Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΨΑΛΜΟΙ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (Γ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ὁπότε ἀπεδίδρασκεν ἀπὸ προσώπου ᾿Αβεσσαλὼμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ 1 1
2 - ΚΥΡΙΕ, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ· 2 Κυριε, εις πόσον αμέτρητον πλήθος έχουν αυξηθή οι εχθροί, που με καταθλίβουν! Πολλοί έχουν εξεγερθή και επαναστατήσει εναντίον μου. 2 Κύριε, εἰς πόσον μέγα καὶ δυσεξάριθμητον πλῆθος ηὐξήθησαν οἱ ἐχθροὶ ποὺ μὲ θλίβουν! Πολλοὶ ἐπανεστάτησαν κατ' ἐμοῦ καὶ μὲ πολεμοῦν.
3 πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. (διάψαλμα). 3 Πολλοί είναι εκείνοι, που επιβουλεύονται την ζωήν μου και λέγουν· “Δεν υπάρχει πλέον δι' αυτόν καμμία σωτηρία εκ μέρους του Θεού του”. 3 Πολλοὶ λέγουν διὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ὕπαρξίν μου: Δὲν ὑπάρχει δι' αὐτὸν σωτηρία, διότι ὁ Θεός του τὸν ἐγκατέλιπε καὶ ματαίως ἐλπίζει εἰς αὐτόν.
4 σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. 4 Συ όμως, Κυριε, είσαι ο βοηθός και ο προστάτης μου. Συ είσαι η ζωή και η δόξα μου, που θα με δοξάσης πάλιν και θα σηκώσης υψηλά το κεφάλι μου, ενώ τώρα το κρατώ σκυμμένο από την εντροπήν. 4 Σὺ ὅμως, Κύριε, εἶσαι βοηθός μου καὶ προστάτης μου. Σὺ θὰ μὲ δοξάσῃς καὶ πάλιν καὶ θὰ σηκώσῃς ὑψηλὰ τὴν κεφαλήν μου, τὴν ὁποίαν τώρα ἐντροπιασμένος ἔχω σκυμμένην πρὸς τὰ κάτω.
5 φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. (διάψαλμα). 5 Κατά το παρελθόν πολλές φορές, με φωνήν ισχυράν εφώναξα προς τον Κυριον και εζήτησα την βοήθειάν του, και εκείνος με ήκουσεν από το όρος Σιών, από το άγιον αυτού κατοικητήριον (διάψαλμα). 5 Πολλὰς εἰς τὸ παρελθὸν φορὰς μὲ φωνὴν ἰσχυρὰν ἐφώναξα πρὸς τὸν Κύριον ζητῶν τὴν βοήθειάν του καὶ μὲ ἤκουσεν ἀπὸ τὸ ὄρος Σιών, ὅπου φυλάσσεται ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης του καὶ ἔγινε δι’αὐτὰ ἅγιον κατοικητήριόν του.
6 ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. 6 Δια τούτο και τώρα, βέβαιος ότι ο Κυριος θα εισακούση την προσευχήν μου, εκοιμήθην, έπεσα εις ήρεμον και αναπαυτικόν ύπνον. Εσηκώθηκα από τον ύπνον ειρηνικός και αισιόδοξος, διότι ο Κυριος θα με βοηθήση ασφαλώς και θα με προστατεύση. 6 Ὡς ἐκ τούτου καὶ εἰς τὰς δυσκόλους αὐτὰς τοῦ παρόντος στιγμὰς δὲν ἔχασα τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰρήνην μου, ἀλλὰ μολονότι μὲ ἔχουν κυκλώσει τόσοι ἐχθροί, ἐκοιμήθην κατὰ τὴν νύκτα ἥσυχος καὶ ἔπεσα εἰς ὕπνον ἤρεμον καὶ βαθύν. Ἐσηκώθην δὲ τὸ πρωῒ γεμᾶτος θάρρος καὶ ἐλπίδα, διότι ὁ Κύριος θὰ μὲ βοηθήσῃ καὶ θὰ μὲ προστατεύσῃ.
7 οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. 7 Δεν θα φοβηθώ από αναρίθμητα πλήθη εχθρικού λαού, που με έχουν περικυκλώσει από όλα τα σημεία και επιτίθενται όλοι μαζή εναντίον μου. 7 Ὄχι· δὲν θὰ φοβηθῶ ἀπὸ ἀναρίθμητα πλήθη λαοῦ, ποὺ μὲ ἔχουν κυκλώσει, καὶ ἀπὸ πᾶσαν διεύθυνσιν ἐπιτίθενται ὅλοι μαζὶ κατ’ ἐμοῦ.
8 ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. 8 Σηκω επάνω, Κυριε, σώσε με από τους εχθρούς μου, συ ο Θεός μου. Διότι είμαι βέβαιος πλέον ότι έχεις συντρίψει όλους αυτούς, που με εχθρεύονται χωρίς λόγον και αιτίαν. Θεωρώ ως τετελεσμένον γεγονός, ότι συνέτριψες τα δόντια των αμαρτωλών, που ωσάν άγρια θηρία έρχονται να με κατασπαράξουν 8 Σήκω ἐπάνω, Κύριε, καὶ σπεῦσον κατὰ τῶν ἐχθρῶν μου. Σῶσέ με, ὦ Θεέ μου· διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι Σὺ θὰ πατάξῃς ὅλους αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐχθρεύονται χωρὶς λόγον καὶ αἰτίαν. Σὺ θὰ συντρίψῃς τὰ δόντια τῶν ἁμαρτωλῶν, ποὺ ὡς θηρία ἄγρια ἔρχονται νὰ μὲ κατασπαράξουν καὶ μὲ καταφάγουν.
9 τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου. 9 Από σε λοιπόν τον Κυριον περιμένω την σωτηρίαν μου, η δε ευλογία σου θα σταλή επάνω στον λαόν, που είναι ιδικός σου. 9 Ἀπὸ τὸν Κύριον θὰ μοῦ δοθῇ ἡ σωτηρία, καὶ εἰς ἐκείνους, Κύριε, οἱ ὁποῖοι σὲ φοβοῦνται καὶ εἶναι ἰδικός σου λαός, θὰ ἔλθῃ ἡ εὐλογία σου.