Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΨΑΛΜΟΙ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 63 (ΞΓ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ. 1 1
2 (Μασ. 64) ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ, ὁ Θεός, τῆς φωνῆς μου, ἐν τῷ δέεσθαί με πρὸς σέ, ἀπὸ φόβου ἐχθροῦ ἐξελοῦ τὴν ψυχήν μου. 2 (Μασ. 64) Ακουσε και κάμε δεκτήν, Κυριε και Θεέ μου, την προσευχήν μου τώρα που δέομαι προς σε και ελευθέρωσε την ψυχήν μου από τον φόβον, που μου εμπνέει ο εχθρός μου. 2 Εἰσάκουσον, Θεέ μου, τὴν φωνήν μου, ὅταν προσεύχωμαι καὶ ἀπευθύνω δεήσεις πρὸς σέ. Ἐλευθέρωσε τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον μου ἐμπνέει ὁ ἐχθρός.
3 ἐσκέπασάς με ἀπὸ συστροφῆς πονηρευομένων, ἀπὸ πλήθους ἐργαζομένων ἀδικίαν, 3 Σκέπασέ με και προστάτευσέ με από τας μυστικάς συνωμοσίας των πονηρών ανθρώπων και από το πλήθος των κακών ανθρώπων, που συστηματικώς εργάζονται την αδικίαν. 3 Σκέπασόν με καὶ προστάτευσόν με ἀπὸ τὰς μυστικὰς συσκέψεις καὶ ἐπιβουλὰς ἀνθρώπων, ποὺ σχεδιάζουν πονηρὰ καὶ κακὰ κατ’ ἐμοῦ, ἀπὸ πλῆθος ποὺ συστηματικῶς ἐργάζονται τὴν ἀδικίαν,
4 οἵτινες ἠκόνησαν ὡς ρομφαίαν τὰς γλώσσας αὐτῶν, ἐνέτειναν τόξον αὐτῶν πρᾶγμα πικρὸν 4 Ολοι αυτοί ηκόνησαν, ως μεγάλην μάχαιραν, τας γλώσσας των, ετέντωσαν το τόξον των και έθεσαν επάνω εις αυτό, δια να εκσφενδονίσουν εναντίον μου αντί βέλους λόγους πικρούς και συκοφαντικούς, 4 οἱ ὁποῖοι ἠκόνισαν σὰν ξίφος τὰς γλώσσας των, ἐτέντωσαν τὸ τόξον των καὶ ἔθεσαν εἰς αὐτὸ ἀντὶ βέλους πρᾶγμα πονηρόν, τὸ καταχθόνιον σχέδιόν των καὶ τοὺς δηλητηριώδεις λόγους καὶ τὰς πικρὰς συκοφαντίας των,
5 τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν ἀποκρύφοις ἄμωμον, ἐξάπινα κατατοξεύσουσιν αὐτὸν καὶ οὐ φοβηθήσονται. 5 δια να κατατοξεύσουν και κτυπήσουν υπούλως και κρυφίως τον άμεμπτον. Θέλουν αιφνιδιαστικώς να με κτυπήσουν χωρίς κανένα φόβον και δισταγμόν. 5 διὰ νὰ κατατοξεύσουν καὶ κτυπήσουν μὲ αὐτὸ ὑπούλως καὶ ἐν κρυπτῷ τὸν ἄμεμπτον· αἰφνιδίως καὶ χωρὶς αὐτὸς νὰ τὸ ὑποπτεύεται καὶ νὰ τὸ περιμένῃ θὰ τὸν κτυπήσουν καὶ δὲν θὰ φοβηθοῦν οἱ δολοφόνοι, οὔτε θὰ δοκιμάσουν δισταγμόν τινα διὰ τὴν κακοῦργον πρᾶξιν των.
6 ἐκραταίωσαν ἑαυτοῖς λόγον πονηρόν, διηγήσαντο τοῦ κρύψαι παγίδας, εἶπαν· τίς ὄψεται αὐτούς; 6 Εμελέτησαν, ετελειοποίησαν και ενίσχυσαν με κάθε τρόπον το πονηρόν σχέδιον μεταξύ των. Συνεννοήθησαν να μου στήσουν κρυφήν παγίδα και είπαν· Ποιός, άνθρωπος η ο Θεός, θα τους ίδη; Κανείς. 6 Μὲ τὰς συνεννοήσεις καὶ τὰς μεταξύ των ἐνθαρρύνσεις ἐξησφάλισαν καὶ κατέστησαν ἰσχυρὸν τὸ πονηρὸν σχέδιόν των, διότι ἔλαβον πάντα τὰ πρὸς ἐπιτυχίαν του μέτρα. Ἐξέθεσαν μεταξύ των καὶ εἰσηγήθησαν τοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ κρύψουν τὴν κατ’ ἐμοῦ παγίδα, ὥστε ἡ σύλληψίς μου εἰς αὐτὴν να εἶναι βεβαία· εἶπαν: Ποῖος θὰ ἴδῃ αὐτούς;
7 ἐξηρεύνησαν ἀνομίαν, ἐξέλιπον ἐξερευνῶντες ἐξερευνήσεις. προσελεύσεται ἄνθρωπος, καὶ καρδία βαθεῖα, 7 Επενόησαν ποικίλους τρόπους δια το καταχθόνιον έργον των. Εξηντλήθησαν μελετώντες τας μηχανορραφίας των. Καθένας από αυτούς θα με πλησιάση με δολιότητα και μοχθηρίαν. Καταχθονία είναι η καρδία των, μέσα εις την οποίαν κρύπτονται αι πονηραί των προθέσεις. 7 Ἐμελέτησαν καλῶς τὸ ἄνομον καὶ ἐγκληματικὸν σχέδιόν των, ἐξήντλησαν συζητοῦντες καὶ μελετῶντες διὰ τοῦ πολυμηχάνου νοῦ των κάθε ἐπινόησιν ἐπιβουλῆς καὶ ἐφεύρεσιν πονηράν. Θὰ πλησιάσῃ ἀπὸ αὐτοὺς ἕκαστος ἄνθρωπος καὶ ἡ καρδία του εἶναι κρυψίνους καὶ βαθεῖα, καὶ τὰς κρυπτομένας προθέσεις αὐτῆς οὐδεὶς δύναται νὰ διακρίνῃ.
8 καὶ ὑψωθήσεται, ὁ Θεός. βέλος νηπίων ἐγενήθησαν αἱ πληγαὶ αὐτῶν, 8 Τα σχέδιά των όμως δεν θα πραγματοποιηθούν. Θα υψωθή και θα νικήση ο κραταιός Θεός, ο προστάτης μου. Αι πληγαί, τας οποίας θα μου προξενήσουν, θα είναι ωσάν τας πληγάς, που προέρχονται από βέλη ριπτόμενα από νήπια. 8 Ἀλλ’ ἀντὶ να πραγματοποιηθοῦν τὰ ὀλέθρια σχέδιά των, θὰ ὑψωθῇ κραταιὸς καὶ δυνατὸς προστάτης μου ὁ Θεός· τὸ βέλος των ὑπῆρξεν ἀβλαβές· αἱ πληγαὶ ποὺ ἐπέφερε τοῦτο, εἶναι ὅμοιαι πρὸς τὰς πληγάς, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει βέλος ἐκτοξευόμενον ἀπὸ ἀδυνάτους χεῖρας νηπίων.
9 καὶ ἐξησθένησαν ἐπ᾿ αὐτοὺς αἱ γλῶσσαι αὐτῶν. ἐταράχθησαν πάντες οἱ θεωροῦντες αὐτούς, 9 Ητόνησαν και παρέλυσαν εις τα στόματά των, αι κομπορρημονούσαι γλώσσαι των. Ολοι, όσοι είδαν τας ενεργείας των και τας αποτυχίας των, εξεπλάγησαν. 9 Καὶ παρέλυσαν εἰς τὰ στόματά των αἱ γλῶσσαι των, διότι ἡ καταισχύνῃ των καὶ ἀποτυχία των ἐπέφερεν εἰς αὐτοὺς σύγχυσιν. Ὅλοι ὅσοι τοὺς ἔβλεπαν ἐταράχθησαν καὶ ἐξεπλάγησαν ἀπὸ τὸ κακοῦργον σχέδιόν των, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ματαίωσίν του ἐκ τῆς θείας ἐπεμβάσεως.
10 καὶ ἐφοβήθη πᾶς ἄνθρωπος. καὶ ἀνήγγειλαν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ποιήματα αὐτοῦ συνῆκαν. 10 Και κάθε άνθρωπος ιδών την συντριβήν των πονηρών σχεδίων των εφοβήθη και ευλαβήθη τον Θεόν. Ολοι δε διεκήρυξαν τα έργα της θαυμαστής προστασίας του Θεού, διότι κατενόησαν τα έργα αυτά ως έργα Κυρίου. 10 Καὶ ἐφοβήθη τὸν Θεὸν πᾶς ἄνθρωπος καὶ διεκήρυξαν τὰ ἔργα τῆς θαυμαστῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ καὶ κατενόησαν τὰ ποιήματα τῆς δυνάμεώς του καὶ τὴν σωφρονιστικὴν αὐτῶν σημασίαν.
11 εὐφρανθήσεται δίκαιος ἐν τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλπιεῖ ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ ἐπαινεθήσονται πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ. 11 Καθε δε δίκαιος άνθρωπος, βλέπων τα μεγαλεία του Θεού, θα ευφρανθή εν Κυρίω και θα ελπίζη περισσότερον τώρα εις αυτόν. Ολοι οι ευθείς και ειλικρινείς άνθρωποι θα δοξασθούν από τον Θεόν και από τους συνανθρώπους των. 11 Θὰ εὐφρανθῇ ὁ δίκαιος ἐπὶ τῇ ἐπεμβάσει καὶ σωτηρία ταύτῃ τοῦ Κυρίου καὶ θὰ στηρίξῃ τὴν ἐλπίδα του εἰς αὐτόν, καὶ ὅλοι οἱ εὐθεῖς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ ξένοι πρὸς πᾶσαν δολιότητα θὰ καυχηθοῦν καὶ θὰ πληροφορηθοῦν πόσον ἐπαινετὴ εἶναι ἡ εὐθύτης καὶ ἡ εἰλικρίνειά των.