Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36 (ΛϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΛΕΗΣΟΝ ἡμᾶς, δέσποτα ὁ Θεὸς πάντων, καὶ ἐπίβλεψον καὶ ἐπίβαλε τὸν φόβον σου ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη· 1 Ελέησον ημάς, δεσπότα ο Θεός των πάντων. Σε παρακαλούμεν επίβλεψε και επίβαλε τον φόβον σου εις όλα τα έθνη. 1 Ελέησον μᾶς, δεσπότα Θεὲ ὄχι μόνον τῶν Ἰουδαίων, ἄλλα καὶ πάντων τῶν ἐθνῶν καὶ δημιουργημάτων, καὶ ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς δόξης σου ρῖψε τὸ βλέμμα σου καὶ διὰ τῆς ἀκατανικήτου δυνάμεώς σου ἔμβαλε τὸν πρὸς Σὲ φόβον εἰς ὅλα τὰ ἔθνη.
2 ἔπαρον τὴν χεῖρά σου ἐπὶ ἔθνη ἀλλότρια, καὶ ἰδέτωσαν τὴν δυναστείαν σου. 2 Υψωσε το παντοδύναμόν σου χέρι εναντίον των ξένων ασεβών εθνών· ας ίδουν και ας μάθουν εκείνοι την παντοδυναμίαν σου. 2 Ὕψωσε τὴν παντοδύναμον χεῖρα σου ἐναντίον τῶν ξένων ἐθνῶν, καὶ ἂς ἴδουν ταῦτα διὰ τῶν πραγμάτων τὴν κραταιὰν δύναμίν σου.
3 ὥσπερ ἐνώπιον αὐτῶν ἡγιάσθης ἐν ἡμῖν, οὕτως ἐνώπιον ἡμῶν μεγαλυνθείης ἐν αὐτοῖς· 3 Οπως, Κυριε, κατά την παλαιάν εποχήν, εφανέρωσες την αγιότητά σου ενώπιον των εχθρών μας με τας τιμωρίας, που έστειλες εναντίον των, έτσι και τώρα δείξε ενώπιόν μας την μεγαλωσύνην σου τιμωρών τους εχθρούς μας. 3 Ὅπως δηλαδὴ ἄλλοτε ἔδειξες τὴν ἁγιότητά σου καὶ ἐδοξάσθης ἐνώπιον αὐτῶν διὰ τῆς θαυμαστῆς προστασίας σου πρὸς ἡμᾶς, ἔτσι καὶ τώρα εἴθε νὰ δείξῃς τὸ μεγαλεῖον σου ἐνώπιόν μας διὰ μέσου αὐτῶν, τιμωρῶν τὴν καθ’ ἠμῶν ἀδικίαν των καὶ καταπίεσίν των.
4 καὶ ἐπιγνώτωσάν σε, καθάπερ καὶ ἡμεῖς ἐπέγνωμεν, ὅτι οὐκ ἔστι Θεὸς πλὴν σοῦ, Κύριε. 4 Καμε να σε γνωρίσουν και αυτοί καλά, όπως και ημείς σε έχομεν γνωρίσει· να γνωρίσουν δηλαδή, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην από σέ, Κυριε. 4 Καὶ ἂς Σὲ γνωρίσουν διὰ τῆς πείρας καὶ τῶν πραγμάτων, ὅπως καὶ ἠμεῖς ἐγνωρίσαμεν καὶ ἐμάθαμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει θεὸς ἄλλος ἕκτος ἀπὸ Σέ, Κύριε.
5 ἐγκαίνισον σημεῖα καὶ ἀλλοίωσον θαυμάσια, δόξασον χεῖρα καὶ βραχίονα δεξιόν· 5 Ανανέωσε τα μεγάλα παλαιά σημεία, κάμε και άλλα θαύματα, δόξασε με αυτά την χείρα σου, την παντοδύναμον δεξιάν σου. Εξέγειρε τον θυμόν σου. 5 Δεῖξε νέα σημεῖα μαρτυροῦντα τὴν δύναμίν σου καὶ ἐνέργησον ἄλλα θαυμαστὰ ἔργα· δόξασον δι' αὐτῶν τὴν παντοδύναμον χεῖρα σου καὶ τὸν δεξιὸν βραχίονά σου.
6 ἔγειρον θυμὸν καὶ ἔκχεον ὀργήν, ἔξαρον ἀντίδικον καὶ ἔκτριψον ἐχθρόν. 6 Ας εκσπάση εναντίον των η οργή σου, εξολόθρευσε τον αντίδικόν σου, ξεπάστρεψε από την γην τον εχθρόν σου. 6 Σήκωσε τὸν θυμόν σου καὶ ἐκδήλωσε τὴν ὀργήν σου, βγάλε ἀπὸ τὴν μέσην τὸν ἀντίδικόν σου καὶ κονιορτοποίησε τὸν ἐχθρόν σου.
7 σπεῦσον καιρὸν καὶ μνήσθητι ὁρκισμοῦ, καὶ ἐκδιηγησάσθωσαν τὰ μεγαλεῖά σου. 7 Επίσπευσε τον χρόνον της τιμωρίας των, ενθημήσου τας ενόρκους υποσχέσεις, που έδωσες στους προγόνους μας, και ας διακηρυχθούν έτσι τα μεγαλεία σου. 7 Ἐπιτάχυνε τὸν χρόνον τῆς τιμωρίας καὶ ἐνθυμήσου τὰς μεθ’ ὅρκου δοθείσας εἰς τὸν Ἰσραὴλ ὑποσχέσεις σου, καὶ ἂς διακηρύττουν ὅλοι τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα σου.
8 ἐν ὀργῇ πυρὸς καταβρωθήτω ὁ σῳζόμενος, καὶ οἱ κακοῦντες τὸν λαόν σου εὕροισαν ἀπώλειαν. 8 Εκείνος από αυτούς που θα διασωθή, ας καταφαγωθή με το πυρ της οργής σου· και οι κατατυραννούντες τον λαόν σου ας εύρουν τον όλεθρον. 8 Ἐκεῖνος δέ, ποὺ θὰ διαφύγῃ καὶ θὰ διασωθῇ, ἂς καταφαγωθῇ ἀπὸ τὴν κατακαίουσαν ὡς παμφάγον πῦρ ὀργήν σου, αὐτοὶ δέ, οἱ ὁποῖοι καταπιέζουν καὶ κακοποιοῦν τὸν λαόν σου, εἴθε νὰ εὕρουν τὴν καταστροφήν.
9 σύντριψον κεφαλὰς ἀρχόντων ἐχθρῶν λεγόντων· οὐκ ἔστι πλὴν ἡμῶν. 9 Συνέτριψε τας κεφαλάς των αρχόντων, που είναι εχθροί μας και οι οποίοι αλαζονικώς λέγουν· “Πλην από ημάς δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος η Θεός”! 9 Σύντριψε τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, ποὺ εἶναι ἄρχοντες τῶν ἐχθρῶν μας, οἱ ὁποῖοι γεμᾶτοι ἐγωϊσμὸν λέγουν· δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ ἡμᾶς.
10 συνάγαγε πάσας φυλὰς ᾿Ιακώβ, καὶ κατεκληρονόμησα αὐτοὺς καθὼς ἀπ᾿ ἀρχῆς. 10 Συγκέντρωσε πάλιν όλας τας φυλάς του Ιακώβ, κατάστησέ τους κληρονόμους και ασφαλείς κατοίκους εις την χώραν αυτήν, όπως ήσαν από αρχαιοτάτων χρόνων. 10 Συνάθροισε ὅλας τὰς φυλὰς τοῦ Ἰακὼβ καὶ κάμε τους πάλιν κληρονόμους τῆς χώρας των, ὅπως ἦσαν ἀπ' ἀρχῆς καὶ ἐκ χρόνων παλαιῶν.
11 ἐλέησον λαόν, Κύριε, κεκλημένον ἐπ᾿ ὀνόματί σου καὶ ᾿Ισραήλ, ὃν πρωτογόνῳ ὡμοίωσας. 11 Ελέησε, Κυριε, τον λαόν, ο οποίος φέρει το όνομά σου· τον Ισραήλ, τον οποίον συ παρωμοίασες με πρωτότοκον υιόν σου. 11 Ἐλέησον, Κύριε, τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ὀνομασθῇ μὲ τὸ Ὄνομά σου, καὶ τὸν Ἰσραήλ, τὸν ὁποῖον παρωμοίασες μὲ πρωτότοκον υἱόν σου.
12 οἰκτείρησον πόλιν ἁγιάσματός σου ῾Ιερουσαλήμ, πόλιν καταπαύματός σου. 12 Σπλαγχνίσου την πόλιν του ιερού ναού σου, την Ιερουσαλήμ, που είναι η πόλις, όπου συ επαναπαύεσαι. 12 Εὐσπλαγχνίσου τὴν πόλιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ὁ ἅγιος Ναός σου, τὴν Ἱερουσαλήμ, τὸν τόπον τῆς ἀναπαύσεως καὶ κατασκηνώσεώς σου.
13 πλῆσον Σιὼν ἀρεταλογίας σου, καὶ ἀπὸ τῆς δόξης σου τὸν λαόν σου. 13 Γέμισε την Σιών με δοξολογίας των μεγαλείων σου, και με την δόξαν σου τον λαόν σου. 13 Γέμισε τὴν Σιὼν μὲ τὰς διηγήσεις τῶν καταπληκτικῶν ἐνεργειῶν σου καὶ τὸν λαόν σου μὲ τὴν δόξαν σου.
14 δὸς μαρτύριον τοῖς ἐν ἀρχῇ κτίσματί σου καὶ ἔγειρον προφητείας τὰς ἐπ᾿ ὀνόματί σου· 14 Δώσε την διαβεβαίωσιν της ευνοίας σου δι' εκείνους, οι οποίοι απ' αρχής ήσαν ιδικά σου πλάσματα. Καμε να προβληθούν αξιόπιστοι και να εκπληρωθούν αι προφητείαι, αι οποίαι ελέχθησαν εξ Ονόματός σου. 14 Δῶσε τὴν μαρτυρίαν τῆς εὐνοίας σου ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀρχῆς εἶναι δημιουργήματά σου καὶ κληρονομία σου, καὶ πλήρωσον τὰς προφητείας, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἐν τῷ ὀνόματί σου.
15 δὸς μισθὸν τοῖς ὑπομένουσί σε, καὶ οἱ προφῆταί σου ἐμπιστευθήτωσαν. 15 Δώσε αμοιβάς και βραβεία εις εκείνους, οι οποίοι υπομένούν με πίστιν εις σέ, οι δε προφήται σου ας αποδειχθούν και επί του σημείου αυτού αξιόπιστοι. 15 Δῶσε ἀνταμοιβὴν καὶ μισθὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μεθ’ ὑπομονητικῆς ἐλπίδος Σὲ περιμένουν, καὶ ἂς ἀποδειχθοῦν ἀξιόπιστοι οἱ προφῆται σου, διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὅσων προεῖπον.
16 εἰσάκουσον, Κύριε, δεήσεως ἱκετῶν σου, κατὰ τὴν εὐλογίαν ᾿Ααρὼν περὶ τοῦ λαοῦ σου, 16 Ακουσε και κάμε δεκτήν, Κυριε, την δέησιν αυτών, οι οποίοι με θερμήν πίστιν σε ικετεύουν, σύμφωνα και με την ευλογίαν του Ααρών εις όλον τον λαόν σου. 16 Εἰσάκουσον, Κύριε, τὴν προσευχὴν τῶν δούλων σου σύμφωνα μὲ τὴν εὐλογίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Ἀαρὼν διὰ τὸν λαόν σου.
17 καὶ γνώσονται πάντες οἱ ἐπὶ τῆς γῆς ὅτι σὺ Κύριος εἶ ὁ Θεὸς τῶν αἰώνων. 17 Και ας μάθουν όλοι οι λαοί της γης, ότι συ είσαι ο Κυριος και ο αιώνιος Θεός. 17 Καὶ ἂς μάθουν ὅλοι, ὅσοι εἶναι ἐπὶ τῆς γῆς, ὅτι Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ αἰώνιος Θεός.
18 Πᾶν βρῶμα φάγεται κοιλία, ἔστι δὲ βρῶμα βρώματος κάλλιον. 18 Το στομάχι δέχεται κάθε είδους τροφήν υπάρχουν όμως τροφαί καλύτεραι από άλλας τροφάς. 18 Πὰν εἶδος τροφῆς θὰ τὸ φάγῃ ἡ κοιλία, ἀλλ' ὑπάρχει φαγητὸν καλύτερον ἀπὸ ἄλλο φαγητόν.
19 φάρυγξ γεύεται βρώματα θήρας, οὕτως καρδία συνετὴ λόγους ψευδεῖς. 19 Οπως ο λάρυγξ, όταν γεύεται φαγητά αγρίων ζώων του κυνηγίου, τα διακρίνει, έτσι και η σοφή διάνοια διακρίνει τους ψευδείς λόγους. 19 Ὁ οὐρανίσκος καὶ ὁ φάρυγξ δοκιμάζει καὶ διακρίνει διὰ τῆς γεύσεως τὰ φαγητὰ τοῦ κυνηγίου τῶν ἀγρίων ζώων· παρομοίως καὶ μία καρδία συνετὴ διακρίνει τοὺς ψευδεῖς λόγους.
20 καρδία στρεβλὴ δώσει λύπην, καὶ ἄνθρωπος πολύπειρος ἀνταποδώσει αὐτῷ. 20 Διεστραμμένη καρδία προξενεί λύπας· ο έμπειρος όμως και συνετός άνθρωπος γνωρίζει να ανταποδίδη εις αυτήν και να την πληρώνη όπως της πρέπει. 20 Διεστραμμένη καρδία θὰ προξενήσῃ λύπην, ὁ πολύπειρος ὅμως ἄνθρωπος θὰ ἀντιμετωπίσῃ ταύτην πρεπόντως.
21 πάντα ἄρρενα ἐπιδέξεται γυνή, ἔστι δὲ θυγάτηρ θυγατρὸς κρείσσων. 21 Η γυναίκα θα δεχθή ως άνδρα της εκείνον, που θα της επιβάλλουν. Υπάρχει όμως διαφορά μεταξύ μιας γυναικός και άλλης. 21 Ἡ γυναῖκα, μὴ ἔχουσα κατὰ τὰ ἔθιμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ σύζυγον, θὰ δεχθῇ κάθε ἄνδρα, ποὺ θὰ τῆς δώσουν οἱ κηδεμόνες της· ὑπάρχει ὅμως γυναῖκα καλυτέρα ἀπὸ ἄλλην γυναῖκα πρὸς ἐκλογὴν ὑπό του ἀνδρός.
22 κάλλος γυναικὸς ἱλαρύνει πρόσωπον καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἐπιθυμίαν ἀνθρώπου ὑπεράγει· 22 Το κάλλος της γυναικός κάνει ιλαρόν το πρόσωπον· η δε επιθυμία του ανδρός προς απόκτησίν της είναι ισχυροτέρα από κάθε άλλην. 22 Ἡ ὡραιότης καὶ εὐμορφιὰ τῆς γυναικὸς καθιστᾷ ἱλαρὸν τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνδρὸς καὶ ὑπερτερεῖ πᾶσαν ἐπιθυμίαν ἀνθρώπου ἐκλέγοντος σύζυγον αὐτοῦ.
23 εἰ ἔστιν ἐπὶ γλώσσης αὐτῆς ἔλεος καὶ πραΰτης, οὐκ ἔστιν ὁ ἀνὴρ αὐτῆς καθ᾿ υἱοὺς ἀνθρώπων. 23 Εάν εις την γλώσσαν της αυτή έχη πραότητα και επιείκειαν, ο σύζυγός της θα είναι ο ευτυχέστερος μεταξύ των ανθρώπων. 23 Ἀπαραίτητον ὅμως εἶναι τὸ κάλλος νὰ συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ἄλλο προσόν: Ἐὰν δηλαδὴ ὑπάρχῃ εἰς τὴν γλῶσσαν τῆς γυναικὸς αὐτῆς ἐπιείκεια καὶ πραότης, τότε ὁ σύζυγός της δὲν θὰ εἶναι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι.
24 ὁ κτώμενος γυναῖκα ἐνάρχεται κτήσεως, βοηθὸν κατ᾿ αὐτὸν καὶ στύλον ἀναπαύσεως. 24 Εκείνος που αποκτά καλήν γυναίκα, κάμνει αρχήν της ευτυχίας του· αποκτά βοηθόν και στύλον αναπαύσεώς του. 24 Ἐκεῖνος ποὺ ἀποκτᾷ καλὴν γυναῖκα, κάμνει ἀρχὴν τῆς ἀποκτήσεως περιουσίας, διότι θὰ ἔχῃ βοηθὸν ὅμοιον πρὸς τὸν ἑαυτόν του καὶ στῦλον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀναπαύεται.
25 οὗ οὐκ ἔστι φραγμός, διαρπαγήσεται κτῆμα, καὶ οὗ οὐκ ἔστι γυνή, στενάξει πλανώμενος. 25 Κτήμα, το οποίον δεν έχει ολόγυρά του φράκτην, υπόκειται εις διαρπαγήν· και στον οίκον εκείνον, που δεν υπάρχει σύζυγος, ο ανήρ στενάζει και περιπλανάται ματαίως. 25 Ὅπου δὲν ὑπάρχει φράκτης, τὸ κτῆμα θὰ διαρπαγὴ καὶ θὰ λεηλατηθῇ, οὕτω καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει γυναῖκα σύζυγος, ὁ ἄνδρας θὰ στενάζῃ περιπλανώμενος ἐδῶ καὶ ἐκεῖ.
26 τίς γὰρ πιστεύσει εὐζώνῳ λῃστῇ σφαλλομένῳ ἐκ πόλεως εἰς πόλιν; 26 Ποίος θα δώση εμπιστοσύνην εις ευκίνητον ληστήν, που περιπλανάται από την μίαν πόλιν εις την άλλην; 26 Θὰ περιπλανᾶται δέ, διότι ποῖος θὰ δώσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς λῃστὴν εὐκίνητον, ὁ ὁποῖος καταδιώκεται ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν;
27 οὕτως ἀνθρώπῳ μὴ ἔχοντι νοσσιὰν καὶ καταλύοντι οὗ ἐὰν ὀψίσῃ. 27 Ετσι και κανείς δεν θα δώση εμπιστοσύνην εις άνθρωπον άγαμον, ο οποίος στερείται οικογενειακής φωλεάς και καταλύει, όπου θα τον εύρη η νύκτα. 27 Ἔτσι δὲν θὰ δώσῃ κανεὶς ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς ἄνθρωπον ἄγαμον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οἰκογενειακὴν φωλεὰν καὶ ὁ ὁποῖος καταλύει, ὅπου βραδιάσῃ.