Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:47
Δύση: 18:32
Σελ. 22 ημ.
301-64
13ος χρόνος, 5003η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32 (ΛΒ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΠΕΡΙ ΗΓΟΥΜΕΝΩΝ. - ῾Ηγούμενόν σε κατέστησαν; μὴ ἐπαίρου· γίνου ἐν αὐτοῖς ὡς εἷς ἐξ αὐτῶν, φρόντισον αὐτῶν καὶ οὕτω κάθισον. 1 ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ - Σε ώρισαν προϊστάμενον του συμποσίου; Μη υπερηφανεύεσαι δι' αυτό. Να είσαι, ωσάν ένας από τους συνδαιτυμόνας μεταξύ αυτών. Φρόντισε δι' αυτούς και έπειτα κάθισε μαζή των εις την τράπεζαν. 1 Σὲ ἐγκατέστησαν ἐπὶ κεφαλῆς καὶ ἀρχηγὸν τοῦ συμποσίου; Μὴ ἐπαίρεσαι καὶ μὴ τὸ παίρνῃς ἐπάνω σου. Γίνε μεταξὺ τῶν συμμετεχόντων εἰς τὸ συμπόσιον σὰν ἕνας ἀπὸ αὐτούς. Φρόντισε πρῶτον δι’ αὐτούς, ὥστε ὅλοι νὰ ἐξυπηρετηθοῦν πλήρως, καὶ ἔπειτα κάθησε ἐπὶ τῆς θέσεώς σου.
2 καὶ πᾶσαν τὴν χρείαν σου ποιήσας ἀνάπεσε, ἵνα εὐφρανθῇς δι᾿ αὐτοὺς καὶ εὐκοσμίας χάριν λάβῃς στέφανον. 2 Οταν δε εκπληρώσης όλας τας υποχρεώσεις σου ως συμποσιάρχου, τότε παρακάθισε μαζή των εις την τράπεζαν, δια να ευφρανθής και συ. Θα λάβης δε από αυτούς δια την καλήν οργάνωσιν της τραπέζης στέφανον ευχαριστίας. 2 Καὶ ἀφοῦ κάμῃς κάθε τι ἀναγκαῖον, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ καθήκοντός σου ὡς συμποσιάρχου, κατακλίθητι καὶ σύ, ἶνα εὐφρανθῇς καὶ εὐχαριστηθῇς διὰ τὴν ἰκανοποίησιν καὶ εὐχαρίστησιν τούτων καὶ λάβῃς διὰ τὴν καλὴν ὀργάνωσιν τοῦ συμποσίου τὸν στέφανον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου (κατὰ τὴν συνήθειαν τῆς ἀρχαιότητος).
3 λάλησον, πρεσβύτερε, πρέπει γάρ σοι, ἐν ἀκριβεῖ ἐπιστήμῃ καὶ μὴ ἐμποδίσῃς μουσικά. 3 Συ, ωσάν μεγαλύτερος που είσαι, ομίλησον, διότι αυτό αρμόζει εις σέ. Ειπέ όμως με ορθοφροσύνην αληθινά πράγματα, χωρίς να παρατείνης επί πολύ την ομιλίαν σου και εμποδίζεις έτσι την μουσικήν. 3 Ὁμίλησε σύ, ὦ πρεσβύτερε κατὰ τὴν ἡλικίαν, διότι εἰς σὲ ἁρμόζει νὰ ὁμιλήσῃς πρῶτος μὲ πολλὴν σύνεσιν καὶ ἀκρίβειαν σκέψεως, καὶ μὴ ἐμποδίσῃς τὴν μουσικήν.
4 ὅπου ἀκρόαμα, μὴ ἐκχέῃς λαλιὰν καὶ ἀκαίρως μὴ σοφίζου. 4 Οταν ακούεται η μουσική, συ μη ομιλής πολλά και επί πολύ, και μη θέλης να παρουσίασης την σοφίαν σου εις ακατάλληλον ώραν. 4 Καὶ ὅταν ἀκούεται ἡ μουσική, σὺ μὴ ἀρχίσῃς νὰ πολυλογῇς καὶ μὴ ἐπιδεικνύῃς σοφίαν εἰς ἀκατάλληλον καιρόν.
5 σφραγὶς ἄνθρακος ἐπὶ κόσμῳ χρυσῷ, σύγκριμα μουσικῶν ἐν συμποσίῳ οἴνου. 5 Οπως το χρυσό δακτυλίδι σφραγίδος με το πολύτιμο ρουμπίνι, έτσι είναι και η συναυλία των μουσικών οργάνων στο συμπόσιον με τον οίνον. 5 Ὅπως ταιριάζει εἰς χρυσοῦν δακτυλίδιον σφραγιδόλιθος ἀπὸ πολύτιμον ἄνθρακα, ἔτσι καὶ κατὰ συμπόσιον, ὅπου πίνεται οἶνος, ἁρμόζει μουσικὴ συναυλία.
6 ἐν κατασκευάσματι χρυσῷ σφραγὶς σμαράγδου, μέλος μουσικὸν ἐφ᾿ ἡδεῖ οἴνῳ. 6 Οπως το δακτυλίδι- σφραγίς, κατασκευασμένον από τον χρυσόν και κοσμημένον με σμάραγδον, έτσι και η μελωδία με τον ευχάριστον οίνον. 6 Ὅ,τι εἶναι εἰς χρυσοῦν κατασκεύασμα προσηρμοσμένος σφραγιδόλιθος ἐκ σμαράγδου, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ μουσικὴ μελωδία μετὰ εὐχαρίστου καὶ γλυκέος οἴνου.
7 Λάλησον, νεανίσκε, εἰ χρεία σου, μόλις δὶς ἐὰν ἐπερωτηθῇς· 7 Και συ, νέε, που συμμετέχεις στο συμπόσιον, εάν αισθανθής την ανάγκην, ομίλησε, μέχρι δύο όμως φοράς και εάν ερωτηθής. 7 Ὁμίλησε καὶ σύ, νέε μου, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, τὸ πολὺ δύο φοράς, καὶ ὅταν σὲ ἐρωτήσουν.
8 κεφαλαίωσον λόγον, ἐν ὀλίγοις πολλά· γίνου ὡς γινώσκων καὶ ἅμα σιωπῶν. 8 Συγκεφαλαίωσε αυτά, που είπες και μάθε να λέγης πολλά δι' ολίγων. Γινε άνθρωπος, ο οποίος γνωρίζει πολλά και συγχρόνως έχει μάθει να σιωπά. 8 Συγκεφαλαίωσον καὶ κάμε περίληψιν ἐκείνων, ποὺ ἔχεις νὰ εἴπῃς, καὶ μὲ ὀλίγα λόγια εἰπὲ πολλὰ νοήματα· γίνε καὶ δῶσε τὴν ἐντύπωσιν ἀνθρώπου, ποὺ ἠξεύρει πολλὰ καὶ συγχρόνως σιωπᾷ.
9 ἐν μέσῳ μεγιστάνων μὴ ἐξισάζου καὶ ἑτέρου λέγοντος μὴ πολλὰ ἀδολέσχει. 9 Οταν ευρίσκεσαι εν μέσω αρχόντων και ανωτέρων σου, μη συμπεριφέρεσαι ωσάν ίσος προς αυτούς. Και όταν ο άλλος ομιλή, συ μη φλυαρής, αλλά μείνε σοβαρός. 9 Ἐν μέσῳ ἀρχόντων εὑρισκόμενος μὴ ἐξισώσῃς τὸν ἑαυτόν σου μὲ αὐτούς, καὶ καθ' ὃν χρόνον ὁμιλεῖ ἄλλος, σὺ μὴ φλυαρῇς καὶ μὴ πολυλογῇς.
10 πρὸ βροντῆς κατασπεύδει ἀστραπή, καὶ πρὸ αἰσχυντηροῦ προελεύσεται χάρις. 10 Οπως εμπρός από την βροντήν προηγείται η αστραπή, έτσι η χάρις της αιδούς και της σεμνότητος προηγείται από τον εντροπαλόν νέον. 10 Πρὸ τῆς βροντῆς λαμποκοπᾷ σπεύδουσα ἡ ἀστραπή· ἔτσι πρὸ τοῦ ἐντροπαλοῦ νέου προπορεύεται ἡ χάρις τῆς αἰδημοσύνης, ἡ καθιστώσα αὐτὸν συμπαθῆ.
11 ἐν ὥρᾳ ἐξεγείρου καὶ μὴ οὐράγει, ἀπότρεχε εἰς οἶκον καὶ μὴ ρᾳθύμει· 11 Σηκω από το τραπέζι εγκαίρως, να μη μείνης τελευταίος· πήγαινε σύντομα στον οίκον σου και μη περιπλανάσαι ραθύμως στους δρόμους. 11 Ἐγκαίρως ἐγέρθητι ἐκ τῆς τραπέζης καὶ μὴ μένῃς τελευταῖος σὰν οὐραγός. Πήγαινε γρήγορα εἰς τὸ σπίτι σου καὶ μὴ βραδύνῃς.
12 ἐκεῖ παῖζε καὶ ποίει τὰ ἐνθυμήματά σου καὶ μὴ ἁμάρτῃς λόγῳ ὑπερηφάνῳ. 12 Εκεί διασκέδασε, κάμε ο,τι σε ευχαριστεί. Πρόσεξε όμως, να μη αμαρτήσης με κανένα υπερήφανον λόγον. 12 Ἐκεῖ εἰς τὸ σπίτι σου παῖξε καὶ κάμε ὅ,τι ἐνθυμηθῇς καὶ ὅ,τι σκεφθῇς, πρόσεξε δὲ μόνον να μὴ ἁμαρτήσῃς μὲ λόγια ὑπερηφανείας.
13 καὶ ἐπὶ τούτοις εὐλόγησον τὸν ποιήσαντά σε καὶ μεθύσκοντά σε ἀπὸ τῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ. 13 Επί πάσι δε τούτοις δοξολόγησε τον Πλάστην σου, διότι αυτός σου δίδει με αφθονίαν όλα τα αγαθά του. 13 Καὶ δι’ ὅλα ταῦτα, ποὺ ἀνεφέραμεν, δόξασε Αὐτόν, ποὺ σὲ ἐδημιούργησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ σοῦ παρέχῃ ἄφθονα τὰ ἀγαθά του.
14 ῾Ο φοβούμενος Κύριον ἐκδέξεται παιδείαν, καὶ οἱ ὀρθρίζοντες εὑρήσουσιν εὐδοκίαν. 14 Εκείνος που φοβείται τον Κυριον, θα δεχθή οπωσδήποτε εκ μέρους του Κυρίου την ορθήν αγωγήν και μόρφωσιν. Και όσοι από πρωΐας εξυπνούν, δια να επικοινωνήσουν με τον Κυριον, θα εύρουν ευμένειαν και καλωσύνην από αυτόν. 14 Ὅποιος φοβεῖται τὸν Κύριον, θὰ δεχθῇ τὴν παιδαγωγίαν του· καὶ ὅσοι ἐγείρονται πολὺ πρωΐ, διὰ να ζητήσουν Αὐτὸν διὰ προσευχῆς, θὰ εὔρουν εὔνοιαν καὶ θὰ τύχουν τῆς εὐλογίας του.
15 ὁ ζητῶν νόμον ἐμπλησθήσεται αὐτοῦ, καὶ ὁ ὑποκρινόμενος σκανδαλισθήσεται ἐν αὐτῷ. 15 Εκείνος ο οποίος επιζητεί να γνωρίση και να εφαρμόση τον θείον νόμον, θα χορτάση από την γνώσιν και την εφαρμογήν του. Οποιος όμως υποκρίνεται ότι τον τηρεί, θα σκοντάψη επάνω εις αυτόν και θα πέση. 15 Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ μάθῃ καὶ νὰ τηρήσῃ τὸν θεῖον Νόμον, θὰ χορτασθῇ καὶ θὰ ἐμπλησθῇ ἀπὸ αὐτόν, καὶ ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ὑποκριτής, θὰ σκοντάψῃ εἰς αὐτὸν καὶ θὰ πέσῃ.
16 οἱ φοβούμενοι Κύριον εὑρήσουσι κρίμα καὶ δικαιώματα ὡς φῶς ἐξάψουσιν. 16 Οσοι φοβούνται τον Κυριον, θα δικαιωθούν και θα λάμψουν ωσάν φως τα δίκαιά των και αι δίκαιαι πράξεις των. 16 Ὅσοι φοβοῦνται τὸν Κύριον, θὰ εὔρουν καὶ θὰ διακρίνουν τί εἶναι δίκαιον καὶ θὰ προβοῦν εἰς δικαίας ἀποφάσεις καὶ ἐνεργείας, ποὺ θὰ λάμψουν σὰν φῶς ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἄλλους.
17 ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς ἐκκλίνει ἐλεγμὸν καὶ κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ εὑρήσει σύγκριμα. 17 Ο αμαρτωλός άνθρωπος αποφεύγει τους ελέγχους και, δια να ακολουθή το θέλημά του, ευρίσκει πάντοτε δικαιολογίας. 17 Ὁ ἐμμένων εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἄνθρωπος ἀποφεύγει πάντα πρὸς διόρθωσιν αὐτοῦ ἔλεγχον καί, σύμφωνα μὲ τὸ ἁμαρτωλὸν θέλημά του, θὰ εὕρῃ διὰ παρερμηνειῶν τοῦ Νόμου δικαιολογίας τῆς διαγωγῆς του.
18 ᾿Ανὴρ βουλῆς οὐ μὴ παρίδῃ διανόημα, ἀλλότριος καὶ ὑπερήφανος οὐ καταπτήξει φόβον, καὶ μετὰ τὸ ποιῆσαι μετ᾿ αὐτοῦ ἄνευ βουλῆς. 18 Ο συνετός και νοήμων άνθρωπος δεν παραγνωρίζει μίαν καλήν συμβουλήν. Ο ασεβής όμως και υπερήφανος δεν πτοείται αυτό κανένα ιερόν φόβον. Ακόμη δε και μετά την ασύνετον και αμαρτωλήν πράξιν του δεν διδάσκεται και δεν συνετίζεται. 18 Ἄνθρωπος σοβαρὸς καὶ συνετὸς δὲν θὰ παραβλέψῃ οὐδεμίαν ξένην γνώμην, ὁ ξένος ὅμως πρὸς τὴν εὐσέβειαν καὶ ὁ ὑπερήφανος δὲν θὰ ἀναχαιτισθῇ ἀπὸ κανένα φόβον· καὶ ὅταν ποιήσῃ μόνος του καὶ ἄνευ συμβουλῆς ἀσύνετον πρᾶξιν, δὲν θὰ μετανοήσῃ.
19 ἄνευ βουλῆς μηθὲν ποιήσῃς καὶ ἐν τῷ ποιῆσαί σε μὴ μεταμελοῦ. 19 Χωρίς προηγουμένως να σκεφθής, να μη πράξης τίποτε και έτσι δεν θα μετανοήσης αργότερα δια την πράξιν σου. 19 Χωρὶς νὰ σκεφθῇς καὶ συμβουλευθῇς μὴ κάμνῃς τίποτε· καὶ ἐὰν ἐποίησες καὶ ἐνήργησες οὕτω, μὴ μεταμέλεσαι, διότι ἐνήργησες ὀρθῶς.
20 ἐν ὁδῷ ἀντιπτώματος μὴ πορεύου καὶ μὴ προσκόψῃς ἐν λιθώδεσι. 20 Εις δρόμον, όπου υπάρχουν λίθοι προσκόμματος, παγίδες πτώσεως εις αμαρτίαν, μη βαδίζης, δια να μη σκοντάψης στους λίθους. 20 Εἰς δρόμον πλήρη ἀπὸ ἐμπόδια καὶ προσκόμματα μὴ βαδίζῃς καὶ δὲν θὰ σκοντάψῃς εἰς ἐδάφη γεμᾶτα ἀπὸ λιθάρια.
21 μὴ πιστεύσῃς ἐν ὁδῷ ἀπροσκόπῳ, 21 Και εκεί ακόμη, που δεν βλέπεις εμπόδια, μη έχης εμπιστοσύνην και μη ξεθαρρεύεσαι· 21 Μὴ θαρρεύῃς καὶ μὴ ἔσο ξένοιαστος εἰς δρόμον, ὅπου δὲν ὑπάρχουν προσκόμματα καὶ ἐμπόδια.
22 καὶ ἀπὸ τῶν τέκνων σου φύλαξαι. 22 και από αυτά ακόμη τα παιδιά σου πρόσεχε. 22 Προφυλάξου ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ παιδιά σου.
23 ἐν παντὶ ἔργῳ πίστευε τῇ ψυχῇ σου, καὶ γὰρ τοῦτό ἐστι τήρησις ἐντολῶν. 23 Δια κάθε καλόν έργον, που πράττεις, να έχης ψυχικόν σθένος και πεποίθησιν. Αυτό άλλωστε είναι τήρησις και απαίτησις των θείων εντολών. 23 Εἰς πᾶν ὅ,τι πράττεις, πρόσεχε μετὰ θάρρους καὶ λελογισμένης ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν ἑαυτόν σου, διότι ἀπὸ τὸ θάρρος καὶ τὴν προσοχὴν αὐτὴν ἐξαρτᾶται ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
24 ὁ πιστεύων νόμῳ προσέχει ἐντολαῖς, καὶ ὁ πεποιθὼς Κυρίῳ οὐκ ἐλαττωθήσεται. 24 Εκείνος που πιστεύει στον νόμον του Θεού, προσέχει τας θείας εντολάς· και εκείνος, ο οποίος στηρίζει την πεποίθησίν του στον Κυριον, δεν θα χάση, αλλά θα κερδίση και θα προοδεύση. 24 Ὅποιος πιστεύει εἰς τὸν Νόμον, ὅτι ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεόν, προσέχει εἰς τὰς ἐντολάς, ἵνα τηρῇ αὐτάς, καὶ ὁποῖος ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸν Κύριον, δὲν θὰ ζημιωθῇ.