Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:47
Δύση: 18:32
Σελ. 22 ημ.
301-64
13ος χρόνος, 5003η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 47 (ΜΖ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ μετὰ τοῦτο ἀνέστη Νάθαν προφητεύειν ἐν ἡμέραις Δαυίδ. 1 Επειτα παρουσιάσθη ο Ναθαν, δια να εξαγγέλλη το θέλημα του Κυρίου ως προφήτης κατά την εποχήν του Δαβίδ. 1 Καὶ μετὰ ταῦτα ἐνεφανίσθη ὁ Νάθαν, διὰ νὰ προφητεύῃ κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Δαβίδ.
2 ὥσπερ στέαρ ἀφωρισμένον ἀπὸ σωτηρίου, οὕτως Δαυὶδ ἀπὸ τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ. 2 Οπως ξεχωρίζεται το λίπος κατά την ειρηνιήην επί τη σωτηρία θυσίαν, έτσι, και ο Δαβίδ εξελέγη ανάμεσα από όλους τους Ισραηλίτας. 2 Ὅπως δὲ τὸ λίπος εἶναι ξεχωρισμένον καὶ ἐκλεκτὸν μέρος ἀπὸ τὴν εἰρηνικὴν θὐσίαν, οὕτω καὶ ὁ Δαβὶδ ἐξελέγη ἐκ μέσου τῶν Ἰσραηλιτῶν.
3 ἐν λέουσιν ἔπαιξεν ὡς ἐν ἐρίφοις καὶ ἐν ἄρκοις ὡς ἐν ἄρνασι προβάτων. 3 Αυτός κατά την νεανικήν του ηλικίαν έπαιζε με τους λέοντας ωσάν με τα ερίφια, και με τας άρκτους ωσάν με τα αρνιά των προβάτων. 3 Ἔπαιξε μὲ λέοντας σὰν μὲ ἐρίφια, καὶ μὲ ἀρκοῦδες σὰν μὲ ἀρνία προβάτων.
4 ἐν νεότητι αὐτοῦ οὐχὶ ἀπέκτεινε γίγαντα καὶ ἐξῇρεν ὀνειδισμὸν ἐκ λαοῦ ἐν τῷ ἐπᾶραι χεῖρα ἐν λίθῳ σφενδόνης καὶ καταβαλεῖν γαυρίαμα τοῦ Γολιάθ; 4 Ο Δαβίδ κατά την νεανικήν του ηλικίαν αυτός δεν εφόνευσε τον γίγαντα εκείνον τον Γολιάθ και αφήρεσε την καταισχύνην και την ύβριν από τον λαόν του Ισραήλ, όταν εσήκωσε το χέρι του, δια να εκσφενδονίση τον λίθον και να καταρρίψη την αλαζονείαν του Γολιάθ; 4 Κατὰ τὴν νεότητά του δὲν ἐφόνευσε τὸν γίγαντα Γολιὰθ καὶ ἐσήκωσε τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ὕβριν ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, ὅταν ὕψωσε τὴν χεῖρα του ὡπλισμένην μὲ λίθον εἰς σφενδόνην καὶ κατέβαλε τὴν ἔπαρσιν καὶ ἀλαζονείαν τοῦ Γολιάθ;
5 ἐπεκαλέσατο γὰρ Κύριον τὸν ῞Υψιστον καὶ ἔδωκεν ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ κράτος ἐξᾶραι ἄνθρωπον δυνατὸν ἐν πολέμῳ, ἀνυψῶσαι κέρας λαοῦ αὐτοῦ. 5 Παρεκάλεσε τον Υψιστον Κυριον, και εκείνος έδωσεν εις την δεξιάν του χείρα δύναμιν, ώστε να εξοντώση άνθρωπον δυνατόν στον πόλεμον και να ανυψώση την δύναμιν του λαού του. 5 Κατέβαλε δὲ τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ Γολιάθ, διότι ἐπεκαλέσθη τὸν Κύριον τὸν Ὕψιστον, καὶ Αὐτὸς ἔδωκεν εἰς τὴν δεξιάν του χεῖρα δύναμιν, διὰ νὰ φονεύσῃ ἄνθρωπον δυνατὸν εἰς τὸν πόλεμον καὶ διὰ νὰ ὑψώσῃ τὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ του.
6 οὕτως ἐν μυριάσιν ἐδόξασαν αὐτὸν καὶ ᾔνεσαν αὐτὸν ἐν εὐλογίαις Κυρίου ἐν τῷ φέρεσθαι αὐτῷ διάδημα δόξης· 6 Ετσι δε και τον εδόξασαν αι γυναίκες, διότι εφόνευσε μυριάδας εχθρών και του έψαλαν εγκώμια με ευλογίας προς τον Κυριον, όταν του προσέφεραν ένδοξον διάδημα, την βασιλείαν. 6 Οὕτω τὸν ἐδόξασαν διὰ τὴν κατὰ τῶν μυριάδων νίκην του, ὅπως ἐπευφήμουν αὐτὸν αἱ γυναῖκες, καὶ τὸν ἐπῄνεσαν διὰ τὰς εὐλογίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος, ὅταν προσέφερεν εἰς αὐτὸν στέμμα καὶ διάδημα ἔνδοξον.
7 ἐξέτριψε γὰρ ἐχθροὺς κυκλόθεν καὶ ἐξουδένωσε Φυλιστιεὶμ τοὺς ὑπεναντίους· ἕως σήμερον συνέτριψεν αὐτῶν κέρας. 7 Συνέτριψε τους γύρω εχθρούς και εξουδένωσε τους εχθρούς, τους Φιλισταίους. Τα συντριπτικά του κτυπήματα τους κρατούν μέχρι σήμερον αδύνατους και ταπεινωμένους. 7 Τοῦ προσέφερον δὲ διάδημα δόξης, διότι συνέτριψε τοὺς γύρω καὶ ἐξ ὅλων τῶν μερῶν ἐχθροὺς καὶ ἐξεμηδένισε τοὺς Φιλισταίους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπεναντίοι καὶ πολέμιοι, καὶ συνέτριψε τὴν δύναμίν των μέχρι σήμερον.
8 ἐν παντὶ ἔργῳ αὐτοῦ ἔδωκεν ἐξομολόγησιν ἁγίῳ ῾Υψίστῳ ρήματι δόξης· ἐν πάσῃ καρδίᾳ αὐτοῦ ὕμνησε καὶ ἠγάπησε τὸν ποιήσαντα αὐτόν. 8 Εις όλα όμως αυτού τα θαυμαστά έργα εδοξολογούσε και ευχαριστούσε τον Αγιον, τον Υψιστον Κυριον, με ύμνους δοξολογίας, και υμνολόγησε και ηγάπησε τον ποιητήν του με όλην του την καρδίαν. 8 Εἰς κάθε ἔργον του, πολεμικὸν ἢ εἰρηνικόν, ἔδωκεν εὐχαριστίαν καὶ αἶνον εἰς τὸν Ἅγιον καὶ Ὕψιστον Κύριον μὲ λόγους δοξολογίας· μὲ ὅλην του τὴν καρδίαν ὕμνησε καὶ ἠγάπησε τὸν Θεόν του, ὁ Ὁποῖος τὸν ἐδημιούργησεν.
9 καὶ ἔστησε ψαλτῳδοὺς κατέναντι τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἐξ ἠχοῦς αὐτῶν γλυκαίνειν μέλη· 9 Εγκατέστησε ψάλτας μετά οργάνων εμπρός από το θυσιαστήριον, ώστε από τον ήχον των μουσικών συνθέσεων να ακούωνται γλυκείαι αελωδίαι. 9 Ἐγκατέστησε δὲ Ψαλμῳδοὺς ἀπέναντι τοῦ Θυσιαστηρίου, ἵνα μὲ τὸν ἦχον τῶν φωνῶν των καθιστοῦν γλυκείας τὰς μελῳδίας.
10 ἔδωκεν ἐν ἑορταῖς εὐπρέπειαν καὶ ἐκόσμησε καιροὺς μέχρι συντελείας ἐν τῷ αἰνεῖν αὐτοὺς τὸ ἅγιον ὄνομα αὐτοῦ καὶ ἀπὸ πρωΐ ἠχεῖν τὸ ἁγίασμα. 10 Εδωκεν ιδιαιτέραν μεγαλοπρέπειαν εις τας εορτάς, ιδιαιτέραν λαμποότητα εις τας εορτασίμους εποχάς, και εις όλας τας λεπτομερείας ώρισε να υμνολογούν οι ψάλται το άγιον όνομα του Θεού και να αντηχούν από της πρωΐας αι ψαλμωδίαι εις την αγίαν Σκηνήν του Μαρτυρίου. 10 Προσέδωκε μεγαλοπρέπειαν εἰς τὰς ἑορτὰς καὶ καθωράϊσε τὰς πανηγύρεις μὲ πᾶσαν τελειότητα, διὰ νὰ ὑμνῆται τὸ ἅγιον Ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀντηχῇ ἡ ψαλμωδία ἀπὸ τὸ πρωῒ εἰς τὴν ἁγίαν καὶ ἱερὰν Σκηνήν.
11 Κύριος ἀφεῖλε τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ καὶ ἀνύψωσεν εἰς αἰῶνα τὸ κέρας αὐτοῦ καὶ ἔδωκεν αὐτῷ διαθήκην βασιλέων καὶ θρόνον δόξης ἐν τῷ ᾿Ισραήλ. - 11 Ο Κυριος αφήρεσε τας αμαρτίας του, εμεγάλυνε την δύναμίν του ακατάλυτον στους αιώνας, και εδωσεν εις αυτόν την υπόσχεσιν περί βασιλέων, που θα ανεδεικνύοντο από τους απογόνους του, και ανέδειξεν ένδοξον τον θρόνον του στον Ισροηλιτικόν λαόν. 11 Ὁ Κύριος ἀφήρεσε καὶ συνεχώρησε τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ καὶ ἀνύψωσεν αἰωνίως τὴν δύναμίν του καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὴν περὶ τῆς διαδοχῆς τῶν βασιλέων συμφωνίαν καὶ Διαθήκην καὶ θρόνον ἔνδοξον ἐν μέσῳ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.
12 Μετὰ τοῦτον ἀνέστη υἱὸς ἐπιστήμων καὶ δι᾿ αὐτὸν κατέλυσεν ἐν πλατυσμῷ· 12 Επειτα από αυτόν ενεφανίσθη ο σοφός υιός του ο Σολομών, ο οποίος χάριν του Δαβίδ έζησε με άνεσιν και ευτυχίαν 12 Μετ’ αὐτὸν ἐνεφανίσθη ὁ σοφὸς υἱός του, ὁ ὁποῖος χάρις καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ Δαβὶδ ἔζησεν ἄνετα καὶ χωρὶς στενοχώριας σοβαράς.
13 Σαλωμὼν ἐβασίλευσεν ἐν ἡμέραις εἰρήνης, ᾧ ὁ Θεὸς κατέπαυσε κυκλόθεν, ἵνα στήσῃ οἶκον ἐπ᾿ ὀνόματι αὐτοῦ καὶ ἑτοιμάσῃ ἁγίασμα εἰς τὸν αἰῶνα. 13 Ο Σολομών εβασίλευσεν εις καιρόν ειρήνης. Προς χάριν του ο Θεός κατέπαυσε κάθε πόλεμον κύκλω του, ώστε αυτός απερίσπαστος να ανοικοδομήση τον ναόν επ' ονόματι του Θεού και να ετοιμάση το ιερόν του Κυρίου στον αιώνα 13 Ὁ Σολομὼν ἐβασίλευσεν εἰς ἡμέρας καὶ περίοδον εἰρήνης. Εἰς τὴν ἐποχήν του ὁ Θεὸς κατέπαυσε πάντα πόλεμον ἐξ ὅλων τῶν τριγύρω του μερῶν, διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ Ναὸν εἰς τὸ Ὄνομά Του καὶ διὰ νὰ ἑτοιμάσῃ ἅγιον Θυσιαστήριον, ὑπάρχον εἰς τοὺς αἰῶνας.
14 ὡς ἐσοφίσθης ἐν νεότητί σου καὶ ἐνεπλήσθης ὡς ποταμὸς συνέσεως. 14 Ω Σολομών, πόσον σοφός υπήρξες κατά την νεότητά σου! Εγέμισες από σοφίαν, όπως πλημμυρίζη ο ποταμός από ύδατα. 14 Πόσον σοφὸς ὑπῆρξες κατὰ τὴν νεότητά σου, ὦ Σολομών, καὶ ἐπλημμύρισες ἀπὸ σύνεσιν, ὅπως ὑπερεκχειλίζει ποταμός.
15 γῆν ἐπεκάλυψεν ἡ ψυχή σου, καὶ ἐνέπλησας ἐν παραβολαῖς αἰνιγμάτων· 15 Η μεγάλη σοφή σου διάνοια εσκέπασε την γην, την εγέμισες με σοφά και βαθυστόχαστα αποφθέγματα! 15 Τὸ σοφόν σου πνεῦμα ἐσκέπασεν ὅλην τὴν γῆν, καὶ ἐγέμισες αὐτὴν μὲ ἀποφθέγματα καὶ παραβολὰς αἰνιγματώδεις.
16 εἰς νήσους πόρρω ἀφίκετο τὸ ὄνομά σου, καὶ ἠγαπήθης ἐν τῇ εἰρήνῃ σου· 16 Το όνομά σου έφθασεν εις τας γύρω μακρυνάς νήσους και ηγαπήθης δια την ειρηνικήν βασιλείαν σου. 16 Μέχρι τῶν μακρινῶν νήσων ἔφθασεν ἡ φήμη τοῦ ὀνόματός σου, καὶ ἠγαπήθης διὰ τὴν εἰρηνικὴν ζωὴν καὶ βασιλείαν σου.
17 ἐν ᾠδαῖς καὶ παροιμίαις καὶ παραβολαῖς καὶ ἐν ἑρμηνείαις ἀπεθαύμασάν σε χῶραι. 17 Ολαι αι χώραι σε εθαύμασαν δια τας ωδάς σου, τας παροιμίας σου, τας παραβολάς σου και τας σοφάς εξηγήσεις, που έδιδες. 17 Διὰ τὰς ᾠδὰς καὶ παροιμίας καὶ παραβολάς σου καὶ διὰ τὰς ἐξηγήσεις, ποὺ ἔδιδες εἰς πολλὰ μυστηριώδη, σὲ ἐθαύμασαν χῶραι πολλαί.
18 ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐπικεκλημένου Θεοῦ ᾿Ισραήλ, συνήγαγες ὡς κασσίτερον τὸ χρυσίον καὶ ὡς μόλυβδον ἐπλήθυνας ἀργύριον. 18 Εν ονόματι Κυρίου του Θεού σου, ο οποίος είναι Θεός του ισραηλιτικού λαού, συνεκέντρωσες το χρυσίον, ωσάν τον κασσίτερον, και απροσμέτρητον πλήθος αργυρίου, ωσάν τον μόλυβδον. 18 Ἐν ὀνόματι καὶ εἰς δόξαν Κυρίου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔχει ὀνομασθῇ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, συνήθροισες σὰν κασσίτερον τὸν χρυσὸν καὶ σὰν μόλυβδον ἐσώρευσες εἰς πλῆθος τὸν ἄργυρον.
19 παρανέκλινας τὰς λαγόνας σου γυναιξὶ καὶ ἐνεξουσιάσθης ἐν τῷ σώματί σου· 19 Παρεδόθης όμως δια φιληδονίαν εις τας γυναίκας και έδωκες εις αυτάς εξουσίαν επί του σώματός σου. 19 Ἐξάπλωσες ὅμως τὰ πλευρά σου πλησίον γυναικῶν καὶ κατέστης ὑπεξούσιος καὶ δοῦλος εἰς τὸ σῶμα σου καὶ τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ.
20 ἔδωκας μῶμον ἐν τῇ δόξῃ σου καὶ ἐβεβήλωσας τὸ σπέρμα σου ἐπαγαγεῖν ὀργὴν ἐπὶ τὰ τέκνα σου καὶ κατενύγην ἐπὶ τῇ ἀφροσύνῃ σου, 20 Εξ αιτίας των πτώσεών σου αυτών προσήψες κηλίδας στο ένδοξον όνομά σου, εβεβήλωσες τους απογόνους σου, ώοτε να επέλθη η οργή του Θεού εναντίον των τέκνων σου. Εγώ, όταν επληροφορηθην αυτά, επόνεσα βαθύτατα και έκλαυσα δι' αυτήν σου την αφροσύνην. 20 Προσέδωκες μομφὴν καὶ δυσφήμησιν εἰς τὸ ἔνδοξον ὄνομά σου, ἐμόλυνες δὲ καὶ ἐβεβήλωσες τοὺς ἀπογόνους σου, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεία ὀργὴ εἰς τὰ τέκνα σου· καὶ ἐγὼ ἔκλαυσα διὰ τὴν ἀφροσύνην σου.
21 γενέσθαι δίχα τυραννίδα καὶ ἐξ ᾿Εφραὶμ ἄρξαι βασιλείαν ἀπειθῆ. 21 Εγινες αιτία να διαιρεθή το βασίλειόν σου εις δύο και η φυλή Εφραίμ να γίνη αρχηγός εις μίαν βασιλείαν ανυπάκουον και ασεβή. 21 Ἔγινες αἰτία νὰ διαιρεθῇ εἰς τὰ δύο ἡ βασιλεία σου καὶ ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἐφραὶμ νὰ ἀρχίσῃ βασιλεία ἀπειθὴς εἰς τὸν Θεόν.
22 ὁ δὲ Κύριος οὐ μὴ καταλίπῃ τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ διαφθείρῃ ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, οὐδὲ μὴ ἐξαλείψῃ ἐκλεκτοῦ αὐτοῦ ἔκγονα καὶ σπέρμα τοῦ ἀγαπήσαντος αὐτὸν οὐ μὴ ἐξάρῃ· καὶ τῷ ᾿Ιακὼβ ἔδωκε κατάλειμμα καὶ τῷ Δαυὶδ ἐξ αὐτοῦ ρίζαν. - 22 Ομως ο Κυριος δεν θα απαρνηθή το έλεός του και δεν θα επιτρέψη κανένα εκ των έργων του να καταστραφή. Δεν θα εξολοθρεύση τους απογόνους του Δαβίδ, του εκλεκτού αυτού ανθρώπου του. Δεν θα εξαφανίση το σπέρμα του Δαβίδ, ο οποίος τόσον τον είχεν αγαπήσει, θα αφήση στον Ιακώβ απογόνους και στον Δαβίδ μίαν ρίζαν, που θα εξέλθη από αυτόν. 22 Ὁ Κύριος ὅμως δεv θὰ ἐγκαταλείψῃ καὶ δὲν θὰ σηκώσῃ τὸ ἔλεός του καὶ δὲν θὰ καταστρέψῃ κανὲν ἀπὸ τὰ ἔργα του, οὔτε θὰ ἐξαφανίσῃ τοὺς ἀπογόνους τοῦ ἐκλεκτοῦ του, τοῦ Δαβὶδ δηλαδή· τὸ δὲ γένος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸν ἠγάπησε, δὲν θὰ τὸ ἐξολοθρεύσῃ. Καὶ ἔδωκε πράγματι εἰς τὸν Ἰακὼβ ὑπόλοιπον ἀπογόνων καὶ εἰς τὸν Δαβὶδ ἀφῆκε ρίζαν ἀπὸ αὐτόν.
23 Καὶ ἀνεπαύσατο Σαλωμὼν μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ κατέλιπε μετ᾿ αὐτὸν ἐκ τοῦ σπέρματος αὐτοῦ λαοῦ ἀφροσύνην καὶ ἐλασσούμενον συνέσει, Ροβοάμ, ὃς ἀπέστησε λαὸν ἐκ βουλῆς αὐτοῦ, καὶ ῾Ιεροβοὰμ υἱὸν Ναβάτ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν ᾿Ισραὴλ καὶ ἔδωκε τῷ ᾿Εφραὶμ ὁδὸν ἁμαρτίας. 23 Οταν ο Σολομών ανεπαύθη μετά των πατέρων του, αφήκε διάδοχόν του ένα υιόν του, τον Ροβοάμ, την προσωποποίησα της αφροσύνης, ο οποίος εστερείτο συνέσεως. Αυτός εξώθησε τον λαόν εις αποστασίαν από το θέλημα του Κυρίου. Αυτός με την αωροσύνην του αφήκε τον Ιεροβοάμ, υιόν του Ναβάτ και εξώθησε εις την αμαρτωλήν ζωήν του Ισραηλίτας και ήνοιξεν οδόν αμαρτίας δια την φυλήν του Εφραίμ. 23 Καὶ ἀνεπαύθη ὁ Σολομὼν μετὰ τῶν προγόνων του καὶ ἀφῆκε μετ’ αὐτὸν διάδοχόν του ἕνα ἐκ τῶν ἀπογόνων του, τὸν Ροβοάμ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἡ ἀφροσύνη τοῦ λαοῦ καὶ ἐστερεῖτο ὁλοτελῶς συνέσεως. Αὐτὸς ἀπεμάκρυνε τὸν λαὸν ἀπὸ τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ἀφῆκε τὸν Ἱεροβοάμ, τὸν υἱὸν τοῦ Ναβάτ, ὁ ὁποῖος ἐξώθησεν εἰς ἁμαρτίας τοὺς Ἰσραηλίτας καὶ ἤνοιξεν εἰς τὴν φυλὴν τοῦ Ἐφραὶμ τὸν δρόμον τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς διαφθορᾶς.
24 καὶ ἐπληθύνθησαν αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν σφόδρα ἀποστῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ τῆς γῆς αὐτῶν· 24 Ετσι δε επληθύνθησαν πάρα πολύ αι αμαρτία στον βασίλειον του Ισραήλ, αι οποίαι και υπήρξαν αιτία να απομακρυνθούν και εξορισθούν αυτοί από την γην των ποτέρων των. 24 Καὶ ἔγιναν πάρα πολλαὶ εἰς πλῆθος αἱ ἁμαρτίαι των, ὥστε ὁ Θεὸς τοὺς ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν χώραν των διὰ τῆς αἰχμαλωσίας.
25 καὶ πᾶσαν πονηρίαν ἐξεζήτησαν, ἕως ἐκδίκησις ἔλθῃ ἐπ᾿ αὐτούς. 25 Ανεζήτησαν και διέπραξαν κάθε είδος κακίας, μέχρις ότου εξέσπασεν εναντίον αυτών η δικαία μεγάλη τιμωρία εκ μέρους του Θεού. 25 Καὶ ἐπεδίωξαν πᾶν εἶδος πονηρίας καὶ κακίας, μέχρις οὗ ἡ θεία τιμωρία καὶ ἐκδίκησις ἦλθεν ἐπ’ αὐτῶν.