Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:39
Δύση: 18:42
Σελ. 14 ημ.
293-72
13ος χρόνος, 4995η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΨΑΛΜΟΙ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 (ΙϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Προσευχὴ τοῦ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 17) ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ, Κύριε, τῆς δικαιοσύνης μου, πρόσχες τῇ δεήσει μου, ἐνώτισαι τὴν προσευχήν μου οὐκ ἐν χείλεσι δολίοις. 1 (Μασ. 17) Καμε δεκτήν, Κυριε, την δικαίαν αίτησιν της προσευχής μου· δώσε προσοχήν εις την δέησίν μου, με ώτα ευμενή άκουσε την προσευχήν μου, την οποίαν εγώ τώρα απευθύνω προς σε με χείλη άδολα και ειλικρινή. 1 Εἰσάκουσον, Κύριε, τὸ δίκαιον αἴτημά μου. Εὐδόκησον να προσέξῃς τὴν παράκλησιν καὶ ἱκεσίαν μου. Ἄκουσον μὲ ὦτα εὐμενῆ τὴν προσευχήν, τὴν ὁποίαν σοῦ ἀπευθύνω μὲ χείλη εἰλικρινῆ καὶ ἐλεύθερα ἀπὸ δόλον.
2 ἐκ προσώπου σου τὸ κρῖμά μου ἐξέλθοι, οἱ ὀφθαλμοί μου ἰδέτωσαν εὐθύτητας. 2 Από σε προσωπικώς ποθώ και παρακαλώ να εκδοθή η δικαία απόφασις υπέρ εμού και έτσι τα μάτιά μου να ιδούν την επικράτησιν των δικαίων αποφάσεών σου. 2 Ἡ περὶ ἑμοῦ κρίσις καὶ ἀπόφασις ἂς ἐξέλθῃ καὶ ἂς ἐκδοθῇ αὐτοπροσώπως ἀπὸ σέ, ποὺ κρίνεις δικαίως καὶ εὐθέως. Οἱ ὄψθαλμοί μου, οἱ ὁποῖοι ματαίως ἀναζητοῦν τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν ἐπὶ τῆς γῆς, ἂς ἴδουν τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἀπροσωπολήπτων καὶ δικαίων ἀποφάσεών σου.
3 ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία. 3 Εξήτασας τα βάθη της καρδίας μου, όταν με επεσκέφθης κατά τας νυκτερινάς ώρας της αυτοεξετάσεώς μου. Ωσάν χρυσόν στο χωνευτήριον με υπέβαλες στο πυρ των δοκιμασιών και εις όλα αυτά δεν ευρέθη μέσα μου καμμία αδικία εναντίον ουδενός. 3 Ἐρεύνησες καὶ ἐξήτασες τὰ βάθη τῆς καρδίας μου. Μὲ ἐπεσκέφθης κατὰ τὴν νύκτα, ὅτε καταμόνος καὶ ἐν ἡσυχίᾳ συνεκέντρωνα τὸν νοῦν εἰς τὰς ἀδικίας καὶ τὰς ἐπιβουλὰς τῶν ἐχθρῶν μου καὶ εἰς τὸν σάλον τῶν περιπετειῶν καὶ κινδύνων μου. Μὲ ἀφῆκες εἰς τὸ πῦρ τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν βασανιστικῶν τούτων σκέψεων ὡς εἰς ἄλλο χωνευτήριον νὰ δοκιμασθῶ, καὶ δὲν εὑρέθη μέσα μου σκέψις ἄδικος καὶ ἐμπαθής.
4 ὅπως ἂν μὴ λαλήσῃ τὸ στόμα μου τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων, διὰ τοὺς λόγους τῶν χειλέων σου ἐγὼ ἐφύλαξα ὁδοὺς σκληράς. 4 Δια να μη λαλή το στόμα μου τίποτε σχετικόν με τα πονηρά έργα των ανθρώπων και δια να τηρώ τους λόγους και τα παραγγέλματα του στόματός σου, Κυριε, εγώ εβάδισα τας δυσκόλους και πλήρεις ταλαιπωρίας οδούς του θείου σου θελήματος. 4 Ἐπὶ τῷ σκοπῷ δὲ τοῦ να μὴ δοκιμάσω διὰ τοῦ στόματός μου τὰ πονηρὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ νὰ συμμορφοῦμαι πρὸς τοὺς λόγους καὶ τὰ παραγγέλματα τῶν χειλέων σου, Κύριε, ἐγὼ ἐφύλαξα τὰς δυσκόλους καὶ τραχείας ὁδοὺς τοῦ καθήκοντος.
5 κατάρτισαι τὰ διαβήματά μου ἐν ταῖς τρίβοις σου, ἵνα μὴ σαλευθῶσι τὰ διαβήματά μου. 5 Καθοδήγησε και προσάρμοσε πλήρως τα βήματα της ζωής μου στους δρόμους των εντολών σου, δια να μη κλονισθούν ποτέ αι πορείαι μου. 5 Συμμόρφωσε πλήρως τὸν βίον μου καὶ τὴν διαγωγήν μου, ὥστε νὰ βαδίζω πάντοτε εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν ἐντολῶν σου, διὰ νὰ μὴ κλονισθοῦν ποτὲ οἱ πόδες μου καὶ ὀλισθήσω μακρὰν τοῦ θελήματός σου.
6 ἐγὼ ἐκέκραξα, ὅτι ἐπήκουσάς μου, ὁ Θεός· κλῖνον τὸ οὖς σου ἐμοὶ καὶ εἰσάκουσον τῶν ῥημάτων μου. 6 Εγώ φωνάζω τώρα προς σε, Κυριε, διότι είμαι βέβαιος ότι με έχεις ακούσει και με ακούεις. Κλίνε, λοιπόν, το αυτί σου ευμενές εις την φωνήν μου και άκουσε τα λόγια των προσευχών μου. 6 Ἐγὼ μὲ πόθον πολὺν καὶ πίστιν ἀκλόνητον ἐφώναζα καὶ σὲ ἐπεκαλέσθην, διότι πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν ἑπήκουσας, ὦ Θεέ, τὴν προσευχήν μου. Σκύψε ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ τὸ οὖς σου πρὸς ἐμὲ καὶ ἄκουσε τοὺς λόγους τῆς δεήσεώς μου, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς σου ἀναπέμπω.
7 θαυμάστωσον τὰ ἐλέη σου, ὁ σῴζων τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σὲ ἐκ τῶν ἀνθεστηκότων τῇ δεξιᾷ σου. 7 Φανέρωσέ μου κατά ένα τρόπον θαυμαστόν το έλεός σου προς εμέ, συ ο οποίος τους ελπίζοντας εις σε τους σώζεις από τους εχθρούς σου, από εκείνους οι οποίοι αντιτάσσονται εις την παντοδύναμον δεξιάν σου. 7 Φανέρωσε κατὰ τρόπον θαυμαστὸν τὰ ἐλέη σου καὶ πάλιν, σὺ ποὺ πάντοτε σώζεις τοὺς ἐλπίζοντας εἰς σὲ ἀπὸ τὰς ἐπιβουλὰς καὶ τὰς καταδιώξεις τῶν ἀνθισταμένων εἰς τὴν πανίσχυρον δεξιάν σου.
8 φύλαξόν με ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ· ἐν σκέπῃ τῶν πτερύγων σου σκεπάσεις με 8 Φυλαξέ με ως κόρην οφθαλμού, σκέπασέ με κάτω από την ακατανίκητον προστασίαν των πτερύγων σου, όπως η όρνις σκεπάζει τους νεοσσούς της. 8 Προφύλαξέ με σὰν κόρην ὀφθαλμοῦ· περιφρούρησέ με, ὅπως οἱ ἄνθρωποι φυλάττουν τὰ μάτια των ἢ ὅ,τι προσφιλὲς καὶ πολύτιμον ἔχουν. Σκέπασέ με ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς κραταιᾶς σου δυνάμεως καὶ προστασίας, ὅπως σκεπάζει ἡ ὄρνιθα τὰ μικρὰ πουλιά της, κρύπτουσα αὐτὰ ἀπὸ τὸν προσεγγίζοντα ἐπίβουλον τῆς ζωῆς των.
9 ἀπὸ προσώπου ἀσεβῶν τῶν ταλαιπωρησάντων με. οἱ ἐχθροί μου τὴν ψυχήν μου περιέσχον· 9 Διαφύλαξέ με από τους ασεβείς ανθρώπους, οι οποίοι έως τώρα με έχουν ταλαιπωρήσει. Αυτοί οι εχθροί μου, Κυριε, με περιεκύκλωσαν από όλα τα σημεία και απειλούν την ζωήν μου. 9 Οὕτω καὶ σύ, Κύριε, προστάτευσέ με ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἀσεβῶν, ποὺ μὲ ἐταλαιπώρησαν καὶ μὲ ἐβασάνισαν. Ἰδοὺ οἱ ἐχθροί μου μὲ ἐκύκλωσαν δι' ἐπιβουλῶν καὶ ἐνεδρῶν, τὰς ὁποίας μοῦ ἔχουν στήσει παντοῦ ὅπου καὶ ἂν στραφῶ.
10 τὸ στέαρ αὐτῶν συνέκλεισαν, τὸ στόμα αὐτῶν ἐλάλησεν ὑπερηφανίαν. 10 Εκλεισαν τελείως τα σπλάγχνα των και έγινε σκληρά η καρδία των ανθρώπων αυτών απέναντί μου. Το στόμα αυτών ελάλησε λόγους αλαζονικούς και θρασείς εναντίον μου. 10 Ἐκλείσθη ἀπὸ πάχος ἀναισθησίας ὁλόκληρος ἡ καρδία των καὶ ἐγένετο σκληρά. Τὸ στόμα των ἐλάλησε λόγους θρασεῖς καὶ ὑπερηφάνους.
11 ἐκβαλόντες με νυνὶ περιεκύκλωσάν με, τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἔθεντο ἐκκλῖναι ἐν τῇ γῇ. 11 Αφού με έβγαλαν έξω και με εδίωξαν από την πατρίδα μου, με περιεκύκλωσαν με μοχθηρίαν και έστρεψαν ολόγυρά των τα βλέμματά των με φονικήν διάθεσιν εναντίον μου πως θα με ξαπλώσουν νεκρόν κάτω εις την γην. 11 Ἀφοῦ μὲ ἔβγαλαν ἔξω καὶ μὲ ἀπεδίωξαν ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ τὸν οἶκον μου, μὲ περιεκύκλωσαν. Πρὸς ἓν καὶ μόνον σημεῖον ἔστρεψαν τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ ὅλην τῶν τὴν προσοχήν, πῶς να μὲ ἑξαπλώσουν κατὰ γῆς καὶ ἐντὸς αὐτῆς να μὲ θάψουν.
12 ὑπέλαβόν με ὡσεὶ λέων ἕτοιμος εἰς θήραν καὶ ὡσεὶ σκύμνος οἰκῶν ἐν ἀποκρύφοις. 12 Με εθεώρησαν και με αντίκρυσαν, όπως ο λέων αντικρύζει το θύμα του και είναι έτοιμος να επιτεθή εναντίον του θηράματός του· σαν νεαρό ορμητικό ληοντάρι, που ενεδρεύει εις αποκρύφους τόπους, δια να συλλάβη την λείαν του. 12 Μὲ ἐξέλαβον ὡς λείαν καὶ ὡς θήραμα· μὲ ἀντίκρυσαν σὰν λέων ἐτοιμασμένος διὰ νὰ ἐφορμήσῃ πρὸς σύλληψιν τοῦ θηράματός του καὶ σὰν μικρὸν λεοντάριον ποὺ δὲν ἠσκήθη εἰς τὸ κυνήγιον καὶ δὲν ἐθάρρευσεν ἀκόμη, δι' αὐτὸ δὲ κρύπτεται καὶ παραμονεύει, προκειμένου νὰ ἁρπάσῃ ἀσφαλῶς τὴν λείαν του.
13 ἀνάστηθι, Κύριε, πρόφθασον αὐτοὺς καὶ ὑποσκέλισον αὐτούς, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ ἀσεβοῦς, ρομφαίαν σου ἀπὸ ἐχθρῶν τῆς χειρός σου. 13 Σηκω επάνω, Κυριε, και πρόφθασέ τους, πριν με θανατώσουν. Βαλε τους τρικλοποδιά, ρίξε τους κάτω στο χώμα και γλύτωσε την ζωήν μου από τον ασεβή αρχηγόν των, τον Σαούλ. Παρε στο χέρι σου την ρομφαίαν εναντίον των εχθρών, που ανθίστανται εις σέ. 13 Ἀρκετὰ ἐμακροθύμησας, Κύριε σήκω ἐπάνω καὶ κατάφθασέ τους προτοῦ μὲ θανατώσουν· πεδίκλωσε τους καὶ ἀνάτρεψέ τους. Γλύτωσε ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ τὴν ψυχήν μου. Γλύτωσέ την ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, διότι αὐτὴ εἶναι ρομφαῖα καὶ ὅπλον τῆς χειρός σου, ἀντιτασσομένη διὰ τῆς βοηθείας σου κατὰ παντὸς ἀσεβοῦς καὶ μισοῦντος τὸν νόμον σου.
14 Κύριε, ἀπὸ ὀλίγων ἀπὸ γῆς διαμέρισον αὐτοὺς ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν, καὶ τῶν κεκρυμμένων σου ἐπλήσθη ἡ γαστὴρ αὐτῶν, ἐχορτάσθησαν υἱῶν (* Αλλη γραφή· ὑείων), καὶ ἀφῆκαν τὰ κατάλοιπα τοῖς νηπίοις αὐτῶν. 14 Ω, Κυριε, από τους ολίγους ευσεβείς ξεχώρισε και απομάκρυνε το πλήθος των ασεβών. Διασκόρπισέ τους εις την γην, ενώ ευρίσκονται ακόμη εις την παρούσαν ζωήν. Υλόφρονες και λαίμαργοι, καθώς είναι, εγέμισαν την κοιλίαν των δε όσα αγαθά, συ έχεις αποκρύψει εις τα βάθη της γης και της θαλάσσης. Εχόρτασαν από χριρινά απαγορευμένα κρέατα και αφού οι ίδιοι έφαγαν και έπιαν και εχρρτάσθησαν, αφήκαν τα υπολείμματα του συμποσίου των εις τα νήπιά των. 14 Ὦ Κύριε, χώρισε τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβῶν ἀπὸ τοὺς ὀλίγους ἐκλεκτούς σου. Ἀποχώρισε αὐτοὺς ἀπὸ τὴν γῆν, ἤδη ἀπὸ τῆς παρούσης τῶν ζωῆς. Δὲν ἀπήλαυσαν μόνον τὰ κοινὰ ἀγαθά, μὲ τὰ ὁποῖα τρέφονται ὅλοι. Ἀλλ’ ἐγέμισεν ἡ κοιλία των καὶ μὲ ὅσα ἔχεις ἀποκρύψει εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης, τῶν ὁποίων τοὺς θησαυροὺς ἐξέχωσαν καὶ ἀνείλκυσαν. Ἀπέκτησαν ἀπογόνους πολλοὺς καὶ ἐχόρτασαν τὰ μάτια των ἀπὸ τὸ νὰ βλέπουν πλῆθος υἱῶν (Ὑπάρχει καὶ ἡ διάφορος γραφή: <ὑείων> = <χοιρινῶν κρεάτων>, ἅτινα κατὰ τὸν νόμον ἀπηγορεύοντο ὡς ἀκάθαρτα καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τρώγωνται). Καὶ ἀφοῦ οἱ ἴδιοι ἔφαγον καὶ ἔπιον καὶ ἐθησαύρισαν, ἀφῆκαν τὰ ὑπολείμματα τοῦ πλούτου των εἰς τὰ νήπιά των.
15 ἐγὼ δὲ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ σου, χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου. 15 Εγώ όμως θα εργασθώ την αρετήν και με αυτήν θα αξιωθώ της χαράς να ίδω το πρόσωπόν σου, θα χορτάση η ψυχή μου, όταν θα βλέπω, Κυριε, την δόξαν σου. 15 Ἰδικός μου ὅμως πλοῦτος εἶναι ἡ ἀρετή. Καὶ μὲ αὐτὴν θὰ παρουσιασθῶ καὶ θὰ ἐμψανισθῶ ἐμπρός σου, θὰ χορτασθῶ δὲ τότε, ὅταν ἀπαύστως θὰ βλέπω καὶ ἀκορέστως θὰ ἀπολαμβάνω τὴν δόξαν τοῦ θείου προσώπου σου.