Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΨΑΛΜΟΙ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31 (ΛΑ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ· συνέσεως.
1 (Μασ. 32) ΜΑΚΑΡΙΟΙ ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι· 1 (Μασ. 32) Τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι, των οποίων έχουν συγχωρηθή από τον Θεόν αι ανομίαι και έχουν σκεπασθή, ώστε να μη φαίνωνται καθόλου, αι αμαρτίαι. 1 Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων συνεχωρήθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸν αἱ ἀνομίαι καὶ τῶν ὁποίων ἐσκεπάσθησαν, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται πλέον διόλου, αἱ ἁμαρτίαι.
2 μακάριος ἀνήρ, ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν, οὐδέ ἐστιν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ δόλος. 2 Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος, στον οποίον ο Κυριος δεν θα καταλογίση αμαρτίαν, δια να του ζητήση ευθύνας και ούτε υπάρχει στο στόμα του δόλος και υποκρισία, αλλά μόνον ειλικρίνεια και ευθύτης. 2 Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος δὲν θὰ λογαριάσῃ ἁμαρτίαν, ὥστε να ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ αὐτόν, οὔτε ὑπάρχει εἰς τὸ στόμα του δόλος καὶ ὑποκρισία, ἀλλ' εἶναι εἰλικρινεῖς καὶ ἄδολοι αἱ πρὸς τὸν Θεὸν δεήσεις του πρὸς ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν του.
3 ὅτι ἐσίγησα, ἐπαλαιώθη τὰ ὀστᾶ μου ἀπὸ τοῦ κράζειν με ὅλην τὴν ἡμέραν· 3 Εγώ όμως, διότι δεν μετενόησα ειλικρινώς, αλλά απεσιώπησα την αμαρτίαν μου, δι' αυτό επάληωσαν και αδυνάτισαν τα οστά μου· περιέπεσα εις ατονίαν, όταν έκραζα στενάζων και οδυρυμένος όλην την ημέραν. 3 Διότι δὲ ἐγὼ δὲν μετενόησα εἰλικρινῶς καὶ ἐσιώπησα ἀποφυγὼν να ἐξομολογηθῶ πρὸς σὲ τὴν ἁμαρτίαν μου, δι’ αὐτὸ συνετρίβησαν τὰ ὀστᾶ μου καὶ ἐκλονισθη ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμός μου, ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ἔκραξα στενάζων καὶ ὀδυρόμενος ὅλην τὴν ἡμέραν.
4 ὅτι ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐβαρύνθη ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ χείρ σου, ἐστράφην εἰς ταλαιπωρίαν ἐν τῷ ἐμπαγῆναί μοι ἄκανθαν. (διάψαλμα). 4 Ημέραν και νύκτα βαρεία έπεσεν επάνω μου η τιμωρός δεξιά σου, Κυριε. Εβυθίσθην ολόκληρος εις πόνον και ταλαιπωρίαν, διότι σαν αιχμηρά και οδυνηρά άκανθα ενεπήχθη εις εμέ η αμαρτία και η ενόχη μου. 4 Διότι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα ἐπέπεσε βαρεῖα ἡ χείρ σου ἐπ’ ἐμὲ καὶ ᾐσθανόμην πολὺ τὰς ἐκ τῶν τύψεων καὶ τῶν ἀπειλῶν καὶ ἐκδηλώσεων τῆς ὀργῆς σου τιμωρίας. Ὁλόκληρος ἐνέπεσα εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ ἐταλαιπωρήθην, διότι ὡς ἄκανθα αἰχμηρὰ καὶ ὀδηνηρὰ ἐνεπήχθη εἰς ἐμὲ ὁ ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς συναισθήσεως τῆς ἐνοχῆς μου πόνος.
5 τὴν ἁμαρτίαν μου ἐγνώρισα καὶ τὴν ἀνομίαν μου οὐκ ἐκάλυψα· εἶπα· ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου. (διάψαλμα). 5 Αλλά μετενόησα. Εξωμολογήθην στον Κυριον την αμαρτίαν μου. Την έκαμα εις αυτόν γνωστήν και δεν συνεκάλυψα πλέον ούτε απέκρυψα την ανομίαν μου. Είπα με όλη μου την καρδία· Θα εξομολογηθώ με ειλικρίνειαν την ανομίαν μου στον Κυριον, και θα κατηγορήσω δι' αυτήν τον εαυτόν μου. Τοτε αμέσως συ, Κυριε, συνεχώρησες την ασέβειαν και εξήλειψες την ενοχήν της καρδίας μου. 5 Ἀλλ’ ἔλαβα ἐπὶ τέλους τὴν σωστικὴν ἀπόφασιν. Ἐξωμολογήθην εἰς τὸν Κύριον καὶ κατέστησα εἰς αὐτὸν γνωστὴν τὴν ἁμαρτίαν μου καὶ δὲν ἐκάλυψα οὐδὲ ἀπέκρυψα τὴν ἀνομίαν μου. Μὲ ἀπόφασιν σταθερὰν καὶ ἀμετάκλητον εἶπα· θὰ εἴπω καθαρὰ εἰς τὸν Κύριον τὴν ἁμαρτίαν μου μὴ δικαιολογῶν, ἀλλὰ καταδικάζων τὸν ἑαυτόν μου. Καὶ ὅταν ἔλαβα τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἀμέσως σὺ ἀφῆκες καὶ συνεχώρησας ὁλόκληρον τὴν ἀσέβειαν, τὴν ὁποίαν ἡ καρδία μου παραδοθεῖσα εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἀπετόλμησε κατὰ σοῦ.
6 ὑπὲρ ταύτης προσεύξεται πρὸς σὲ πᾶς ὅσιος ἐν καιρῷ εὐθέτῳ· πλὴν ἐν κατακλυσμῷ ὑδάτων πολλῶν πρὸς αὐτὸν οὐκ ἐγγιοῦσι. 6 Ακριβώς διότι συ τόσον έλεος δεικνύεις απέναντί μας, δι' αυτό θα προσευχηθή προς σε κάθε ευσεβής και όσιος στον πρέποντα καιρόν. Και όταν ως άλλος κατακλυσμός υδάτων συμφοραί και πειρασμοί επιπέσουν γύρω του, αυτός με την ιδικήν σου συμπαράστασιν θα προστατευθή από αυτάς, ώστε να μη τον εγγίσουν καν. 6 Διότι δὲ παρέχεις μακροθύμως καὶ πατρικῶς τὴν ἄφεσιν ταύτην, δι’ αὐτὸ θὰ προσευχηθῇ πρὸς σὲ πᾶς εὐσεβὴς καὶ ὅσιος εἰς τὸν πρέποντα τῆς μετανοίας καιρόν, ὅταν δὲν θὰ ἔχῃ παρέλθει ἡ εὐκαιρία νὰ εἰσακουσθῇ ἀπὸ σέ. Καὶ ὅταν δὲ συμφοραὶ καὶ πειρασμοὶ ὡς κατακλυσμὸς ὑδάτων πολλῶν ἐπιπέσουν κατ’ αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῶν προσευχῶν θὰ προστατευθῇ ἀπὸ αὐτὰς καὶ δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ τὸν ἐγγίσουν.
7 σύ μου εἶ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με· τὸ ἀγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με ἀπὸ τῶν κυκλωσάντων με. (διάψαλμα). 7 Συ είσαι η καταφυγή μου και η παρηγορία μου στον καιρόν της θλίψεως, που με στενοχωρεί. Συ είσαι η αγαλλίασις και η χαρά της ψυχής μου. Γλύτωσέ με από τους πειρασμούς και τους κινδύνους, που με έχουν περικυκλώσει. 7 Σὺ εἶσαι ἡ καταφυγή μου καὶ ἡ παρηγορία μου ἀπὸ τὴν θλῖψιν, ἡ ὁποία μὲ στενοχωρεῖ. Σύ, ποὺ εἶσαι ἡ ἀγαλλίασις τῆς ψυχῆς μου, γλύτωσέ με ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ποὺ μὲ ἐκύκλωσαν.
8 συνετιῶ σε καὶ συμβιβῶ σε ἐν ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ πορεύσῃ, ἐπιστηριῶ ἐπὶ σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου. 8 Ακούω να απαντάς εις εμέ, Κυριε, και να μου λέγης· Θα σε φωτίζω και θα σε καθοδηγώ στον δρόμον, που πρέπει να βαδίζης. Θα στηρίζω ευμενώς εις σε τους οφθαλμούς μου. 8 Καὶ σὺ εἰς τὴν ἐπίκλησίν μου αὐτὴν μὲ πολλὴν στοργήν μου ἀπαντᾷς: Δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ σὲ συνετίζω καὶ νὰ σὲ συνοδεύω εἰς τὴν ὁδὸν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βαδίζῃς. Οἱ ὀφθαλμοί μου δὲν θὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ σέ, ἀλλὰ θὰ εἶναι προσηλωμένοι καὶ ἐστηριγμένοι ἐπὶ σοῦ διὰ νὰ σὲ προφυλάττω.
9 μὴ γίνεσθε ὡς ἵππος καὶ ἡμίονος, οἷς οὐκ ἔστι σύνεσις, ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξαις τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρὸς σέ. 9 Λοιπόν, σεις οι άνθρωποι με γίνεσθε όμοιοι με τον ίππον και τον ημίονον, στους οποίους δεν υπάρχει καθόλου σύνεσις. Και όπως με σιδερένιο φίμωτρο και χαλινάρι συσφίγγονται αι σιαγόνες των αγρίων αυτών ζώων, ετσι και συ, Κυριε, ας σφίξης με το χαλινάρι των θλίψεων και με τας πολλάς τιμωρίας ας περιορίσης τους αμαρτωλούς, οι οποίοι μένουν αμετανόητοι και δεν θέλουν να πλησιάσουν προς σέ. 9 Ἀκούσατε καὶ σεῖς, ἁμαρτωλοί, φωνὴν καὶ ἔλεγχον ποὺ θὰ σᾶς σώσῃ. Μὴ γίνεσθε ἀτίθασοι καὶ πείσμονες καὶ εἰς τὸ κακὸν ἀσυγκράτητοι σὰν τὸν ἵππον καὶ τὸν ἡμίονον, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται λογικοῦ καὶ συνέσεως καὶ δι' αὐτὸ ἀχαλίνωτοι παραφέρονται ἀπὸ τὰς ἀσυγκρατήτους ὁρμάς των καὶ τὴν ἀδάμαστον δυστροπίαν των. Καὶ ὡς ἐκείνων διὰ σιδηροῦ φιμώτρου καὶ χαλινοῦ συσφίγγονται αἱ σιαγόνες, διὰ νὰ συγκρατῆται καὶ δαμάζεται ἡ ἄτακτος ὁρμή των, οὕτω καὶ αὐτῶν, ποὺ δὲν σὲ πλησιάζουν, ἂς συσφιγχθοῦν καὶ ἂς περιορισθοῦν διὰ τοῦ χαλινοῦ τῶν θλίψεων καὶ τῶν πολλῶν τιμωριῶν ἡ ἀτίθασος βούλησις καὶ τὸ ἀκατανίκητον πεῖσμα.
10 πολλαὶ αἱ μάστιγες τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τὸν δὲ ἐλπίζοντα ἐπὶ Κύριον ἔλεος κυκλώσει. 10 Πολλαί είναι αι συμφοραί και αι μάστιγες των αμαρτωλών· τον ελπίζοντα όμως στον Κυριον θα περικυκλώση και θα περιφρουρήση το θείον έλεος. 10 Πολλαὶ εἶναι αἱ δυστυχίαι καὶ αἱ συμφοραί, μὲ τὰς ὁποίας ὁ Κύριος μαστιγώνει καὶ παιδεύει τὸν ἁμαρτωλόν. Ἐκεῖνον ὅμως ποὺ ἐλπίζει εἰς τὸν Κύριον, θὰ τὸν περικυκλώσῃ τὸ θεῖον ἔλεος.
11 εὐφράνθητε ἐπὶ Κύριον καὶ ἀγαλλιᾶσθε, δίκαιοι, καὶ καυχᾶσθε, πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ. 11 Σεις, λοιπόν, οι πιστοί και δίκαιοι γεμίσατε από χαράν, πλημμυρίσατε από αγαλλιασιν εν Κυρίω, και τον Κυριον να έχετε καύχημα σας όλοι, όσοι έχετε ευθείαν και ειλικρινη την καρδίαν. 11 Σεῖς δέ, πιστοὶ καὶ δίκαιοι, τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος κατέστησε μακαρίους διὰ τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν σας, χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, καὶ τὸν Κύριον ἔχετε ὡς καύχημά σας ὅλοι, ὅσοι ἔχετε εὐθεῖαν τὴν καρδίαν σας.