Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΨΑΛΜΟΙ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26 (ΚϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τοῦ Δαυΐδ· πρὸ τοῦ χρισθῆναι.
1 (Μασ. 27) ΚΥΡΙΟΣ φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου· τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου· ἀπὸ τίνος δειλιάσω; 1 (Μασ. 27) Ο Κυριος είναι το φως μου μέσα στο σκοτάδι και εις την άγνοιαν της παρούσης ζωής. Ο Κυριος είναι ο σωτήρ μου. Ποιόν λοιπόν έχω να φοβηθώ; Κανένα. Ο Κυριος υπερασπίζει την ζωήν μου από κάθε κίνδυνον. Από τας απειλάς ποίου έχω να δειλιάσω; 1 Ο Κύριος εἶναι φωτισμός μου, διότι μὲ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἀγνοίας καὶ ἀπὸ τὰ μαῦρα σύννεφα τῆς θλίψεως καὶ ἀπελπισίας. Ὁ Κύριος εἶναι Σωτήριov. Ποῖον λοιπὸν θὰ φοβηθῶ, ἐφ’ ὅσον ἔχω τοιοῦτον προστάτην; Ὁ Κύριος εἶναι ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου· ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς καὶ τὰς ἐπιθέσεις τίνος ἐχθροῦ θὰ δειλιάσω;
2 ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ᾿ ἐμὲ κακοῦντας τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας μου, οἱ θλίβοντές με καὶ οἱ ἐχθροί μου, αὐτοὶ ἠσθένησαν καὶ ἔπεσαν. 2 Ενῷ με επλησίαζον ορμητικοί οι κακοποιοί άνθρωποι, δια να με κατασπαράξουν και σαν άγρια θηρία να καταφάγουν τας σάρκας μου, αυτοί, που με έθλιβαν και με τέτοιας εχθρικάς διαθέσεις επήρχοντο εναντίον μου, εκλονίσθησαν και έπεσαν συντετριμμένοι κάτω στο χώμα. Τους είχε κτυπήσει ο Κυριος μου και σωτήρ μου. 2 Καθ’ ὃν χρόνον ἐπλησίαζον νὰ μὲ καταφθάσουν οἱ ἐπιπεσόντες κατ' ἐμοῦ κακοποιοί, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ μὲ κατασπαράξουν καὶ ὡς ἄγρια θηρία νὰ καταβροχθίσουν τὰς σάρκας μου, αὐτοὶ ποὺ μὲ ἔθλιβον καὶ μὲ τόσον ἐχθρικὰς διαθέσεις ἐπήρχοντο κατ’ ἑμοῦ, ἐκλονίσθησαν καὶ κατέπεσαν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἡττημένοι, σὰν νὰ ἐπλήγησαν ὑπὸ τῆς ἀοράτου δυνάμεως τοῦ Σωτῆρος μου.
3 ἐὰν παρατάξηται ἐπ᾿ ἐμὲ παρεμβολή, οὐ φοβηθήσεται ἡ καρδία μου· ἐὰν ἐπαναστῇ ἐπ᾿ ἐμὲ πόλεμος, ἐν ταύτῃ ἐγὼ ἐλπίζω. 3 Εάν, λοιπόν, και παραταχθή ολόκληρον στράτευμα εναντίον μου, δεν θα δειλιάση καθόλου η καρδία μου. Και εάν εξεγερθή πόλεμος εναντίον μου, και εις την περίπτωσιν αυτήν εγώ θα έχω στηριγμένας τας ελπίδας μου στον Κυριον. 3 Κατόπιν λοιπὸν τῆς θαυμαστῆς ταύτης διασώσεώς μου καὶ ἐὰν ἀκόμη παραταχθῇ κατ’ ἐμοῦ ὁλόκληρος στρατιά, δὲν θὰ φοβηθῇ ἡ καρδία μου· καὶ ἐὰν πόλεμος σηκωθῇ κατ' ἐμοῦ, πάλιν καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐγὼ δὲν θὰ παύσω νὰ ἐλπίζω.
4 μίαν ᾐτησάμην παρὰ Κυρίου, ταύτην ἐκζητήσω· τοῦ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, τοῦ θεωρεῖν με τὴν τερπνότητα Κυρίου καὶ ἐπισκέπτεσθαι τὸν ναὸν τὸν ἅγιον αὐτοῦ. 4 Μιαν παράκλησιν δια της προσευχής υπέβαλα στον Κυριον. Μιαν χάριν του εζήτησα και του ζητώ· να κατοικώ στον οίκον του Κυρίου όλας τας ημέρας της ζωής μου, δια να βλέπω και να απολαμβάνω τα θέλγητρα του Θεού μου και να επισκέπτωμαι, ως ευλαβής και ταπεινός λάτρης, τον άγιον ναόν του. 4 Μίαν αἴτησιν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Κύριον, αὐτὴν τὴν χάριν θὰ τοῦ ζητήσω μὲ ὅλην τὴν καρδίαν μου· νὰ κατοικῶ ἐντὸς τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, νὰ μελετῶ καὶ νὰ βλέπω μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μου τὰ θαυμαστὰ ἔργα τῆς προστατευτικῆς δυνάμεως καὶ ἀγαθότητος τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα μαζὶ μὲ τὴν λατρείαν του πληροῦν τερπνότητος τὴν καρδίαν μου, καὶ νὰ ἐπισκέπτωμαι τακτικὰ ὡς ταπεινὸς λάτρης τὸν ἅγιον Ναόν του.
5 ὅτι ἔκρυψέ με ἐν σκηνῇ αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ κακῶν μου, ἐσκέπασέ με ἐν ἀποκρύφῳ τῆς σκηνῆς αὑτοῦ, ἐν πέτρᾳ ὕψωσέ με. 5 Αυτοί οι πόθοι πλημμυρίζουν την καρδίαν μου, διότι εις περίοδον μεγάλων κινδύνων ο Κυριος με έκρυψε και με ησφάλισεν εις την σκηνήν του Μαρτυρίου του. Και ως εάν ήμην εις υψηλόν βράχον με ανύψωσεν ασφαλή, με εδόξασε, με έσωσε. 5 Θὰ ἤμην δὲ ἀχάριστος, ἐὰν δὲν εἶχον τὸν πόθον αὐτόν. Διότι ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἡμέραν, ποὺ κίνδυνοι καὶ κακὰ πολλὰ μὲ ἐκύκλωσαν καὶ ἐκινδύνευα νὰ θανατωθῶ, μὲ ἔκρυψεν ἐντὸς τῆς σκηνῆς αὐτοῦ, μοῦ παρέσχε σκέπην καὶ προστασίαν ἀσφαλῆ μέσα εἰς τὸ μυστικὸν καὶ ἀπόκρυφον μέρος τῆς σκηνῆς του, καὶ μὲ ὕψωσεν ὑπεράνω τῶν ἐπελθόντων κατ’ ἐμοῦ κινδύνων ἐπὶ πέτρας ὑψηλῆς, στερεᾶς καὶ ἀπροσβλήτου.
6 καὶ νῦν ἰδοὺ ὕψωσε κεφαλήν μου ἐπ᾿ ἐχθρούς μου· ἐκύκλωσα καὶ ἔθυσα ἐν τῇ σκηνῇ αὐτοῦ θυσίαν ἀλαλαγμοῦ, ᾄσομαι καὶ ψαλῶ τῷ Κυρίῳ. 6 Και τώρα, πιστεύω εις την παντοδύναμον προστασίαν του και διακηρύττω ότι ανύψωσε την κεφαλήν, μου εναντίον των εχθρών μου με ανέδειξεν ανώτερόν των. Δι' αυτό και εις ευλαβή λιτανείαν θα κάμω κύκλον περί το θυσιαστήριόν του, θα προσφέρω εις την Σκηνήν του ευχαριστήριον θυσίαν με αλαλαγμούς χαράς, θα τραγουδώ τα μεγαλεία του και θα παίζω μουσικά όργανα προς δόξαν του Κυρίου μου. 6 Καὶ τώρα δύναμαι νὰ προείπω καὶ διὰ τὸ μέλλον μετὰ βεβαιότητος, ὅτι ἀνύψωσε τὴν κεφαλήν μου ἐπὶ τῶν ἐχθρῶν μου καὶ μὲ κατέστησεν ὑπέρτερον καὶ ἀνώτερον ἀπὸ αὐτούς. Κατόπιν δὲ τούτου θὰ κυκλώσω (Εἰς τὸ Ἑβραϊκὸν τὰ ρήματα εἰς μέλλοντα χρόνον) ἐν λιτανευτικῇ πομπῇ τὸ θυσιαστήριον καὶ θὰ προσφέρω εἰς τὴν σκηνὴν αὐτοῦ θυσίαν εὐχαριστήριον μετ’ ἀλαλαγμῶν εὐγνώμονος θριάμβου· θὰ ἀναπέμψω αἶνον καὶ θὰ ψάλω δοξολογίαν εἰς τὸν Κύριον.
7 εἰσάκουσον, Κύριε, τῆς φωνῆς μου, ἧς ἐκέκραξα· ἐλέησόν με καὶ εἰσάκουσόν μου. 7 Κυριε, άκουσε την φωνήν της προσευχής μου, με την οποίαν κραυγάζω τώρα προς σέ. Ελέησέ με και κάμε δεκτήν την παράκλησίν μου. 7 Εἰσάκουσον, Κύριε, τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου, τὴν ὁποίαν μὲ πόθον καὶ θερμότητα πολλὴν σοῦ ἀπευθύνω. Ἐλέησέ με καὶ ἄκουσε εὐμενῶς τὴν προσευχήν μου.
8 σοὶ εἶπεν ἡ καρδία μου· ἐξεζήτησέ σε τὸ πρόσωπόν μου· τὸ πρόσωπόν σου, Κύριε, ζητήσω. 8 Προς σε στρέφεται η καρδία μου και λέγει· Σε τον Κυριον ποθώ και αναζητώ πάντοτε. Με πόθον, Κυριε, η καρδία μου αναζητεί και θα αναζητή το πρόσωπόν σου, την επικοινωνίαν σου. 8 Μὲ πόνον πολὺν φωνάζει πρὸς σὲ ἡ καρδία μου λέγουσα: Τὸν Κύριον μὲ πόθον πολὺν θὰ ζητήσω. Σὲ ἐζήτησεν ὁλόκληρος ἡ λογική μου ὕπαρξις. Σὲ ἱκέτευσα ἐπιμόνως, μὲ τὸ πρόσωπόν μου ἐστραμμένον εἰς σέ· τὸ πρόσωπόν σου, Κύριε, ζητῶ μετὰ πόθου.
9 μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ μὴ ἐκκλίνῃς ἐν ὀργῇ ἀπὸ τοῦ δούλου σου· βοηθός μου γενοῦ, μὴ ἀποσκορακίσῃς με καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς με, ὁ Θεός, ὁ σωτήρ μου. 9 Μη γυρίσης αλλού το πρόσωπόν σου από εμέ. Μη απομακρυνθής ωργισμένος από εμέ τον δούλόν σου. Γινε βοηθός μου. Μη με αποπέμψης ως ενοχλητικόν και φορτικόν. Θεέ μου και σωτήρα μου, μη με εγκαταλείψης. 9 Μὴ δείξῃς ἀποστροφὴν πρὸς ἐμὲ ἀποστερών με τῆς εὐμενείας τοῦ προσώπου σου καὶ μὴ ἀπομακρυνθῇς θυμωμένος ἀπὸ τὸν δοῦλον σου· γίνε καὶ πάλιν βοηθός μου· μὴ μὲ ἀποδιώξῃς ὡς ὀχληρὸν καὶ φορτικόν, καὶ μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς, ὡ Θεέ, ποὺ εἶσαι ὁ μόνος Σωτήρ μου.
10 ὅτι ὁ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δὲ Κύριος προσελάβετό με. 10 Διότι ενώ ο πατήρ μου και η μητέρα μου με εγκατέλειψαν, ο Κυριος με προσέλαβε και με ανέλαβεν υπό την προστασίαν του. 10 Ὁ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου, ἀδύνατοι καὶ αὐτοὶ νὰ μὲ ὑπερασπισθοῦν, μὲ ἀφῆκαν ἀβοήθητον καὶ ἔρημον, ὡς νὰ ἤμην ὀρφανός, ὁ Κύριος ὅμως μὲ ἐπῆρε πλησίον του καὶ ἔγινε δι’ ἐμὲ περισσότερον ἀπὸ πατέρας.
11 νομοθέτησόν με, Κύριε, ἐν τῇ ὁδῷ σου καὶ ὁδήγησόν με ἐν τρίβῳ εὐθείᾳ ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου. 11 Γινε συ, Κυριε, ο νομοθέτης μου. Διδαξέ με τον δρόμον των εντολών σου, οδήγησέ με εις την ευθείαν οδόν των εντολών σου ένεκα των εχθρών, που με απειλούν. 11 Γενοῦ εἰς ἐμὲ νομοθέτης, Κύριε· δίδαξόν με τὴν ὁδὸν τῶν ἐντολῶν σου καὶ ὁδήγησέ με εἰς δρόμον εὐθὺν καὶ ἀσφαλῆ, ἐλεύθερον ἀπὸ τὰς παγίδας καὶ ἐπιβουλὰς τῶν δολερῶν ἐχθρῶν μου.
12 μὴ παραδῷς με εἰς ψυχὰς θλιβόντων με, ὅτι ἐπανέστησάν μοι μάρτυρες ἄδικοι, καὶ ἐψεύσατο ἡ ἀδικία ἑαυτῇ. 12 Μη με παραδώσης εις τα χέρια εκείνων, οι οποίοι έχουν σκοπόν να με καταθλίψουν. Διότι κατά τον καιρόν αυτόν εσηκώθησαν εναντίον μου συκοφάνται, διετύπωσαν ψευδείς κατηγορίας και συκοφαντίας εναντίον μου, δια να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά των. 12 Μὴ μὲ παραδώσῃς αἰχμάλωτον εἰς τὰς ἀσπλάγχνους ψυχὰς αὐτῶν, ποὺ μὲ θλίβουν, διότι ἐσηκώθησαν κατ’ ἐμοῦ μάρτυρες ἀδίκως κατηγοροῦντες με, καὶ οἱ κυριαρχούμενοι ὑπὸ τῆς ἀδικίας ἄνθρωποι ἐψεύσθησαν κατ' ἐμοῦ χάριν τοῦ ἑαυτοῦ των καὶ τῶν ἀδίκων συμφερόντων των.
13 πιστεύω τοῦ ἰδεῖν τὰ ἀγαθὰ Κυρίου ἐν γῇ ζώντων. 13 Εγώ όμως πιστεύω, ότι θα σωθώ από τους κινδύνους, που με απειλούν. Θα ζήσω και θα ίδω τα αγαθά του Κυρίου εις την γην αυτήν μαζή με τους άλλους ανθρώπους. 13 Πιστεύω νὰ ἴδω καὶ νὰ ἀπολαύσω τὰ ἀγαθὰ τοῦ Κυρίου εἰς τὴν γῆν τῆς τελειοτέρας καὶ μακαριωτέρας ζωῆς, τῆς ὁποίας οἱ κληρονόμοι ζοῦν πάντοτε, χωρὶς νὰ ἀποθνήσκουν ποτέ.
14 ὑπόμεινον τὸν Κύριον· ἀνδρίζου, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία σου, καὶ ὑπόμεινον τὸν Κύριον. 14 Ω ψυχή μου, υπόμεινε και επίμενε στο θέλημα του Κυρίου. Περίμενε τον Κυριον, έχε θάρρος, ας ενισχύεται η καρδία σου. Υπόμεινε τον Κυριον εις τας θλίψεις σου και περίμενε την λυτρωτικήν επέμβασίν του. 14 Ἀνάμεινον μεθ’ ὑπομονῆς τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου, ἀπομάκρυνον πᾶσαν δειλίαν καὶ πληρώθητι ἀνδρείας καὶ ἂς μὴ χάνῃ τὸ θάρρος της, ἀλλ’ ἂς κραταιοῦται ἡ καρδία σου. Καὶ ἐξακολούθει μετ' ἐγκαρτερήσεως νὰ ἀναμένῃς τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου.