Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (Γ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΜΟΥ τοῦ πατρὸς ἀκούσατε, τέκνα, καὶ οὕτως ποιήσατε, ἵνα σωθῆτε· 1 Παιδιά μου, ακούσατε εμέ τον πατέρα σας και πράξατε εκείνο, το οποίον εγώ σας λέγω, δια να εύρετε σωτηρίαν και χαράν. 1 μέ, τὸν πατέρα σας, ἀκούσατε, παιδιά μου, καὶ ὅπως σᾶς συμβουλεύω, συμμορφωθῆτε καὶ πράξατε, διὰ νὰ σωθῆτε καὶ εὐτυχήσητε.
2 ὁ γὰρ Κύριος ἐδόξασε πατέρα ἐπὶ τέκνοις καὶ κρίσιν μητρὸς ἐστερέωσεν ἐφ᾿ υἱοῖς. 2 Διότι ο Κυριος εδόξασε και κατέστησε σεβαστόν τον πατέρα εις τα τέκνα του, εστερέωσε δε και ενίσχυσε το κύρος και τα δικαιώματα της μητρός απέναντι των παιδιών της. 2 Πράξατε δὲ σύμφωνα μὲ τὰς συμβουλάς μου, διότι ὁ Κύριος κατέστησε τὸν πατέρα εἰς θέσιν τιμητικὴν ὑπεράνω τῶν τέκνων, ὥστε νὰ δοξάζηται ὑπ’ αὐτῶν, καὶ ἐστερέωσε τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντίαν τῆς μητρὸς ἐπὶ τῶν τέκνων της.
3 ὁ τιμῶν πατέρα ἐξιλάσεται ἁμαρτίας, 3 Εκείνος που τιμά τον πατέρα του υπακούων έτσι στον Θεόν εξιλεώνει τας αμαρτίας του. 3 Ἐκεῖνος ποὺ τιμᾷ καὶ σέβεται τὸν πατέρα του, θὰ ἐπιτύχῃ ἱλασμὸν καὶ συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν του.
4 καὶ ὡς ὁ ἀποθησαυρίζων, ὁ δοξάζων μητέρα αὐτοῦ. 4 Εκείνος δέ που τιμά και σέβεται την μητέρα του, ομοιάζει με ο άνθρωπον, ο οποίος αποταμιεύει θησαυρούς. 4 Καὶ σὰν ἐκεῖνον ποὺ ἐπισωρεύει θησαυρούς, ὁμοιάζει αὐτὸς ποὺ τιμᾷ καὶ δοξάζει τὴν μητέρα του.
5 ὁ τιμῶν πατέρα εὐφρανθήσεται ὑπὸ τέκνων, καὶ ἐν ἡμέρᾳ προσευχῆς αὐτοῦ εἰσακουσθήσεται. 5 Εκείνος που τιμά και σέβεται τον πατέρα του, θα ευφρανθή και ο ίδιος εκ μέρους των τέκνων του. Και εις ημέραν, κατά την οποίαν θα προσευχηθή, θα γίνη ακουστή η προσευχή του. 5 Ἐκεῖνος ποὺ τιμᾷ τὸν πατέρα του, θὰ εὐφρανθῇ ἀπὸ τὰ τέκνα του, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ ἀπευθύνῃ προσευχὴν εἰς τὸν Θεόν, θὰ εἰσακουσθῇ παρ’ Αὐτοῦ.
6 ὁ δοξάζων πατέρα μακροημερεύσει, καὶ ὁ εἰσακούων Κυρίου ἀναπαύσει μητέρα αὐτοῦ· 6 Αυτός, που τιμά και σέβεται τον πατέρα, θα μακροημερεύση επί της γης. Και εκείνος, ο οποίος υπακούει στον Κυριον, θα επαναπαύη και θα ευφραίνη την μητέρα του. 6 Ἐκεῖνος ποὺ τιμᾷ καὶ δοξάζει τὸν πατέρα του, θὰ μακροημερεύσῃ, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ὑπακούει καὶ τηρεῖ τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, θὰ παρέχῃ πᾶσαν ἀνάπαυσιν καὶ εὐχαρίστησιν εἰς τὴν μητέρα του·
7 καὶ ὡς δεσπόταις δουλεύσει ἐν τοῖς γεννήσασιν αὐτόν. 7 Ο στοργικός υιός θα υπηρετή τους γονείς του, ως εάν αυτοί είναι οι κύριοι και αυθένται του. 7 καὶ σὰν νὰ ἦσαν κύριοί του καὶ δεσπόται του, θὰ ὑπηρετήσῃ ἐκείνους ποὺ τὸν ἐγέννησαν.
8 ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ τίμα τὸν πατέρα σου, ἵνα ἐπέλθῃ σοι εὐλογία παρ᾿ αὐτοῦ· 8 Με τα έργα και με τα λόγια σου να τιμάς τον πατέρα σου, δια να έλθη εις σε η ευλογία του, 8 Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ μὲ ἔργα, ἐμπράκτως, καὶ μὲ λόγια εὐλαβοῦς καὶ γλυκείας συμπεριφορᾶς, διὰ να ἔλθῃ ἐπάνω σου ἡ εὐλογίυ του.
9 εὐλογία γὰρ πατρὸς στηρίζει οἴκους τέκνων, κατάρα δὲ μητρὸς ἐκριζοῖ θεμέλια. 9 Διότι η ευλογία του πατρός στηρίζει τους οίκους των παιδιών του. Εξ αντιθέτου δε η κατάρα της μητρός καταστρέφει τα σπίτια των υιών εκ θεμελίων. 9 Ἐπιδίωκε νὰ λάβῃς τὰς ἐξ ὅλης τῆς καρδίας εὐχὰς τῶν γονέων σου, διότι ἡ εὐλογία τοῦ πατρὸς στηρίζει τὰ σπίτια τῶν τέκνων, ἡ κατάρα δὲ τῆς μητέρας ἐκριζώνει τὰ θεμέλιά των.
10 μὴ δοξάζου ἐν ἀτιμίᾳ πατρός σου, οὐ γάρ ἐστί σοι δόξα πατρὸς ἀτιμία· 10 Μη επιδιώκης να δοξασθής με την δυσφήμησιν του πατρός σου. Διότι δεν είναι δυνατόν η ανυποληψία του πατρός σου να είναι ιδική σου δόξα. 10 Μὴ καυχᾶσαι καὶ μὴ ζητῇς νὰ διακριθῇς καὶ νὰ φανῇς ὑπεροχώτερος σὺ διὰ κάτι, τὸ ὁποῖον καταρρίπτει τὴν τιμὴν τοῦ πατέρα σου, διότι ἡ δυσφήμησις καὶ καταισχύνῃ τοῦ πατέρα σου δὲν εἶναι ποτε δόξα ἰδική σου.
11 ἡ γὰρ δόξα ἀνθρώπου ἐκ τιμῆς πατρὸς αὐτοῦ, καὶ ὄνειδος τέκνοις μήτηρ ἐν ἀδοξίᾳ. 11 Διότι η δόξα του παιδιού πηγάζει από την υπόληψιν και το καλόν όνομα του πατρός. Εξ αντιθέτου είναι καταισχύνη δια τα τέκνα η ανυποληψία της μητρός των. 11 Διότι ἡ δόξα κάθε ἀνθρώπου προέρχεται καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τιμὴν καὶ τὴν φήμην τοῦ πατέρα του, ὅπως καὶ εἶναι ἐντροπὴ διὰ τὰ παιδιά, ὅταν ἡ μητέρα των ἔχῃ καταπέσει εἰς περιφρόνησιν καὶ ἐξευτελισμόν.
12 τέκνον, ἀντιλαβοῦ ἐν γήρᾳ πατρός σου, καὶ μὴ λυπήσῃς αὐτὸν ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ· 12 Παιδί μου, γίνε στήριγμα του πατρός σου εις τα γεράματά του και μη τον λυπήσης καθόλου κατά το διάστημα της ζωής του. 12 Τέκνον μου, ὑποστήριξε καὶ βοήθησε τὸν πατέρα σου κατὰ τὰ γηράματά του καὶ μὴ δυσαρεστήσῃς καὶ λυπήσῃς αὐτὸν εἰς ὅλην του τὴν ζωήν.
13 κἂν ἀπολείπῃ σύνεσιν, συγγνώμην ἔχε καὶ μὴ ἀτιμάσῃς αὐτὸν ἐν πάσῃ ἰσχύϊ σου. 13 Και εάν ακόμη η διάνοιά του και η φρόνησις εξασθενήσουν, συ να είσαι μεγαλόκαρδος και επιεικής απέναντί του. Μη τον εξευτελίσης και μη τον δυσφήμησης, όταν συ θα ευρίσκεσαι εις την ακμήν των δυνάμεών σου. 13 Καὶ ἂν ἀκόμη αἱ διανοητικαί του δυνάμεις καταπέσουν, ἔσο συμπαθὴς καὶ ὑπομονητικὸς ἀπέναντί του καὶ μὴ τὸν περιφρονήσῃς εἰς τὸν καιρόν, ποὺ σὺ θὰ εἶσαι εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς ἡλικίας σου.
14 ἐλεημοσύνη γὰρ πατρὸς οὐκ ἐπιλησθήσεται, καὶ ἀντὶ ἁμαρτιῶν προσανοικοδομηθήσεταί σοι. 14 Η σπλαγχνική σου συμπεριφορά πους τον πατέρα σου δεν θα λησμονηθή από τον Θεόν. Και αντί να σε τιμωρήση ο Θεός δια τας άλλας αμαρτίας σου, θα αποκαταστήση ευτυχισμένον και σταθερόν τον οίκον σου. 14 Πρόσεξε τὰς συμβουλὰς καὶ παραινέσεις μου ταύτας, διότι ἡ στοργικὴ καὶ πλήρης εὐσπλαγχνίας καὶ ἐλέους συμπεριφορά σου αὕτη πρὸς τὸν πατέρα σου δὲν θὰ λησμονηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἀντὶ νὰ τιμωρηθῇς διὰ τὰς ἁμαρτίας σου, θὰ προστεθῇ οἰκοδομὴ καὶ πρόοδος καὶ εὐτυχία εἰς σέ.
15 ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου ἀναμνησθήσεταί σου· ὡς εὐδία ἐπὶ παγετῷ, οὕτως ἀναλυθήσονταί σου αἱ ἁμαρτίαι. 15 Εις περίοδον δοκιμασιών και πειρασμών ο Κυριος θα σε ενθυμηθή. Και όπως ο ηλιόλουστος καιρός διαλύει τον πάγον, κατά παρόμοιον τρόπον θα διαλυθούν και θα εξαφανισθούν αι αμαρτίαι σου. 15 Εἰς καιρὸν θλίψεως καὶ στενοχώριας σου αὐτό, ποὺ ἔκαμες εἰς τὸν πατέρα σου, δὲν θὰ ξεχασθῇ, ἀλλὰ θὰ σὲ ἐνθυμηθῇ καὶ θὰ τὸ εὕρῃς μπροστά σου· σὰν καλοκαιρία, ποὺ λειώνει τὸν πάγον, ἔτσι θὰ διαλυθοῦν καὶ θὰ ἐξαφανισθοῦν αἱ ἁμαρτίαι σου.
16 ὡς βλάσφημος ὁ ἐγκαταλιπὼν πατέρα, καὶ κεκατηραμένος ὑπὸ Κυρίου ὁ παροργίζων μητέρα αὐτοῦ. 16 Το παιδί, που εγκαταλείπει αβοήθητον τον πατέρα του, είναι όμοιον με τον άνθρωπον εκείνον, που βλασφημεί τον Θεόν. Κατηραμένος δε είναι από τον Κυριον εκείνος, ο οποίος με την απρεπή συμπεριφοράν του εξοργίζει την μητέρα του. 16 Αὐτὸς ποὺ ἐγκαταλείπει ἀβοήθητον καὶ παρημελημένον τὸν πατέρα του, εἶναι ὡσὰν τὸν βλάσφημον, ποὺ ἀσεβεῖ εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἐκεῖνος ποὺ λυπεῖ καὶ παροργίζει τὴν μητέρα του, εἶναι κατηραμένος ἀπὸ τὸν Κύριον.
17 τέκνον, ἐν πραΰτητι τὰ ἔργα σου διέξαγε, καὶ ὑπὸ ἀνθρώπου δεκτοῦ ἀγαπηθήσῃ. 17 Τέκνον μου, πράττε πάντοτε τα έργα σου με πραότητα και ετσι θα εκτιμηθής και θα αγαπηθής από κάθε καλόν άνθρωπον. 17 Τέκνον μου, κάμνε τὰ ἔργα σου μὲ πραότητα καὶ χωρὶς θυμούς, καὶ θὰ ἀγαπηθῇς ἀπὸ κάθε ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶναι δεκτὸς ἀπὸ τὸν Κύριον.
18 ὅσῳ μέγας εἶ, τοσούτῳ ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυρίου εὑρήσεις χάριν· 18 Οσον μέγας και ένδοξος είσαι, τόσον περισσότερον να ταπεινώνης τον εαυτόν σου και έτσι θα εύρης χάριν ενώπιον του Κυρίου. 18 Ὅσον πιὸ μεγάλος εἶσαι, τόσον περισσότερον ταπείνωνε τὸν ἑαυτόν σου, καὶ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου θὰ εὕρῃς χάριν καὶ θὰ καταστῇς ἀρεστός.
20 ὅτι μεγάλη ἡ δυναστεία τοῦ Κυρίου καὶ ὑπὸ τῶν ταπεινῶν δοξάζεται. 20 Διότι μεγάλη είναι η εξουσία και η μεγαλοπρέπεια του Κυρίου, και δοξάζεται πάντοτε από τους ταπεινούς ανθρώπους. 19 Διότι μεγάλη εἶναι μόνον τοῦ Κυρίου ἡ δύναμις καὶ ἡ ἐξουσία, οἱ ταπεινοὶ δὲ καὶ οὐχὶ οἱ ὑπερήφανοι τὴν ἀναγνωρίζουν καὶ τὴν δοξάζουν.
21 χαλεπώτερά σου μὴ ζήτει καὶ ἰσχυρότερά σου μὴ ἐξέταζε· 21 Μη επιζητής δυσκατόρθωτα πράγματα, και ανώτερα από τας δυνάμεις σου μη τα εξετάζης καθόλου. 20 Μὴ ζητῇς δυσκολώτερα ἀπὸ ὅσα ἠμπορεῖς νὰ κάμῃς, καὶ μὴ ἐρευνᾷς καὶ ἐξετάζῃς ἀνώτερα τῶν δυνάμεών σου,
22 ἃ προσετάγη σοι, ταῦτα διανοοῦ, οὐ γάρ ἐστί σοι χρεία τῶν κρυπτῶν. 22 Εκείνα, δια τα οποία έχεις λάβει εντολήν και δύνασαι να τα εκτέλέσης, αυτά να σκέπτεσαι πάντοτε. Διότι δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να ερευνάς τας κρυπτάς βουλάς του Θεού. 21 Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διετάχθησαν καὶ ἐπετράπησαν εἰς σὲ παρὰ τοῦ Θεοῦ, αὐτὰ καὶ μόνα νὰ σκέπτεσαι καὶ νὰ διερευνᾷς μὲ τὴν διάνοιάν σου· διότι δὲν εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητα τὰ κεκρυμμένα καὶ ἀπόρρητα.
23 ἐν τοῖς περισσοῖς τῶν ἔργων σου μὴ περιεργάζου· πλείονα γὰρ συνέσεως ἀνθρώπων ὑπεδείχθη σοι· 23 Μη περιεργάζεσαι υπέρτερα έργα από εκείνα, που σου έχουν ανατεθή· διότι τα όσα έχεις διδαχθή και γνωρίζεις, υπερβαίνουν την διάνοιαν των ανθρώπων. 22 Μὴ περιεργάζεσαι κάθε τι, ποὺ εἶναι περιττὸν καὶ παραπάνω ἀπὸ τὰ ἀνατεθειμένα εἰς σὲ ἔργα, διότι αὐτά, ποὺ σοῦ ἐφανερώθησαν, εἶναι περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ ὁ ἄνθρωπος.
24 πολλοὺς γὰρ ἐπλάνησεν ἡ ὑπόληψις αὐτῶν, καὶ ὑπόνοια πονηρὰ ὠλίσθησε διανοίας αὐτῶν. 24 Πολλοί άνθρωποι έχουν παραπλανηθή από την έπαρσίν των και ένοχος διάθεσις παρέσυρε τας διανοίας των εις ολισθήματα. 23 Ἐπιβάλλεται δὲ νὰ ἀποφεύγῃς τὴν ἄκαιρον αὐτὴν περιέργειαν, διότι πολλοὺς ὠδήγησεν εἰς πλάνην ἡ ματαία καὶ φαντασμένη ἰδέα των, καὶ ἡ πονηρὰ σκέψις των προεκάλεσεν ὀλισθήματα καὶ πτῶσιν τῆς διανοίας των.
25 [κόρας μὴ ἔχων ἀπορήσεις φωτός, γνώσεως δὲ ἄμοιρος ὢν μὴ ἐπαγγέλλου]. 25 Εάν δεν έχης υγιείς τας κόρας των οφθαλμών σου, θα χάσης μόνον το φως. Εάν όμως μείνης άγευστος της υγιούς γνώσεως και σοφίας, μη επιχειρής τίποτε, διότι τα πάντα είναι χαμένα δια σέ. 24 Ἐὰν δὲν ἔχῃς κόρας σωματικῶν ματιῶν, θὰ στερηθῇς μόνον τὸ αἰσθητὸν φῶς· ἐὰν ὅμως στερῆσαι τῆς γνώσεως, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Σοφία, μὴ φαντάζεσαι καὶ μὴ προβάλλῃς τὸν ἑαυτόν σου ὡς ἱκανὸν καὶ εὐφυῆ, ἔστω καὶ ἐὰν αἱ κόραι τῶν ὀφθαλμῶν σου εἶναι ὑγιεῖς.
26 καρδία σκληρὰ κακωθήσεται ἐπ᾿ ἐσχάτων, καὶ ὁ ἀγαπῶν κίνδυνον ἐν αὐτῷ ἐμπεσεῖται. 26 Ο σκληρός και θρασύς κατά την καρδίαν, στο τέλος, θα καταστροφή. Εκείνος δε ο οποίος αγαπά να εκτίθεται εις παράτολμους κινδύνους, θα περιπέση εις κινδύνους και δεν θα ημπορέση να γλυτώση. 25 Καρδία, τὴν ὁποίαν ἐπλήρωσεν ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ ἐπιμόνη εἰς τὴν ἁμαρτίαν, εἰς τὰ τελευταῖα της θὰ ἐμπέσῃ εἰς κακὰ καὶ ταλαιπωρίαν, καὶ ὁ παράτολμος, ποὺ ἀρέσκεται νὰ ρίπτῃ ἑαυτὸν εἰς κινδύνους καὶ εἰς πειρασμούς, θὰ ἐμπλακῇ καὶ θὰ ἀπολεσθῇ εἰς αὐτούς.
27 καρδία σκληρὰ βαρυνθήσεται πόνοις, καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς προσθήσει ἁμαρτίαν ἐφ᾿ ἁμαρτίαις. 27 Ανθρωπος εσκληρυμμένος και εγωπαθής θα καταβαρυνθή με πολλάς ταλαιπωρίας. Και ο αμαρτωλός αυτός θα προσθέτη συνεχώς την μίαν αμαρτίαν επάνω εις τας άλλας αμαρτίας του. 26 Καρδία ἀπεσκληρυμμένη θὰ ἐπιβαρυνθῇ καὶ θὰ καταπλακωθῇ ἀπὸ πόνους, καὶ ὁ ἁμαρτωλός, ὁ ἀμετανόητος, θὰ προσθέτῃ καὶ νέαν ἁμαρτίαν εἰς τὰς προτέρας του πολλὰς ἁμαρτίας.
28 ἐπαγωγὴ ὑπερηφάνου οὐκ ἔστιν ἴασις, φυτὸν γὰρ πονηρίας ἐρρίζωκεν ἐν αὐτῷ. 28 Η θλίψις και η ταλαιπωρία του υπερηφάνου είναι αθεράπευτος· διότι ένα φυτόν κακότητος έχει ριζώσει μέσα του. 27 Ἡ τιμωρία καὶ ἡ ἐπαχθεῖσα ποινὴ εἰς τὸν ὑπερήφανον δὲν ἐπιδέχεται ἰατρείαν, διότι ἔχει ριζώσει βαθιὰ μέσα του φυτὸν πονηρόν, τὸ ὁποῖον καρποφορεῖ διαρκῶς τὸ κακόν.
29 καρδία συνετοῦ διανοηθήσεται παραβολήν, καὶ οὖς ἀκροατοῦ ἐπιθυμία σοφοῦ. 29 Εξ αντιθέτου η καρδία του συνετού θα σκέπτεται πάντοτε σοφά γνωμικά. Και ενας άνθρωπος σοφός επιθυμεί να έχη πάντοτε προσεκτικόν το αυτί του εις αυτά, που ακούει. 28 Ἀντιθέτως ἡ καρδία τοῦ φρονίμου καὶ συνετοῦ ἀνθρώπου θὰ σκέπτεται διαρκῶς καὶ θὰ κατανοῇ παραβολὴν καὶ σοφὸν γνωμικόν, ὁ δὲ σοφὸς καὶ συνετὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ αὐτί, ποὺ προσεκτικὰ καὶ μὲ φιλομάθειαν ἀκούει.
30 πῦρ φλογιζόμενον ἀποσβέσει ὕδωρ, καὶ ἐλεημοσύνη ἐξιλάσεται ἁμαρτίας. 30 Το νερό σβήνει τας φλόγας του πυρός. Ετσι και η ελεημοσύνη εξιλεώνει τας αμαρτίας. 29 Τὸ νερὸ θὰ σβήσῃ καὶ τὴν πιὸ δυνατὴ φωτιά, καὶ ἡ ἐλεημοσύνη θὰ ἐπιφέρῃ ἐξιλέωσιν καὶ συγχώρησιν ἁμαρτιῶν.
31 ὁ ἀνταποδιδοὺς χάριτας μέμνηται εἰς τὰ μετὰ ταῦτα, καὶ ἐν καιρῷ πτώσεως εὑρήσει στήριγμα. 31 Εκείνος ο οποίος ανταποδίδει ευγνωμοσύνην και χάριν δια τας ευεργεσίας, που έλαβε, θα μνημονεύεται και στο μέλλον. Εις δε καιρόν δυστυχίας και θλίψεως θα εύρη βοήθειαν. 30 Ἐκεῖνος ποὺ ἀνταποδίδει τὰ καλά, ποὺ τοῦ ἔκαμαν, ἐνθυμεῖται καὶ προνοεῖ διὰ τὰ μετὰ ταῦτα, διότι λόγῳ τῆς εὐγνωμοσύνης του θὰ εὐεργετηθῇ καὶ πάλιν· εἰς περίστασιν δέ, ποὺ θὰ πέσῃ καὶ θὰ τοῦ συμβῇ κάποιο δυστύχημα, θὰ εὕρῃ βοήθειαν καὶ στήριγμα.