Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΨΑΛΜΟΙ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 82 (ΠΒ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ᾿ῼδὴ ψαλμοῦ τῷ ᾿Ασάφ. 1 1
2 (Μασ. 83) Ο ΘΕΟΣ, τίς ὁμοιωθήσεταί σοι; μὴ σιγήσῃς μηδὲ καταπραΰνῃς, ὁ Θεός· 2 (Μασ. 83) Ω Θεέ μου, ποιός είναι δυνατόν να συγκριθή και αντιπαραβληθή με σένα; Δι' αυτό, ως παντοδύναμος και πάνσοφος που είσαι, μη μένης σιωπηλός, μηδέ καταπραΰνης και μη αφήσης ανεκδήλωτον την δικαίαν σου οργήν, ω Θεέ μου. 2 Ω Θεέ μου, ποῖος δύναται νὰ συγκριθῇ πρὸς σέ; Κανεὶς δὲν εἶναι ὅμοιός σου· δι' αὐτὸ καὶ ἐγὼ προσφεύγω εἰς σέ. Μὴ παραμείνῃς σιωπηλὸς καὶ μὴ συγκρατήσῃς τὴν ὀργήν σου. Μὴ δειχθῇς ἀπαθὴς καὶ ἀδιάφορος, ὦ Θεέ μου.
3 ὅτι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου ἤχησαν, καὶ οἱ μισοῦντές σε ᾖραν κεφαλήν, 3 Διότι οι εχθροί μας, που είναι και ιδικοί σου εχθροί, εξέσπασαν εις οχλοβοήν πολεμικήν και οι μισούντες σε εσήκωσαν υπερήφανον την κεφαλήν των εναντίον μας. 3 Διότι ἰδού οἱ ἐχθροί σου ἐξέσπασαν μὲ πολὺν θόρυβον καὶ ταραχὴν καὶ αὐτοὶ ποὺ σὲ μισοῦν, ἐσήκωσαν θρασεῖαν κεφαλήν.
4 ἐπὶ τὸν λαόν σου κατεπανουργεύσαντο γνώμην καὶ ἐβουλεύσαντο κατὰ τῶν ἁγίων σου· 4 Συνέλαβαν και κατέστρωσαν πανούργα σχέδια εναντίον του λαού σου. Ελαβαν ολεθρίας αποφάσεις εναντίον των αγίων σου Ισραηλιτών. 4 Συνέλαβον κατὰ τοῦ λαοῦ σου σχέδια γεμᾶτα πανουργίαν, καὶ ἔλαβον ἐξολοθρευτικὰς ἀποφάσεις κατὰ τῶν ἀφιερωμένων εἰς σὲ Ἰσραηλιτῶν.
5 εἶπαν· δεῦτε καὶ ἐξολοθρεύσωμεν αὐτοὺς ἐξ ἔθνους, καὶ οὐ μὴ μνησθῇ τὸ ὄνομα ᾿Ισραὴλ ἔτι. 5 Απεφάσισαν και είπαν μεταξύ των· Ελάτε να τους εξολοθρεύσωμεν, ώστε να παύσουν να αποτελούν έθνος και κανείς να μη ενθυμήται πλέον το όνομα των Ισραηλιτών. 5 Εἶπαν· Ἔλθετε καὶ ἂς ἐξολοθρεύσωμεν αὐτούς, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν ὡς ἔθνος, καὶ νὰ μὴ μνημονεύεται πλέον τὸ ὄνομα Ἰσραήλ.
6 ὅτι ἐβουλεύσαντο ἐν ὁμονοίᾳ ἐπὶ τὸ αὐτό, κατὰ σοῦ διαθήκην διέθεντο 6 Μη μείνης αδιάφορος, Κυριε, διότι αυτοί από κοινού και εκ συστάσεως με μίαν καρδίαν όλοι των απεφάσισαν την καταστροφήν μας. Υπέγραψαν ένορκον συμφωνίαν εναντίον σου. 6 Μὴ δειχθῇς λοιπὸν ἀδιάφορος, Κύριε, διότι μὲ ὁμόνοιαν καὶ πλήρη συμφωνίαν, μὲ μίαν καρδίαν ὅλοι των ἔλαβον ἀποφάσεις, συνῆψαν συνθήκην κατὰ σοῦ.
7 τὰ σκηνώματα τῶν ᾿Ιδουμαίων καὶ οἱ ᾿Ισμαηλῖται, Μωὰβ καὶ οἱ ᾿Αγαρηνοί, 7 Αυτοί οι εχθροί μας είναι οι σκηνίται, οι Ιδουμαίοι, οι Ισμαηλίται, οι Μωαβίται και οι Αγαρηνοί. 7 Ποῖοι δέ; Οἱ σκηνῖται τῆς πρὸς νότον τῆς Νεκρᾶς θαλάσσης χώρας Ἰδουμαῖοι καὶ οἱ μεταξὺ τῆς Ἀραβίας καὶ Ἀσσυρίας κατοικοῦντες Ἰσμαηλῖται· οἱ παρὰ τὴν Νεκρὰν θάλασσαν ἐγκατεστημένοι Μωαβῖται καὶ οἱ βορείως τῆς Παλαιστίνης οἰκοῦντες Ἀγαρηνοί,
8 Γεβὰλ καὶ ᾿Αμμὼν καὶ ᾿Αμαλὴκ καὶ ἀλλόφυλοι μετὰ τῶν κατοικούντων Τύρον. 8 Οι της φυλής Γεβάλ και Αμμών και Αμαλήκ, οι Φιλισταίοι και οι κάτοικοι της Τυρου. 8 οἱ γείτονες τῶν Ἰδουμαίων Γεβαληνοὶ καὶ οἱ πέραν τοῦ Ἰορδάνου Ἀμμωνῖται καὶ οἱ ἐν τῇ Πετραίᾳ Ἀραβίᾳ διαμένοντες Ἀμαληκῖται καὶ οἱ ἀλλόφυλοι Φιλισταῖοι μετὰ τῶν κατοικούντων τὴν Τύρον.
9 καὶ γὰρ καὶ ᾿Ασσοὺρ συμπαρεγένετο μετ᾿ αὐτῶν, ἐγενήθησαν εἰς ἀντίληψιν τοῖς υἱοῖς Λώτ. (διάψαλμα). 9 Αλλά και οι Ασσύριοι συνετάχθησαν και ήλθον με το μέρος αυτών. Εβοήθησαν τους απογόνους του Λωτ εναντίον μας, τους Μωαβίτας και Αμμωνίτας. 9 Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἀσσύριοι ἦλθον μαζὶ μὲ αὐτούς, καὶ ἔγιναν βοηθοὶ καὶ σύμμαχοι τῶν ἀπογόνων τοῦ Λώτ, τῶν Μωαβιτῶν τουτέστι καὶ Ἀμμωνιτῶν.
10 ποίησον αὐτοῖς ὡς τῇ Μαδιὰμ καὶ τῷ Σισάρᾳ, ὡς τῷ ᾿Ιαβεὶμ ἐν τῷ χειμάρρῳ Κεισών· 10 Πράξε εναντίον αυτών ο,τι άλλοτε έκαμες εναντίον των Μαδιανιτών, εναντίον του σκληρού στρατηγού των Σισάρα και του βασιλέως Ιαβείν εις τον χείμαρρον Κεισών. 10 Ποίησον εἰς αὐτοὺς ὅπως ἄλλοτε ἐποίησας εἰς τοὺς κατοίκους τῆς γῆς Μαδιάμ, οἱ ὁποῖοι ἐξωντώθησαν ὑπὸ τοῦ Γεδεών, καὶ ὅπως ἐποίησας εἰς τὸν ὦμον στρατηγὸν Σισάρα, καθὼς καὶ εἰς τὸν βασιλέα τούτου Ἰαβείν, τὸν ἀσεβῆ δυνάστην τῆς Χαναάν, ὁ ὁποῖος ἐπατάχθη παρὰ τὸν χείμαρρον Κεισὼν ὑπὸ τοῦ Βαρὰκ καὶ τῆς Δεββώρας.
11 ἐξωλοθρεύθησαν ἐν ᾿Αενδώρ, ἐγενήθησαν ὡσεὶ κόπρος τῇ γῇ. 11 Εκείνοι εξωλοθρεύθησαν δια της δικαίας σου οργής εις Αενδώρ και τα σώματά των έγιναν κόπρος και λίπασμα της γης. 11 Ἐξωλοθρεύθησαν ἐν τῇ πόλει Δενδώρ, ἔγιναν σὰν κόπρος καὶ λίπασμα διὰ τὴν γῆν.
12 θοῦ τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ὡς τὸν ᾿Ωρὴβ καὶ Ζὴβ καὶ Ζεβεὲ καὶ Σαλμανὰ πάντας τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν, 12 Ολους τους άρχοντας αυτών θέσε τους εις την αυτήν μοίραν και τιμώρησέ τους, όπως δια του Γεδεών εξωλόθρευσας τον Ωρήβ και Ζηβ και Ζεβεέ και Σαλμανά, όλους τους άρχοντας των Μαδιανιτών· 12 Τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ὅλους θέσε τους εἰς τὸν αὐτὸν τόπον καὶ τιμώρησέ τους, ὅπως διὰ τοῦ Γεδεὼν ἐξωλόθρευσας τὸν Ὠρὴβ καὶ Ζὴβ καὶ Ζεβεὲ καὶ Σαλμανά, ὅλους τοὺς ἄρχοντας τῶν Μαδιανιτῶν ἐκείνων,
13 οἵτινες εἶπαν· Κληρονομήσωμεν ἑαυτοῖς τὸ ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ. 13 αυτών, οι οποίοι είπαν· Ας κατακτήσωμεν ως ιδικήν μας κληρονομίαν και εις όφελος του εαυτού μας τον άγιον τόπον, τον ναόν και το θυσιαστήριον του Θεού. 13 οἱ ὁποῖοι εἶπαν· ἂς κατακτήσωμεν ὡς κληρονομίαν ἰδικήν μας καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ ἐαυτοῦ μας τὰ θυσιαστήρια καὶ τὸν ἅγιον τόπον τοῦ Θεοῦ.
14 ὁ Θεός μου, θοῦ αὐτοὺς ὡς τροχόν, ὡς καλάμην κατὰ πρόσωπον ἀνέμου· 14 Ω Θεέ μου, κάμε τους ωσάν ανεμοστρόβιλον, ώστε να μη ημπορούν να σταθούν πουθενά. Καμε τους ωσάν το ξηρόν άχυρον, που το φυσά και το διασκορπίζει ο άνεμος. 14 Ὦ Θεέ μου, μετάβαλέ τους εἰς τροχὸν καὶ ἀνεμοστρόβιλον, ὥστε νὰ μὴ στέκωνται πουθενά, ἀλλ’ ὑπὸ συνεχῶν καὶ ἀπαύστων συμφορῶν νὰ περιστρέφωνται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ· κάμε τους σὰν ξηρὸν ἄχυρον ποὺ τὸ φυσᾷ ὁ ἄνεμος καὶ τὸ διασκορπίζει.
15 ὡσεὶ πῦρ, ὃ διαφλέξει δρυμόν, ὡσεὶ φλόξ, ἣ κατακαύσει ὄρη, 15 Κατάκαυσέ τους, όπως η πυρκαϊά κατακαίει τα δάση του δρυμού, όπως μια μεγάλη φλόγα κατακαίει τα κατάφυτα όρη. 15 Κατάκαυσέ τους ὡς τὸ πῦρ, τὸ ὁποῖον, ὅταν εἰσχωρήσῃ εἰς δάσος, κατακαίει τοῦτο ὁλόκληρον, καὶ ὅπως ἡ φλόξ, ἡ ὁποία θὰ κατακαύσῃ τὰ κατάφυτα βουνά.
16 οὕτως καταδιώξεις αὐτοὺς ἐν τῇ καταιγίδι σου, καὶ ἐν τῇ ὀργῇ σου συνταράξεις αὐτούς. 16 Ετσι και συ, Κυριε, καταδίωξέ τους εις την καταιγίδα της οργής σου, αναστάτωσέ τους και συγκλόνισέ τους επάνω στον δίκαιον θυμόν σου. 16 Οὕτω καὶ σὺ καταδίωξέ τους μὲ τὸν θυμόν σου ποὺ ἐκσπᾷ ὡς ἄλλη καταιγὶς καὶ μὲ τὴν ὀργήν σου συντάραξέ τους ὅλους.
17 πλήρωσον τὰ πρόσωπα αὐτῶν ἀτιμίας, καὶ ζητήσουσι τὸ ὄνομά σου, Κύριε. 17 Γέμισε τα πρόσωπά των με καταισχύνην και εξευτελισμόν, ώστε να αναγκασθούν να επικαλεσθούν το όνομά σου, Κυριε. 17 Γέμισε τὰ πρόσωπά των ἀπὸ ἀτιμίαν καὶ θὰ ἀναγκασθοῦν ἐκ φόβου νὰ ζητήσουν τὸ ὄνομά σου, Κύριε.
18 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ταραχθήτωσαν εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος καὶ ἐντραπήτωσαν καὶ ἀπολέσθωσαν 18 Ας κατεντροπιασθούν, ας αναστατωθούν δια μέσου όλων των αιώνων, ας εντροπιαοθούν και ας εξολοθρευθούν. 18 Ἂς ἐντροπιασθοῦν καὶ ἂς καταληφθοῦν ἀπὸ φόβον καὶ ταραχὴν πάντοτε καὶ ἀτελευτήτως εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Καὶ ἂς κατεντροπιασθοῦν καὶ ἂς ἀπολεσθοῦν μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς·
19 καὶ γνώτωσαν ὅτι ὄνομά σοι Κύριος· σὺ μόνος ῞Υψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν. 19 Ας αναγνωρίσουν αυτοί, ότι το όνομά σου είναι Κυριος, ότι συ είσαι ο μοναδικός και Υψιστος Κυριος εις όλην την γην. 19 καὶ ἂς γνωρίσουν οἱ ἄλλοι, ὅσοι θὰ διαφύγουν τὸν ὄλεθρον, ὅτι ὄχι τὰ ὀνόματα τῶν ψευδοθεῶν των, ἀλλὰ τὸ ἰδικόν σου ὄνομα εἶναι <τὸ Κύριος>. Σὺ μόνος εἶσαι ὕψιστος ἐφ' ὅλης τῆς γῆς.