσατε γνωστὰ καὶ διακηρύξατε εἰς τὰ ἔθνη τὰ κατορθώματα καὶ μεγαλουργήματά του.
13 ὅτι ἐκζητῶν τὰ αἵματα αὐτῶν ἐμνήσθη, οὐκ ἐπελάθετο τῆς κραυγῆς τῶν πενήτων. 13 Διότι ο Κυριος, ο εκδικητής των αθώων αιμάτων και τιμωρός των εγκληματιών, ενεθυμήθη τους αδικηθέντας, εμακροθύμησε δια τον εγκληματίαν, αλλά δεν ελησμόνησε την ικεσίαν των δεομένων προς αυτόν πτωχών και αδυνάτων και αδικουμένων. 13 Διότι αὐτὸς ποὺ ζητεῖ νὰ ἐκδικηθῇ διὰ τὰ ἀδικοχαμένα αἵματα τῶν δούλων του, ἐνεθυμήθη καὶ δὲν ἐλησμόνησεν αὐτά· ὅσον καὶ ἂν ἐδείχθη μακρόθυμος καὶ ἀνέβαλε τὴν ὀργήν του, δὲν ἐξέχασε τὰς δεήσεις καὶ τὰς ἐπικλήσεις τῶν πτωχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀδύνατοι καὶ ἔρημοι ἀπὸ πᾶσαν ἀνθρωπίνην βοήθειαν ἐστήριξαν τεταπεινωμένοι τὴν ἐλπίδα των εἰς αὐτόν.
14 ἐλέησόν με, Κύριε, ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ ὑψῶν με ἐκ τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου, 14 Ελέησε με, Κυριε, ίδε τον εξευτελισμόν, τον οποίον υπέστην εκ μέρους των εχθρών μου. Συ, ο οποίος συνεχώς από θανασίμους κινδύνους με σώζεις, συ που με αρπάζεις από αυτάς άκομα τας πύλας του θανάτου, και μου χαρίζεις δόξαν, 14 Ἐλέησόν με, Κύριε· ἴδε εἰς ποῖον ἐξευτελισμὸν καὶ εἰς ποίαν ταπείνωσιν κατήντησα ἕνεκα τοῦ ἀδίκου κατατρεγμοῦ τῶν ἐχθρῶν μου. Ἴδε σύ, ποὺ εἰς στιγμὰς ἐσχάτου κινδύνου μὲ ἀναρπάζεις μετ’ ἐνδόξου ἰσχύος ἀπὸ αὐτὰς τὰς πύλας τοῦ θανάτου καὶ προλαμβάνεις τὴν καταστροφήν μου.
15 ὅπως ἂν ἐξαγγείλω πάσας τὰς αἰνέσεις σου ἐν ταῖς πύλαις τῆς θυγατρὸς Σιών. ἀγαλλιάσομαι ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου. 15 δείξε και τώρα την προστασίαν σου, δια να διαλαλήσω, ελεύθερος πλέον και ασφαλής, όλας τας δοξολογίας σου εις τας πύλας της Σιών, την οποίαν ως θυγατέρα σου αγαπάς. Τοτε εγώ θα πλημμυρίσω από αγαλλιασιν δια την σωτηρίαν, που θα μου έχης δώσει. 15 Δεῖξε καὶ τώρα τὴν προστασίαν σου εἰς ἑμέ, διὰ νὰ διαλαλῶ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην ὅλους τοὺς ὕμνους σου εἰς τὰς πύλας τῆς Ἱερουσαλήμ, τὴν ὁποίαν Σύ, ὡς ἄλλην θυγατέρα σου, ἐθεμελίωσες καὶ ἐλάμπρυνες. Δὲν θὰ δειχθῶ ἀγνώμων, Κύριε ἀλλὰ διὰ τὴν σωτηρίαν, τῆς ὁποίας θὰ μὲ ἀξιώσῃς, γεμᾶτος ἀγαλλίασιν καὶ χαρὰν θὰ σὲ εὐχαριστήσω.
16 ἐνεπάγησαν ἔθνη ἐν διαφθορᾷ, ᾗ ἐποίησαν, ἐν παγίδι ταύτῃ, ᾗ ἔκρυψαν, συνελήφθη ὁ ποὺς αὐτῶν. 16 Τα εχθρικά όμως ειδωλολατρικά έθνη εβυθίσθησαν και εκόλλησαν στον βόρβορον, ώστε να είναι βεβαία πλέον η καταστροφή των, διότι εις την παγίδα, την οποίαν με πολλήν τέχνην εσκέπασαν, δια να συλλάβη τα ανύποπτα αθώα θύματά των, εις αυτήν, ως εις άλλο δόκανον, επιάστηκαν τα ιδικά των πόδια. 16 Οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι ἔσκαψαν ὀλέθριον βόθρον κατὰ τοῦ λαοῦ σου. Ἀλλ’ ἔπεσαν αὐτοὶ καὶ ἐκόλλησαν εἰς τὸ βάθος τοῦ βορβόρου, ὥστε ἡ καταστροφή των θὰ ἐπέλθῃ βεβαία. Καὶ ὅ,τι ἐμηχανεύοντο κατὰ τῶν δούλων σου, τὸ ἔπαθον οἱ ἴδιοι. Διότι εἰς τὴν παγίδα αὐτήν, τὴν ὁποίαν μὲ πολλὴν τέχνην ἐκάλυψαν, ὥστε νὰ παραμένῃ κεκρυμμένη εἰς τὰ ἀνύποπτα θύματά των, ἐπιάσθησαν ὡς εὐς ἄλλο δόκανον τὰ ἰδικά των πόδια.
17 γινώσκεται Κύριος κρίματα ποιῶν, ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτοῦ συνελήφθη ὁ ἁμαρτωλός. (ᾠδὴ διαψάλματος). 17 Με τα θαυμαστά αυτά έργα της δικαιοσύνης σου γίνεται υλοφάνερον και γνωστόν εις όλον τον κόσμον, ότι ο Κυριος πάντοτε δικαίας κρίσεις και αποφάσεις λαμβάνει και εφαρμόζει. Εφερεν εν τη δικαιοσύνη του έτσι τα πράγματα ο Κυριος, ώστε ο αμαρτωλός συλλαμβάνεται ο ίδιος εις τα παγιδευτικά έργα, που έχει στήσει δια τους άλλους. 17 Οὕτω καθίσταται ὁλοφάνερον καὶ πασίγνωστον, ὅτι ὁ Κύριος ποιεῖ πάντοτε δικαίας κρίσεις καὶ ἀποφάσεις. Ἰδοὺ καὶ τώρα ὅτι συνελήφθη ὁ ἁμαρτωλὸς εἰς τὰ παγιδευτικά του ἔργα, καὶ παρεσκεύασε μὲ τὰς ἰδικάς του χεῖρας τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ.
18 ἀποστραφήτωσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην, πάντα τὰ ἔθνη τὰ ἐπιλανθανόμενα τοῦ Θεοῦ, 18 Ας καταδικασθούν και ας ριφθούν εις τας οδύνας του άδου οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, όλα τα ειδωλολατρικά έθνη, τα οποία λησμονούν και καταφρονούν τον Θεόν. 18 Εἴθε νὰ ριφθοῦν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν Ἅδην, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀποβράσματα, καὶ εἴθε νὰ ὑποστοῦν ἐκεῖ τὰς τρομερωτέρας τιμωρίας· ἐκεῖ ἂς ἐγκλεισθοῦν ὅλοι οἰ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι, οἱ ὁποῖοι λησμονοῦν τὸν Θεὸν καὶ δὲν συγκροτοῦνται ἀπὸ τὸν φόβον του.
19 ὅτι οὐκ εἰς τέλος ἐπιλησθήσεται ὁ πτωχός, ἡ ὑπομονὴ τῶν πενήτων οὐκ ἀπολεῖται εἰς τέλος. 19 Διότι δεν θα λησμονηθή μέχρι τέλους ο πτωχός και αδύνατος, που πιστεύει και ελπίζει στον Θεόν. Η ελπίδα προς τον Θεόν και η υπομονή, την οποίαν δείχνουν κατά το διάστημα των θλίψεών των οι πένητες, δεν θα χαθή, δεν θα μείνη μέχρι τέλους χωρίς ικανοποίησιν εκ μέρους του Θεού. 19 Διότι δὲν θὰ λησμονηθῇ μέχρι τέλους ὁ εὐλαβὴς πτωχός, ποὺ ὡς μόνον πλοῦτον καὶ ἐλπίδα του ἔχει τὸν Θεόν. Ἡ ὑπομονή, τὴν ὁποίαν δεικνύουν μὲ μαρτυρικὴν ἐγκαρτέρησιν οἱ ἐλπίζοντες εἰς τὸν Κύριον πτωχοί, δὲν θὰ χαθῇ καὶ δὲν θὰ μείνῃ μέχρι τέλους ἄνευ ἀνταποδόσεως καὶ ἰκανοποιήσεως.
20 ἀνάστηθι, Κύριε, μὴ κραταιούσθω ἄνθρωπος, κριθήτωσαν ἔθνη ἐνώπιόν σου. 20 Σηκω επάνω, Κυριε, δίκαιος και ισχυρός, και ας μη υψώνεται και μεγαλοφρονή ο άδικος και εξευτελισμένος άνθρωπος. Ας κριθούν και ας δικασθούν ενώπιόν σου όλα τα ασεβή έθνη. 20 Σήκω ἐπάνω, Κύριε ἀρκετὰ ἐμακροθύμησας· ἄς μὴ σφετερίζεται πλέον ὁ εὐτελὴς καὶ τιποτένιος ἄνθρωπος τὸ κράτος καὶ τὴν δύναμίν σου, παρουσιαζόμενος αὐτὸς κραταιὸς καὶ ἀκαταγώνιστος ἐν μέσῳ τῶν δούλων σου. Ἂς κριθοῦν ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός σου καὶ ἂς ὑποστοῦν τὰς ποινὰς τῆς δικαίας ἀποφάσεώς σου οἱ ἐθνικοί.
21 κατάστησον, Κύριε, νομοθέτην ἐπ᾿ αὐτούς, γνώτωσαν ἔθνη ὅτι ἄνθρωποί εἰσιν. (διάψαλμα). 21 Θέσε επάνω εις αυτά αυστηρόν νομοθέτην, που θα τους δεσμεύη με τους δικαίους νόμους και θα τους κρίνη οσάκις τους παραβαίνουν. Από την ιδικήν σου δικαίαν και παντοδύναμον παρέμβασιν, ας μάθουν οι ειδωλολάτραι, οι εθνικοί, ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά ασθενείς και ανόητοι άνθρωποι. 21 Ἐγκατάστησον ἐπ’ αὐτῶν ἡγεμόνα καὶ διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλῃ ὡς χαλινὸν καὶ ὁδηγὸν εἰς αὐτοὺς τὸν φόβον τοῦ νόμου σου. Ἂς μάθουν διὰ τῆς ἰσχυρᾶς παρεμβάσεως καὶ ἐκδικήσεώς σου οἱ θεοποιοῦντες τὸν ἑαυτόν τους ἐθνικοί, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀσθενεῖς καὶ τιποτένιοι ἄνθρωποι.
22 (Μασ. 10 1-18) ῾Ινατί, Κύριε, ἀφέστηκας μακρόθεν, ὑπερορᾷς ἐν εὐκαιρίαις ἐν θλίψεσιν; 22 (Μασ. 10 1-18) Διατί, Κυριε, έχεις σταθή εις την παρούσαν περίστασιν μακράν από ημάς; Διατί δεν μας προσέχεις τώρα, που ευρισκόμεθα εις περιστάσεις θλίψεων; 22 Διατί, Κύριε, ἔχεις σταθῇ μακρὰν ἀπὸ ἡμᾶς; Διατὶ σηκώνεις ἐπάνω τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ φαίνεσαι σὰν νὰ μὴ μᾶς βλέπῃς καὶ νὰ μὴ μᾶς προσέχης ἐν μέσῳ τῶν κρίσιμων περιστάσεων καὶ θλίψεων, ἀπὸ τὰς ὁποίας εἴμεθα κυκλωμένοι;
23 ἐν τῷ ὑπερηφανεύεσθαι τὸν ἀσεβῆ ἐμπυρίζεται ὁ πτωχός, συλλαμβάνονται ἐν διαβουλίοις, οἷς διαλογίζονται. 23 Καίεται μέσα στο καμίνι θλίψεως και αγωνίας ο ενάρετος πτωχός, εις καιρόν που υπερηφανεύεται αλαζονικά δια την επικράτησίν του ο αμαρτωλός. Συλλαμβάνονται οι ταλαίπωροι πτωχοί εις τας παγίδας, τας οποίας με πανουργίαν ετοιμάζουν εναντίον των οι αμαρτωλοί. 23 Εἰς καιρὸν ποὺ ὑπερηφανεύεται διὰ τὴν ἐπικράτησίν του καὶ συμπεριφέρεται μὲ ἀσυγκράτητον ἀλαζονείαν καὶ ἀγερωχίαν ὁ ἀσεβής, καίεται εἰς κάμινον θλίψεως καὶ ἀγωνίας ὁ ἐνάρετος πτωχός, ποὺ ὡς μόνον πλοῦτον καὶ ἐλπίδα του ἔχει τὴν προστασίαν σου. Συλλαμβάνονται οἱ ταλαίπωροι πτωχοὶ εἰς τὰς περιτέχνους παγίδας, τὰς ὁποίας μὲ πανουργίαν πολλὴν ἐτοιμάζουν κατ’ αὐτῶν οἱ ἁμαρτωλοί.
24 ὅτι ἐπαινεῖται ὁ ἁμαρτωλὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, καὶ ὁ ἀδικῶν ἐνευλογεῖται· 24 Στενοχωρείται ο δίκαιος, διότι βλέπει να καυχάται και να θαυμάζεται από τους ομοίους του ο αμαρτωλός. Βλέπει να εκπληρώνονται αι αμαρτωλαί επιθυμίαι της ψυχής εκείνου και να καλοτυχίζεται ο άδικος από τους ομοίους του. 24 Διότι ἐπαινεϊται ὃ ἁμαρτωλὸς ἒν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς ψυχῆς αὐτοῦ,
25 παρώξυνε τὸν Κύριον ὁ ἁμαρτωλός· κατὰ τὸ πλῆθος τῆς ὀργῆς αὐτοῦ οὐκ ἐκζητήσει· οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς ἐνώπιον αὐτοῦ. 25 Με αυτήν όμως την συμπεριφοράν του ο αμαρτωλός, όταν λέγη ότι δεν θα ζητήση ευθύνας δια τας αμαρτίας και τας αδικίας του ο Θεός, εξώργισεν εναντίον του τον Κυριον. Ο αμαρτωλός ζη, ως εάν δεν υπάρχη ενώπιόν του και ως εάν δεν τον βλέπη ο Θεός! 25 Ἐξώργισεν ὑπερβολικὰ τὸν Κύριον ὁ ἁμαρτωλός, διότι λέγει μέσα του: Κάμνει τὸν ὠργισμένον ὁ Θεός, ἀλλ’ εἶναι φαινομενικαὶ αἱ ἀπειλαί του. Δὲν θὰ ζητήσῃ εὐθύνας διὰ τὰς ἁμαρτίας καὶ ἀδικίας μου. Ἀλλοίμονον! Δὲν αἰσθάνεται ποτὲ ἐμπρός του ὁ ἁμαρτωλὸς τὴν θείαν παρουσίαν καὶ ζῇ ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχε δι' αὐτὸν Θεός.
26 βεβηλοῦνται αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ ἐν παντὶ καιρῷ, ἀνταναιρεῖται τὰ κρίματά σου ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ κατακυριεύσει· 26 Εις κάθε στιγμήν και ώραν είναι ρυπαροί και βρωμεροί οι δρόμοι της ζωής του. Καταφρονεί και καταπατεί ασυστόλως τα προστάγματα και τας εντολάς σου εμπρός εις τα μάτια σου και φαντάζεται εν τη αλαζονία του ότι θα επικρατήση εναντίον όλων των εχθρών του, οι οποίοι εχθροί του είναι οι ιδικοί σου φίλοι. 26 Αἱ πράξεις του εἶναι βδελυραὶ καὶ βρωμεραὶ καὶ εἰς κάθε περίστασιν ρυπαρὸς καὶ μολυσμένος εἶναι ὁ δρόμος τῆς ζωῆς του. Καταφρονεῖ καὶ ἀθετεῖ ἀσυστόλως τὰ προστάγματα καὶ τὰς ἐντολάς σου. Λόγῳ τῶν προσωρινῶν ἐπιτυχιῶν του φαντάζεται ἐν τῇ ἀλαζονείᾳ του, ὅτι θὰ κυριαρχήσῃ ἐπὶ ὅλων τῶν ἐχθρῶν του, τῶν ἰδικῶν σου φίλων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς μισεῖ.
27 εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐ μὴ σαλευθῶ, ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἄνευ κακοῦ. 27 Διότι είπεν από μέσα του· “δεν θα μετακινηθώ ποτέ από κανένα, η ευτυχία μου είναι μόνιμος. Εγώ και οι απόγονοί μου θα ζήσωμεν χωρίς θλίψεις”. 27 Διότι εἶπε μέσα εἰς τὴν καρδίαν του· Δὲν θὰ μετακινηθῶ ἀπὸ κανένα. Ἡ εὐτυχία μου εἶναι μόνιμος καὶ διαρκής. Ἐγὼ καὶ οἱ ἀπόγονοί μου, ὅλαι αἱ γενεαὶ ποὺ θὰ προέλθουν ἐξ ἐμοῦ θὰ παραμείνωμεν ἄνευ θλίψεως, μακρὰν οἰουδήποτε κακοῦ.
28 οὗ ἀρᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ γέμει καὶ πικρίας καὶ δόλου, ὑπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ κόπος καὶ πόνος. 28 Ετσι σκέπτεται εκείνος, του οποίου το στόμα είναι γεμάτο από κατάραν εναντίον του Θεού, από πικρίαν και δολιότητα κατά του πλησίον του. Εκείνος, κάτω από την γλώσσαν του οποίου φωληάζει και ξεχύνεται η κακότης και η μοχθηρία. 28 Οὕτω σκέπτεται αὐτός, τοῦ ὁποίου τὸ στόμα εἶναι γεμᾶτον ἀπὸ κατάραν καὶ βλασφημίαν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ πικρίαν καὶ δολιότητα κατὰ τοῦ πλησίον. Κάτω ἀπὸ τὴν γλῶσσαν του ὑπάρχει διαρκῶς ἡ κακεντρέχεια καὶ τὸ δηλητήριον τοῦ κόπου καὶ τοῦ πόνου, διὰ νὰ πικραίνη καὶ καταπιέζῃ μὲ αὐτὸ τὸν εὐσεβῆ καὶ ἐλπίζοντα ἐπὶ τὸν Θεὸν πτωχόν.
29 ἐγκάθηται ἐνέδρᾳ μετὰ πλουσίων, ἐν ἀποκρύφοις τοῦ ἀποκτεῖναι ἀθῷον· οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν πένητα ἀποβλέπουσιν· 29 Στήνει ενέδραν και παραμονεύει μαζή με άλλους πλουσίους, στήνει καρτέρι εις αποκρύφους τόπους, δια να φονεύση τον αθώον διαβάτην. Οι οφθαλμοί του κακοποιού αυτού στρέφονται άγριοι και απειλητικοί εναντίον του πτωχού και ανυπερασπίστου ανθρώπου. 29 Κάθηται μὲ ἐπιμονὴν εἰς ἐνέδραν καὶ καρτέρι, κρυμμένος μὲ ἄλλους πλουσίους ἐξ ἐκείνων ποὺ παχύνονται μὲ τὸ αἷμα τοῦ πτωχοῦ παραμονεύει διὰ νὰ φονεύσῃ ἄνθρωπον ἀθῶον, ποὺ δὲν τοῦ ἔπταισεν εἰς τίποτε. Τὰ μάτια του, σὰν μάτια τίγρεως καρφωμένα είς τὸ θήραμά της, παρακολουθοῦν ἐξ ἀποστάσεως τὸν πτωχὸν καὶ περιμένει πότε θὰ πλησιάσῃ οὗτος ἀνύποπτος διὰ νὰ τοῦ ἐπιτεθῇ.
30 ἐνεδρεύει ἐν ἀποκρύφῳ ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ, ἐνεδρεύει τοῦ ἁρπάσαι πτωχόν, ἁρπάσαι πτωχὸν ἐν τῷ ἑλκύσαι αὐτόν· 30 Παραμονεύει εις αποκρύφους τόπους, όπως το ληοντάρι παραφυλάττει κρυμμένο μέσα εις την φωλεάν του, ενεδρεύει, δια να αρπάση τον πτωχόν, να αρπάση τον πτωχόν παρασύρων αυτόν με απατηλούς τρόπους. 30 Κρυμμένος παραμονεύει, ὅπως ὁ λέων παραφυλάττει σκυμμένος μέσα εἰς τὴν φωλεάν του ἐνεδρεύει διὰ νὰ ἁρπάσῃ τὸν πτωχόν, ναὶ νὰ ἁρπάσῃ τὸν πτωχόν, ἀφοῦ μὲ τρόπον ἀπατηλὸν τὸν προσελκύσῃ πλησίον του.
31 ἐν τῇ παγίδι αὐτοῦ ταπεινώσει αὐτόν, κύψει καὶ πεσεῖται ἐν τῷ αὐτὸν κατακυριεῦσαι τῶν πενήτων. 31 Εις την ενέδραν, που στήνει συμμαζεύεται, σκύβει, εξαπλώνεται κάτω στο έδαφος, δια να μπορέση με τον τρόπον αυτόν να ορμήση αιφνιδίως και κατακυριεύση τους ταλαιπωρημένους πτωχούς. 31 Εἰς τὴν παγίδα ποὺ ἔχει στήσει, θὰ τὸν ταπεινώσῃ, θὰ σκύψῃ, θὰ συμμαζευθῇ καὶ θὰ πέσῃ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, μεταχειριζόμενος πᾶν ὕπουλον μέσον διὰ νὰ κυριαρχήσῃ ἐπὶ τῶν πτωχῶν καὶ νὰ καταδουλώσῃ αὐτούς.
32 εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· ἐπιλέλησται ὁ Θεός, ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ μὴ βλέπειν εἰς τέλος. 32 Είπε από μέσα του σύμφωνα με την επιθυμίαν της πονηράς καρδίας του· “ο Θεός μας ελησμόνησε, εγύρισε αλλού το πρόσωπόν του και δεν μας βλέπει καθόλου”. 32 Θὰ μετέλθῃ πᾶσαν ἀσυνειδησίαν, διότι εἶπεν εἰς τὴν καρδίαν του· Ἔχει ξεχάσει, ἐλησμόνησε τελείως ὁ Θεός. Δὲν ἐνδιαφέρεται, ἔστρεψεν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπόν του, διὰ νὰ μὴ βλέπῃ πλέον τίποτε.
33 ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός μου, ὑψωθήτω ἡ χείρ σου, μὴ ἐπιλάθῃ τῶν πενήτων. 33 Σηκω, Κυριε και Θεέ μου, εν τη δικαιοσύνη σου. Ας υψωθή η παντοδύναμος δεξιά σου και ας πέση τιμωρός εναντίον εκείνων. Μη λησμονής τους ταλαιπωρημένους, τους πτωχούς. 33 Σήκω ἐπάνω καὶ κινήσου εἰς ἐκδίκησιν, Κύριε ὁ Θεός μου· ἂς σηκωθῇ ὑψηλὰ ἡ χείρ σου, διὰ νὰ καταπέσῃ βαρεῖα κατὰ τῶν ἀσεβῶν· μὴ λησμονήσῃς παντοτεινὰ καὶ μέχρι τέλους τοὺς πτωχούς, οἱ ὁποῖοι μόνον πλοῦτον καὶ ἐλπίδα ἔχουν τὴν προστασίαν σου.
34 ἕνεκεν τίνος παρώργισεν ὁ ἀσεβὴς τὸν Θεόν; εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἐκζητήσει. 34 Διατί επροκάλεσε οξείαν την οργήν ο ασεβής; Διότι είπεν από μέσα του, σύμφωνα με τους πόθους της πονηράς καρδίας του· “ο Θεός δεν ζητεί λογαριασμόν και δεν μας καταλογίζει ευθύνας δια τας πράξεις μας”! 34 Διὰ ποῖον λόγον παρώργισεν ὁ ἀσεβὴς τὸν Θεόν; Τὸν παρώργισε διότι ἐσχημάτισε τὸ φρόνημα καὶ εἶπε καθ’ ἑαυτόν· ὁ Θεὸς δὲν θὰ ζητήσῃ πλέον λόγον δι' ὅσα ἀδικῶ.
35 βλέπεις, ὅτι σὺ πόνον καὶ θυμὸν κατανοεῖς τοῦ παραδοῦναι αὐτοὺς εἰς χεῖράς σου· σοὶ ἐγκαταλέλειπται ὁ πτωχός, ὀρφανῷ σὺ ᾖσθα βοηθός. 35 Αλλά συ, Κυριε, τα βλέπεις όλα· όχι μόνον τας εξωτερικάς πράξστου ανθρώπου, αλλά και αυτάς τας σκέψεις και επιθυμίας των καρδιών. Γνωρίζεις τόσον τους πόνους και τας θλίψστου πτωχού όσον και τον θηριώδη θυμόν του ασεβούς. Τα βλέπεις όλα, δια να παραδώσης εν τη δικαιοσύνη σου τους ασεβείς εις την τιμωρόν δεξιάν σου. Εις την ιδικήν σου όμως προστασίαν έχει ελπίσει και έχει εγκαταλειφθή ο πτωχός. Του ορφανού συ είσαι βοηθός. 35 Τὰ βλέπεις ὅλα σὺ καὶ δὲν σοῦ διαφεύγει τίποτε. Δὲν παρακολουθεῖς μόνον τὰς ἐξωτερικὰς πράξεις, ἀλλὰ παρακολουθεῖς καὶ αὐτὰ τὰ μυστικὰ ἐλατήρια καὶ τὰς ἀποκρύφους τῶν καρδιῶν μας σκέψεις. Καὶ δι’ αὐτὸ γνωρίζεις ἐπακριβῶς τόσον τοὺς πόνους καὶ τὰς θλίψεις τοῦ πτωχοῦ, ὅσον καὶ τὸν ἄσπλαγχνον θυμὸν τοῦ ἀσεβοῦς. Βλέπεις καὶ παρακολουθεῖς ὅλα προσεκτικῶς διὰ νὰ παραδώσῃς ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου τοὺς ἀσεβεῖς εἰς τὰς ἀδυσωπήτους τιμωρίας τῶν χειρῶν σου. Εἰς τὴν προστασίαν σου καὶ μόνον ἔχει ἐγκαταλειφθῇ ὁ πτωχός, εἰς τὸν ὀρφανὸν σὺ εἶσαι βοηθός.
36 σύντριψον τὸν βραχίονα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ πονηροῦ, ζητηθήσεται ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ, καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ. 36 Συντριψε συ την καταπιεστικήν δύναμιν του αμαρτωλού και του πονηρού ανθρώπου. Εξάλειψε αυτόν και τας κακάς του πράξεις, ώστε, εάν αναζητηθή το κακόν που έκαμε, να μη ευρεθή ούτε αυτός ούτε εκείνο. 36 Σύντριψε σὺ τὴν καταπιεστικὴν δύναμιν τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ πονηροῦ· θὰ ζητηθῇ τὸ κακὸν καὶ ἡ ἁμαρτία ποὺ ἔκαμε καὶ δὲν θὰ εὑρεθῇ, διότι θὰ ἔχῃ ἑξαφανισθῆ μαζὶ μὲ ἐκεῖνον.
37 βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, ἀπολεῖσθε ἔθνη ἐκ τῆς γῆς αὐτοῦ. 37 Μονον ο αιώνιος Κυριος θα βασιλεύση στους αιώνας των αιώνων. Σεις οι ειδωλολάτραι θα εξολοθρευθήτε από την γην του Κυρίου. 37 Θὰ βασιλεύση ὁ Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. Σεῖς δὲ οἱ ἐθνικοί, ποὺ λατρεύετε τὰ εἴδωλα, θὰ χαθῆτε ἀπὸ τὴν γῆν, ἡ ὁποία εἶναι ἰδική του.
38 τὴν ἐπιθυμίαν τῶν πενήτων εἰσήκουσε Κύριος, τὴν ἑτοιμασίαν τῆς καρδίας αὐτῶν προσέσχε τὸ οὖς σου 38 Ο Κυριος ήκουσε την δικαίαν επιθυμίαν των πτωχών ανθρώπων. Και το αυτί του το έτεινε προσεκτικόν στους δικαίους πόθους της καρδίας των. 38 Τὴν ἐπιθυμίαν τῶν πτωχῶν εἱσήκουσεν ὁ Κύριος. Εἰς τοὺς πόθους τῆς καρδίας των ἐπρόσεξε, Κύριε, τὸ οὖς σου,
39 κρῖναι ὀρφανῷ καὶ ταπεινῷ, ἵνα μὴ προσθῇ ἔτι μεγαλαυχεῖν ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς. 39 Ανέλαβεν αυτός, να κρίνη με δικαιοσύνην επί της υποθέσεως του ορφανού και του πτωχού ανθρώπου, να τους υπερασπίση εν τη παντοδυναμία του, ώστε να μη τολμήση πλέον κανείς άνθρωπος επί της γης να αλαζονευθή εις βάρος αυτών και του Θεού. 39 διὰ νὰ κάμῃς δικαίαν κρίσιν ὑπέρ του ὀρφανοῦ καὶ ταπεινοῦ, ὥστε νὰ μὴ τολμήσῃ πλέον νὰ μεγαλαυχῇ καὶ νὰ ἐπιδεικνύῃ ἀλαζονικῶς τὸ ἀνάστημά του οἰοσδήποτε ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς.