Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:47
Δύση: 18:32
Σελ. 22 ημ.
301-64
13ος χρόνος, 5003η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26 (ΚϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΓΥΝΑΙΚΟΣ ἀγαθῆς μακάριος ὁ ἀνήρ, καὶ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ διπλάσιος. 1 Ευτυχής είναι ο άνδρας εκείνος, ο οποίος έχει ενάρετον σύζυγον. Ο αριθμός των ετών της ζωής του θα διπλασιασθή. 1 Τῆς ἀγαθῆς καὶ ἐναρέτου γυναικὸς ὁ σύζυγος εἶναι εὐτυχής, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν τῆς ζωῆς του θὰ γίνῃ διπλάσιος.
2 γυνὴ ἀνδρεία εὐφραίνει τὸν ἄνδρα αὐτῆς, καὶ τὰ ἔτη αὐτοῦ πληρώσει ἐν εἰρήνῃ. 2 Γυνή δραστηρία και εργατική ευφραίνει τον άνδρα της, τα δε έτη της ζωής του θα είναι γεμάτα από ειρήνην. 2 Ἐνάρετος καὶ δραστηρία γυνὴ εὐφραίνει καὶ καλοκαρδίζει τὸν ἄνδρα της, καὶ τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του θὰ τὰ γεμίσῃ μὲ ἀνάπαυσιν καὶ εἰρήνην.
3 γυνὴ ἀγαθὴ μερὶς ἀγαθή, ἐν μερίδι φοβουμένων Κύριον δοθήσεται. 3 Ενάρετος γυνή είναι αγαθόν δώρον, που προσφέρεται από τον Κυριον εις εκείνους, οι οποίοι τον φοβούνται. 3 Ἡ ἐνάρετος καὶ καλὴ γυνὴ εἶναι μερίδιον καὶ δῶρον ἐκλεκτὸν καὶ πολύτιμον, θὰ δοθῇ δὲ εἰς ἐκείνην τὴν μερίδα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὸν Κύριον.
4 πλουσίου δὲ καὶ πτωχοῦ καρδία ἀγαθή, ἐν παντὶ καιρῷ πρόσωπον ἱλαρόν. 4 Του πλουσίου και του πτωχού η καρδία είναι χαρούμενη και εις κάθε περίστασιν το πρόσωπον των είναι ιλαρόν, εάν έχουν σύζυγον αγαθήν. 4 Χάρις εἰς τὴν καλὴν σύζυγον των, ὅλοι οἱ ἄνδρες θὰ εἶναι εὐτυχεῖς. Καὶ τοῦ πλουσίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ πτωχοῦ συζύγου ἡ καρδία θὰ εἶναι εὐχαριστημένη καὶ ἰκανοποιημένη, εἰς πάντα δὲ καιρὸν τὸ πρόσωπόν του θὰ εἶναι εἰρηνικὸν καὶ χαρούμενον.
5 ἀπὸ τριῶν εὐλαβήθη ἡ καρδία μου, καὶ ἐπὶ τῷ τετάρτῳ προσώπῳ ἐδεήθην· διαβολὴν πόλεως, καὶ ἐκκλησίαν ὄχλου, καὶ καταψευσμόν, ὑπὲρ θάνατον πάντα μοχθηρά. 5 Από τρία πράγματα εφοβήθη η καρδία μου, δια δε το τέταρτον ηλλοιώθη από φόβον το πρόσωπόν μου. Πρώτον, συκοφαντίαν ολοκλήρου πόλεως. Δεύτερον, στασιάσαντα όχλον. Τρίτον, φοβεράν ψευδολογίαν. Ολα αυτά είναι χειρότερα και από τον θάνατον. 5 Ἀπὸ τρία πράγματα ἐφοβήθη ἡ καρδία μου καὶ διὰ τὸ τέταρτον, τὸ χειρότερον ἀπὸ αὐτά, μὲ τὸ πρόσωπον κάτω παρεκάλεσα τὸν Θεὸν νὰ μὲ φυλάξῃ· δηλαδὴ ἐφοβήθην ἀπὸ συκοφαντίαν διαδιδομένην εἰς ὁλόκληρον πόλιν, ἐφοβήθην καὶ ὀχλοκρατικὴν σύναξιν καὶ τρίτον, ἐφοβήθην ψευδῆ καταγγελίαν καὶ κατηγορίαν πάντα ταῦτα εἶναι χειρότερα ἀπὸ τὸν θάνατον.
6 ἄλγος καρδίας καὶ πένθος γυνὴ ἀντίζηλος ἐπὶ γυναικὶ καὶ μάστιξ γλώσσης πᾶσιν ἐπικοινωνοῦσα. 6 Το τέταρτον όμως και φοβερότερον είναι ο βαθύς πόνος της καρδίας και πένθος ψυχής εξ αιτίας γυναικός, η οποία ζηλεύει άλλας γυναίκας. Η γλώσσα της γίνεται πλέον μαστίγιον εναντίον όλων εκείνων, με τους οποίους έρχεται εις επικοινωνίαν. 6 Τὸ τέταρτον ὅμως καὶ χειρότερον εἶναι ὁ πόνος τῆς καρδίας καὶ τὸ πένθος, ποὺ προκαλεῖ εἰς τὸν ἄνδρα τὸν ἔχοντα περισσοτέρας συζύγους μία ἀπὸ αὐτάς, ζηλότυπος δι’ ἄλλην γυναῖκα, καὶ ἡ μάστιγα τῆς κακογλωσσιᾶς της πρὸς ὅλους, ὅσοι ἔρχονται εἰς σχέσιν καὶ ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτῆς.
7 βοοζύγιον σαλευόμενον γυνὴ πονηρά, ὁ κρατῶν αὐτῆς ὡς ὁ δρασσόμενος σκορπίου. 7 Η κακή γυναίκα είναι ένας αταίριαστος και κλονιζόμενος ζυγός βοϊδιών. Οποιος θα επιχειρήση να έλθη εις επαφήν και να κυριαρχήση εις αυτήν, είναι σαν εκείνον, που πιάνει με τα χέρια του σκορπιόν. 7 Ζυγὸς συρόμενος ἀπὸ βόδια ἐξωργισμένα, ποὺ σαλεύεται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ χωρὶς νὰ προχωρῇ, ὁμοιάζει ἡ συμβίωσις μετὰ γυναικὸς πονηρᾶς· αὐτὸς ποὺ κατέχει αὐτήν, ὁμοιάζει πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ποὺ ἔχει πιάσει εἰς τὴν χεῖρα του σκορπιόν.
8 ὀργὴ μεγάλη γυνὴ μέθυσος καὶ ἀσχημοσύνην αὐτῆς οὐ συγκαλύψει. 8 Μεγάλη δυστυχία και οργή είναι η μέθυσος γυναίκα. Αυτή δεν σκεπάζει όσα δια λόγους εντροπής πρέπει να είναι συγκεκαλυμμένα. 8 Μεγάλην ἀγανάκτησιν καὶ ὀργὴν προκαλεῖ ἡ μέθυσος γυνή· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαλύψῃ καὶ νὰ συγκρατήσῃ τὴν ἀδιαντροπιὰν καὶ τὸν ἐξευτελισμόν της.
9 πορνεία γυναικὸς ἐν μετεωρισμοῖς ὀφθαλμῶν καὶ ἐν τοῖς βλεφάροις αὐτῆς γνωσθήσεται. 9 Η πορνεία της γυναικός φαίνεται από την ζωηρότητα και την αναισχυντίαν των οφθαλμών της, γίνεται γνωστή και από αυτά ακόμη τα βλέφαρά της. 9 Ἡ πόρνη γυνὴ γίνεται γνωστὴ ἀπὸ τὴν ἄτακτον καὶ περίεργον περιφορὰν τῶν ὀφθαλμῶν της καὶ τὸ ἀνοιγοκλείσιμον καὶ βάψιμον τῶν βλεφάρων της.
10 ἐπὶ θυγατρὶ ἀδιατρέπτῳ στερέωσον φυλακήν, ἵνα μὴ εὑροῦσα ἄνεσιν ἑαυτῇ χρήσηται. 10 Πρόσεξε πολύ και παρακολούθησε συνεχώς την αδιάντροπον θυγατέρα, μήπως τυχόν αυτή, εκμεταλλευόμενη την αμέλειάν σου, κάμη κακήν χρήσιν εις βάρος της. 10 Καθ' ἣν περίπτωσιν ἡ θυγάτηρ σου δὲν ἀποτρέπεται καὶ δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοὺς ἄνδρας, βάλε στερεὰν καὶ συνεχῆ ἐπιτήρησιν ἐπ’ αὐτῆς, ἵνα μή, εὑροῦσα εὐκαιρίαν καὶ ἐλευθερίαν, καταχρασθῇ τὸν ἑαυτόν της καὶ πάθη κακόν τι.
11 ὀπίσω ἀναιδοῦς ὀφθαλμοῦ φύλαξαι, καὶ μὴ θαυμάσῃς ἐὰν εἰς σὲ πλημμελήσῃ· 11 Πρόσεξε τα αναιδή βλέμματα της και μη εκπλαγής, εάν και προς σε τον ίδιον αυθαδιάση. 11 Φυλάξου καὶ σὺ νὰ μὴ παρασυρθῇς ὀπίσω ἀναιδοῦς ὀφθαλμοῦ ἀδιαντρόπου γυναικός, καὶ μὴ ἐκπλαγῇς, ἐὰν ἀπροσεκτήσας παρασυρθῇς καὶ διαπράξῃς τὸ κακόν.
12 ὡς διψῶν ὁδοιπόρος τὸ στόμα ἀνοίξει, καὶ ἀπὸ παντὸς ὕδατος τοῦ σύνεγγυς πίεται, κατέναντι παντὸς πασσάλου καθήσεται καὶ ἔναντι βέλους ἀνοίξει φαρέτραν. 12 Η κόρη αυτή, σαν διψασμένος οδοιπόρος, θα ανοίξη το στόμα της, και θα ρουφήση κάθε νερό, που θα συναντήση. Θα καθίση απέναντι οποιουδήποτε πασσάλου και εις κάθε πονηρόν βέλος θα ανοίξη την φαρέτραν της. 12 Ὅπως ὁ διψασμένος ὁδοιπόρος, ἀνοίγει τὸ στόμα της διὰ νὰ πίῃ ἀπὸ κάθε νερό, ποὺ θὰ εὑρεθῇ πλησίον της· θὰ καθήσῃ ἀπέναντι ἀπὸ κάθε πάσσαλον καὶ θὰ ἀνοίξῃ τὴν βελοθήκην διὰ νὰ δεχθῇ κάθε βέλος.
13 χάρις γυναικὸς τέρψει τὸν ἄνδρα αὐτῆς, καὶ τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ πιανεῖ ἡ ἐπιστήμη αὐτῆς. 13 Ομως η χάρις, η ψυχική ευγένεια και καλωσύνη της συζύγου τέρπει τον άνδρα της. Η δε ορθοφροσύνη και η καλή διαγωγή της θα στερεώσουν και θα θρέψουν τα οστά του. 13 Ἡ χάρις καὶ ἡ καλωσύνη μιᾶς γυναικὸς θὰ χαροποιήσῃ τὸν ἄνδρα της, καὶ ἡ διάκρισις καὶ ἡ σύνεσίς της θὰ λιπάνῃ καὶ θὰ θρέψῃ τὰ ὀστᾶ του, προσδίδουσα εἰς αὐτὸν δύναμιν καὶ ἰσχύν.
14 δόσις Κυρίου γυνὴ σιγηρά, καὶ οὐκ ἔστιν ἀντάλλαγμα πεπαιδευμένης ψυχῆς. 14 Δωρεά Θεού είναι γυνή σιωπηλή. Δεν υπάρχει δε κανένα αντάλλαγμα μιας γυναικείας ψυχής, μορφωμένης κατά Θεόν. 14 Δῶρον τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ σιωπηλὴ γυναῖκα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντάλλαγμα γυναικείας ψυχῆς μορφωμένης καὶ παιδαγωγημένης.
15 χάρις ἐπὶ χάριτι γυνὴ αἰσχυντηρά, καὶ οὐκ ἔστι σταθμὸς πᾶς ἄξιος ἐγκρατοῦς ψυχῆς. 15 Η εντροπαλή και συνεσταλμένη σύζυγος είναι διπλή χάρις παρά του Θεού, και δεν υπάρχει ζύγι ικανόν, να σταθμίση την αξίαν της ενάρετου αυτής ψυχής. 15 Χάριν ἐπάνω εἰς ἄλλην χάριν ἀποτελεῖ ἡ ἐντροπαλὴ καὶ σεμνὴ γυναῖκα, καὶ δὲν ὑπάρχει ζύγιον οἰονδήποτε ἀντάξιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ζυγισθῇ ἡ ἀξία τῆς κυριαρχούσης ἐφ’ ἑαυτῆς καὶ ἐγκρατοῦς ταύτης ψυχῆς.
16 ἥλιος ἀνατέλλων ἐν ὑψίστοις Κυρίου καὶ κάλλος ἀγαθῆς γυναικὸς ἐν κόσμῳ οἰκίας αὐτῆς. 16 Οπως ο ανατέλλων ήλιος εις τα ύψη του ουρανού του Κυρίου, έτσι και το ψυχικόν κάλλος της εναρέτου γυναικός λάμπει μέσα στον στολισμόν της οικίας της. 16 Σὰν τὸν ἥλιον, ὁ ὁποῖος ἀνατέλλει καὶ ἀναβαίνει εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ τοῦ Κυρίου, ἔτσι καὶ τὸ κάλλος τῆς ἐναρέτου γυναικὸς λάμπει εἰς τὸν στολισμὸν τοῦ οἴκου της.
17 λύχνος ἐκλάμπων ἐπὶ λυχνίας ἁγίας καὶ κάλλος προσώπου ἐπὶ ἡλικίᾳ στασίμῃ. 17 Οπως λάμπει ο λύχνος επάνω εις την ιεράν επτάφωτον λυχνίαν, έτσι ακτινοβολεί και η ωραιότης του προσώπου της στο καμαρωτόν σώμα της. 17 Σὰν λύχνος, ποὺ λάμπει ἐπὶ λυχνοστάτου ἁγίου, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ εὐμορφία τοῦ προσώπου της ἐπὶ ἀναστήματος καλοδεμένου.
18 στύλοι χρύσεοι ἐπὶ βάσεως ἀργυρᾶς καὶ πόδες ὡραῖοι ἐπὶ στέρνοις εὐσταθοῦς. 18 Οπως είναι οι χρυσοί στύλοι επάνω εις τα αργυρά βάθρα των, έτσι και οι ωραίοι πόδες στηρίζουν το καλοδεμένον στήθος, το ωραίον σώμα της. 18 Σὰν στῦλοι χρυσοὶ ἐπὶ βάσεως ἀργυρᾶς, ἔτσι εἶναι καὶ οἱ ὡραῖοι πόδες της, ὑποβαστάζοντες καλοδεμένον στῆθος.
19 [Τέκνον, ἀκμὴν ἡλικίας σου συντήρησον ὑγιῆ, καὶ μὴ δῷς ἀλλοτρίοις τὴν ἰσχύν σου. 19 Παιδί μου, κατά το άνθος της ηλικίας σου φύλαξε υγιή τον εαυτόν σου, και μη εκδαπανήσης εις ξένα πρόσωπα την δύναμίν σου. 19 Τέκνον μου, τὸ ἄνθος καὶ τὴν ἀκμὴν τῆς ἡλικίας σου φύλαξέ την ὑγιῆ καὶ μὴ δώσῃς τὴν δύναμίν σου εἰς ξένους καὶ εἰς γυναῖκας ἀγνώστους.
20 ἀναζητήσας παντὸς πεδίου εὔγειον κλῆρον σπεῖρε τὰ ἴδια σπέρματα πεποιθὼς τῇ εὐγενείᾳ σου· 20 Αλλά, αφού αναζητήσης εις κάθε αγρόν καλόν έδαφος, αγαθήν γυναίκα, σπείρε εκεί τα σπέρματά σου με την πεποίθησιν, ότι θα αποκτήσης γνησίους και καλούς απογόνους. 20 Ἀφοῦ ζητήσῃς εἰς κάθε τόπον ἀγρόν (=γυναῖκα) μὲ καλὸν ἔδαφος καὶ εὔφορον χῶμα, σπεῖρε ἐκεῖ τὰ σπέρματά σου μὲ πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν γνησιότητα καὶ καθαρότητα τῶν ἀπογόνων καὶ τῆς γενεᾶς σου.
21 οὕτως τὰ γενήματά σου περιόντα καὶ παρρησίαν εὐγενείας ἔχοντα μεγαλυνοῦσι. 21 Ετσι τα παιδιά σου θα ευρίσκονται γύρω σου και με το θάρρος, που τους δίνει η γνησιότης και ευγένεια της καταγωγής των, θα μεγαλώνουν. 21 Ἔτσι τὰ παιδιὰ καὶ γεννήματά σου, ποὺ θὰ σὲ περιβάλλουν καὶ θὰ ἔχουν τὴν παρρησίαν τῆς γνησίας καταγωγῆς των, θὰ μεγαλώνουν τιμημένα.
22 γυνὴ μισθία ἴση σιάλῳ λογισθήσεται, ὕπανδρος δὲ πύργος θανάτου τοῖς χρωμένοις λογισθήσεται. 22 Γυνή που πωλείται αναιδώς είναι σιχαμερή ωσάν το σάλιο, η δε πιστή σύζυγος θα φανή πύργος, που εκτοξεύει τον θάνατον εναντίον εκείνων, οι οποίοι με πονηράν διάθεσιν θα σκεφθούν να την πλησιάσουν. 22 Ἡ μισθωμένη γυναῖκα θὰ ὑπολογίζεται ἴση πρὸς τὸν σίελον, ὁ ὁποῖος εὔκολα καὶ μετ’ ἀηδίας ἀποπτύεται, ἡ ὑπανδρευμένη ὅμως καὶ τιμία θὰ παρουσιασθῇ σὰν πύργος θανάτου εἰς ὅσους θὰ ἀποπειραθοῦν νὰ τὴν μεταχειρισθοῦν ὡς προστυχόν.
23 γυνὴ ἀσεβὴς ἀνόμῳ μερὶς δοθήσεται, εὐσεβὴς δὲ δίδοται τῷ φοβουμένῳ τὸν Κύριον. 23 Η ασεβής όμως γυνή παραχωρείται ως τιμωρία στον ασεβή άνδρα, η δε ευσεβής γυναίκα δίδεται προς εκείνον, που φοβείται τον Κυριον. 23 Ἡ ἀσεβῇς γυναῖκα θὰ δοθῇ μερίδιον καὶ κληρονομία εἰς παραβάτην τοῦ θείου Νόμου, ἡ εὐσεβὴς δὲ γυναῖκα δίδεται εἰς ἐκεῖνον ποὺ φοβεῖται τὸν Θεόν.
24 γυνὴ ἀσχήμων ἀτιμίαν κατατρίψει, θυγάτηρ δὲ εὐσχήμων καὶ τὸν ἄνδρα ἐντραπήσεται. 24 Γυνή αναίσχυντος θα περιπέση και θα καταπίη κάθε αναισχυντίαν, η δε συνεσταλμένη και εντροπαλή κόρη θα εντραπή και τον μέλλοντα σύζυγόν της. 24 Ἡ ἀδιάντροπος γυναῖκα θὰ περιφρονήσῃ πᾶσαν μομφὴν καὶ ἐπίκρισιν ἀτιμάζουσαν αὐτήν, ἐνῷ ἡ σεμνὴ καὶ ἐντροπαλὴ κόρη θὰ ἐντραπῇ καὶ αὐτὸν τὸν ἄνδρα της.
25 γυνὴ ἀδιάτρεπτος ὡς κύων λογισθήσεται, ἡ δὲ ἔχουσα αἰσχύνην τὸν Κύριον φοβηθήσεται. 25 Γυνή αδιάντροπος θα θεωρήται ωσάν σκύλα, η συνεσταλμένη όμως και ντροπαλή θα φοβήται τον Κυριον. 25 Ἡ ἀδιάντροπος γυναῖκα, ἡ μὴ ἀποτρεπομένη ἀπὸ τὸ κακόν, ἀλλ' ἐπιμένουσα εἰς αὐτό, θὰ θεωρηθῇ ὁμοία πρὸς σκύλον, αὐτὴ δὲ ποὺ ἔχει ἐντροπὴν καὶ συστολήν, θὰ φοβῆται τὸν Θεόν
26 γυνὴ ἄνδρα ἴδιον τιμῶσα σοφὴ πᾶσι φανήσεται, ἀτιμάζουσα δὲ ἐν ὑπερηφανίᾳ ἀσεβὴς πᾶσι γνωσθήσεται. γυναικὸς ἀγαθῆς μακάριος ὁ ἀνήρ, ὁ γὰρ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν αὐτοῦ διπλάσιος ἔσται. 26 Γυνή, η οποία τιμά τον σύζυγόν της, θα φανή εις όλους, όπως και είναι πράγματι, σοφή. Εξ αντιθέτου γυναίκα ασεβής και αλαζονική, που εξευτελίζει τον άνδρα της, θα γίνη γνωστή ως τοιαύτη εις όλους. Ευτυχής είναι ο άνδρας, που επήρε σύζυγον ενάρετον. Ο αριθμός των ετών του θα είναι διπλάσιος. 26 Γυναῖκα ἡ ὁποία τιμᾷ τὸν ἄνδρα της, θὰ φανῇ εἰς ὅλους συνετὴ καὶ σοφή, ἐκείνη ὅμως ποὺ λόγῳ τοῦ ἐγωϊσμοῦ καὶ τῆς ὑπερηφανείας της ἀτιμάζει καὶ περιφρονεῖ τὸν ἄνδρα της, θὰ καταστῇ γνωστὴ εἰς ὅλους ὡς ἀσεβής. Μακάριος καὶ εὐτυχὴς εἶναι ὁ ἄνδρας τῆς ἐναρέτου γυναικός. Εἶναι δὲ οὗτος εὐτυχὴς καὶ διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς του θὰ διπλασιασθῇ.
27 γυνὴ μεγαλόφωνος καὶ γλωσσώδης ὡς σάλπιγξ πολέμων εἰς τροπὴν θεωρηθήσεται, ἀνθρώπου δὲ παντὸς ψυχὴ ὁμοιότροπος τούτοις, πολέμου ἀκαταστασίαις τὴν ψυχὴν διαιτηθήσεται]. 27 Γυνή, που κραυγάζει και έχει μεγάλην γλώσσαν, ομοιάζει με πολεμικήν σάλπιγγα, που τρέπει εις φυγήν εχθρόν. Και παντός ανθρώπου ψυχή υπό τοιαύτας συνθήκας θα διέρχεται ζωήν ακατάστατον και πολεμικήν. 27 Γυναῖκα ποὺ ἐξαπολύει φωνὰς καὶ κραυγάς, ἔχει δὲ καὶ μεγάλην γλῶσσαν, ὁμοιάζει πρὸς πολεμικὴν σάλπιγγα, ἡ ὁποία σαλπίζει ὑποχώρησιν καὶ δίδει τὸ σύνθημα τῆς φυγῆς. Ἔτσι καὶ πᾶσα ψυχὴ ἀνδρός, ὑπὸ παρομοίας συνθήκας πρὸς τοὺς ἐν πολέμῳ φυγαδευομένους εὑρισκομένη, θὰ διαιτᾶται καὶ θὰ περνᾷ ζωὴν μὲ πολεμικὰς ἀκαταστασίας καὶ ἀναστατώσεις.
28 - ᾿Επὶ δυσὶ λελύπηται ἡ καρδία μου, καὶ ἐπὶ τῷ τρίτῳ θυμός μοι ἐπῆλθεν· ἀνὴρ πολεμιστὴς ὑστερῶν δι᾿ ἔνδειαν, καὶ ἄνδρες συνετοὶ ἐὰν σκυβαλισθῶσιν, ἐπανάγων ἀπὸ δικαιοσύνης ἐπὶ ἁμαρτίαν· ὁ Κύριος ἑτοιμάσει εἰς ρομφαίαν αὐτόν. 28 Δια δύο πράγματα λυπείται η καρδία μου· κάποιο δε τρίτον εξεγείρει την αγανάκτησίν μου· πρώτον, ανήρ ο οποίος επολέμησε δια την πατρίδα του και έχει καταπέσει εις πτωχείαν. Δεύτερον, άνδρες συνετοί, εάν θεωρηθούν ως σκύβαλα και παραμερισθούν. Τρίτον δε και χειρότερον, άνθρωπος ο οποίος από τον δρόμον της αρετής μεταπηδά εις τα αδιέξοδα της αμαρτίας. Ο Κυριος τον ετοιμάζει δια την μάχαιραν της οργής του. 28 Διὰ δύο πράγματα ἔχει λυπηθῇ ἡ καρδία μου καὶ δι’ ἕνα τρίτον μὲ κατέλαβε θυμὸς καὶ ἀγανάκτησις· τὸ πρῶτον, ποὺ μὲ ἐλύπησεν, εἶναι ἄνθρωπος, ποὺ ἐπολέμησε διὰ τὴν πατρίδα του, νὰ ὑστερῆται καὶ νὰ ὑποφέρῃ ἀπὸ πτωχείαν τὸ δεύτερον, ἐὰν περιφρονηθοῦν καὶ παραμερισθοῦν σὰν σκύβαλα ἄνδρες συνετοὶ καὶ ἐνάρετοι· ἠγανάκτησα δὲ δι’ ἐκεῖνον, ποὺ ἐπανέρχεται καὶ ξαναγυρίζει ἀπὸ τὴν ἀρετὴν εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Ὁ Κύριος θὰ τὸν ἐτοιμάσῃ διὰ τὴν μάχαιραν.
29 Μόλις ἐξελεῖται ἔμπορος ἀπὸ πλημμελείας, καὶ οὐ δικαιωθήσεται κάπηλος ἀπὸ ἁμαρτίας. 29 Ενας έμπορος μόλις και μετά δυσκολίας θα αποφύγη την αδικίαν. Ο μεταπράτης όμως δεν θα κατορθώση, να απαλλαγή από την αμαρτίαν. 29 Μόλις καὶ μετὰ δυσκολίας θὰ ἀποφύγῃ ὁ ἔμπορος τὴν ἀδικίαν, καὶ ὁ μικροπωλητὴς μεταπράτης δὲν θὰ ἀπαλλαγῇ ποτὲ ἀπὸ ἁμαρτίαν.