Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:47
Δύση: 18:32
Σελ. 22 ημ.
301-64
13ος χρόνος, 5003η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΓΕΝΕΣΙΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 49 (ΜΘ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΚΑΛΕΣΕ δὲ ᾿Ιακὼβ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· συνάχθητε, ἵνα ἀναγγείλω ὑμῖν, τί ἀπαντήσει ὑμῖν ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν· 1 Εκάλεσε κοντά του ο Ιακώβ τους υιούς του και είπεν εις αυτούς· “συγκεντρωθήτε πλησίον μου, δια να σας αναγγείλω τι θα συμβούν εις σας, στους απογόνους σας, εις την ανθρωπότητα μέχρι και των τελευταίων ημερών. 1 Όταν ὁ Ἰακὼβ προαισθάνθηκε τὸν θάνατόν του, ἐκάλεσε κοντά του τὰ παιδιά του καὶ τοὺς εἶπε: «Συγκεντρωθῆτε ἐδῶ γύρω διὰ νὰ σᾶς εἶπω τὶ θὰ σᾶς συμβῇ εἰς τὸ πολὺ ἀπομεμακρυσμένον μέλλον, μέχρι τῆς χρονικῆς περιόδου ποὺ θὰ ἔλθῃ ὁ Μεσσίας.
2 ἀθροίσθητε καὶ ἀκούσατέ μου, υἱοὶ ᾿Ιακώβ, ἀκούσατε ᾿Ισραὴλ τοῦ πατρὸς ὑμῶν. 2 Μαζευθήτε και ακούσατέ με, παιδιά του Ισραήλ, ακούσατε τον πατέρα σας Ιακώβ. 2 Μαζευθῆτε ὅλοι καὶ ἀκοῦστε μου, παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ· ἀκοῦστε τὰ λόγια, ποὺ θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ Ἰσραήλ, ὁ πατέρας σας, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ»,
3 Ρουβήν, πρωτότοκός μου, σὺ ἰσχύς μου καὶ ἀρχὴ τέκνων μου, σκληρὸς φέρεσθαι καὶ σκληρὸς αὐθάδης. 3 Ρουβήν, ο πρωτότοκός μου, συ είσαι η δύναμίς μου, η απαρχή των τέκνων μου. Εφάνης όμως σκληρός εις την συμπεριφοράν σου, σκληρός και αναίσχυντος απέναντί μου. 3 Ἀφοῦ ἐμαζεύθησαν, ἀκολούθησε τὴν φυσικὴν σειρὰν τῆς γεννήσεως καὶ ἐμίλησε πρῶτα εἰς τὸν Ρουβὴν καὶ εἶπε: «Ρουβήν, πρωτότοκον παιδί μου, σὺ εἶσαι ἡ δύναμίς μου καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν παιδιῶν μου· μὲ τὴν συμπεριφοράν σου ὅμως ἐφάνης κατ’ ἐξοχὴν σκληρὸς καὶ ἀλαζονικός, θρασὺς καὶ χωρὶς ἐντροπήν.
4 ἐξύβρισας ὡς ὕδωρ, μὴ ἐκζέσῃς· ἀνέβης γὰρ ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ πατρός σου· τότε ἐμίανας τὴν στρωμνήν, οὗ ἀνέβης. 4 Ωρμησες σαν χείμαρρος εναντίον της γυναικός μου Βαλλάς και την εταπείνωσες. Δεν θα προοδεύσης και δεν θα αναδειχθής, διότι ανέβης εις την κλίνην του πατρός σου, εμόλυνες το κρεββάτι του πατέρα, σου, στο οποίον ανέβης. 4 Ὥρμησες ὡσὰν χείμαρρος νεροῦ ἐναντίον τῆς παλλακῆς μου Βαλλᾶς καὶ τὴν ἐταπείνωσες. Δὲν θὰ διακριθῇς μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν σου· δὲν θὰ προοδεύσῃς, διότι ἔπραξες πρᾶγμα παράνομον καὶ ἁμάρτησες εἰς τὸ κρεββάτι τοῦ πατέρα σου· μὲ τὴν πρᾶξιν σου ἐμόλυνες τὸ πατρικὸν κρεββάτι, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέβης καὶ ἐκοιμήθης μὲ τὴν Βαλλάν.
5 Συμεὼν καὶ Λευΐ ἀδελφοί· συνετέλεσαν ἀδικίαν ἐξ αἱρέσεως αὐτῶν. 5 Συμεών και Λευϊ, δύο αδελφοί ωλοκλήρωσαν εσκεμμένως μίαν φοβεράν άδικον πράξιν. 5 Ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Λευΐ εἶναι ἀδελφοὶ καὶ εἰς τὴν γέννησιν καὶ εἰς τὴν διάθεσιν καὶ εἰς τὸν χαρακτῆρα. Καὶ οἱ δύο ἐχρησιμοποίησαν τὰ ὅπλα των καὶ συνειδητῶς, μὲ σχέδιον ἒν ψυχρῷ, ὠλοκλήρωσαν μίαν φοβερὰν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν.
6 εἰς βουλὴν αὐτῶν μὴ ἔλθοι ἡ ψυχή μου, καὶ ἐπὶ τῇ συστάσει αὐτῶν μὴ ἐρείσαι τὰ ἥπατά μου, ὅτι ἐν τῷ θυμῷ αὐτῶν ἀπέκτειναν ἀνθρώπους καὶ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ αὐτῶν ἐνευροκόπησαν ταῦρον. 6 Η ψυχή μου δεν συγκατατίθεται εις την απόφασίν των, και η καρδία μου δεν επαναπαύεται εις την συνωμοσίαν των, διότι επάνω στον μεγάλον θυιμόν των εφόνευσαν ανθρώπους και εις την επιθυμίαν της εκδικήσεώς των εφόνευσαν και ταύρους. 6 Ἡ ψυχή μου δὲν συμφωνεῖ οὔτε ἐγκρίνει τὴν ἀπόφασίν των καὶ ἡ καρδία μου δὲν συμμετέχει οὔτε ἐπαναπαύεται εἰς τὰ διαβούλιά των· δὲν ἐγκρίνω τὸ κακούργημά των ἐναντίον τῶν Συχεμιτῶν. Διότι ἐπάνω εἰς τὸν ἀπερίσκεπτον θυμόν των ἐσκώτωσαν ἀνθρώπους· καὶ ἐπάνω εἰς τὴν ἐπιθυμίαν των νὰ ἐκδικηθοῦν τὴν προσβολήν, ποὺ ἔγινεν εἰς τὴν ἀδελφήν των Δείναν, ἐσκότωσαν ἀνθρώπους μέχρι καὶ ταύρους (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνεία τὸν υἱὸν τοῦ Ἐμμώρ, ὁ ὁποῖος ἦταν δυνατὸς ὡς ταῦρος, ἐπειδὴ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς νεανικῆς ἡλικίας του).
7 ἐπικατάρατος ὁ θυμὸς αὐτῶν, ὅτι αὐθάδης, καὶ ἡ μῆνις αὐτῶν, ὅτι ἐσκληρύνθη· διαμεριῶ αὐτοὺς ἐν ᾿Ιακὼβ καὶ διασπερῶ αὐτοὺς ἐν ᾿Ισραήλ. 7 Κατηραμένος ας είναι ο θυμός των, διότι και η οργή των ήτο παράνομος, ήτο σκληρά. Ενεκα τούτου θα διασκορπίσω τους απογόνους των μεταξύ των άλλων υιών του Ιακώβ, θα διασπαρούν εν μέσω του ισραηλιτικού λαού. 7 Ὁ μεγάλος καὶ ἄγριος θυμός των ἂς εἶναι καταράμενος, διότι ἦταν προπετής, ἀσυγκράτητος, ἀσυλλόγιστος· καὶ ἡ ὀργή των ἂς εἶναι καταραμένη, διότι ἦταν ἀπάνθρωπος, θηριώδης καὶ χωρὶς συμπάθειαν. Διὰ τοῦτο θὰ διαμοιράσω τοὺς ἀπογόνους των εἰς ὅλην τὴν χώραν τοῦ Ἰσραὴλ μεταξὺ τῶν ἄλλων φυλῶν τὸν Ἰακὼβ καὶ θὰ τοὺς διασκορπίσω μεταξὺ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.
8 ᾿Ιούδα, σὲ αἰνέσαισαν οἱ ἀδελφοί σου· αἱ χεῖρές σου ἐπὶ νώτου τῶν ἐχθρῶν σου· προσκυνήσουσί σοι οἱ υἱοὶ τοῦ πατρός σου. 8 Ιούδα, σε θα υμνήσουν οι αδελφοί σου, θα σε αναγνωρίσουν ως αρχηγόν των, τα χέρια σου θα είναι ισχυρά επάνω εις την ράχιν των εχθρών σου. Θα σε προσκυνήσουν ως αρχηγόν των οι απόγονοι του πατρός σου. 8 Ἰούδα, θὰ σὲ ὑμνήσουν (ἢ εἴθε νὰ σὲ ὑμνήσουν), θὰ σὲ τιμήσουν (ἢ εἴθε νὰ σὲ τιμήσουν) καὶ θὰ σὲ δοξάσουν (ἢ εἴθε νὰ σὲ δοξάσουν) οἱ ἀδελφοί σου· τὰ χέρια σου θὰ εἶναι ἰσχυρά, ὥστε νὰ τρέπῃς εἰς φυγὴν πανικοβλήτους τοὺς ἐχθρούς σου τὰ παιδιὰ τοῦ πατέρα σου θὰ πέσουν νὰ σὲ προσκυνήσουν μὲ τὴν θέλησίν των καὶ θὰ ὑποταχθοῦν εἰς σέ, διότι θὰ ἀναγνωρίζουν ὅτι σοῦ ἀξίζει ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα.
9 σκύμνος λέοντος ᾿Ιούδα· ἐκ βλαστοῦ, υἱέ μου, ἀνέβης· ἀναπεσὼν ἐκοιμήθης ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος· τίς ἐγερεῖ αὐτόν; 9 Ληοντάρι, γέννημα ληονταριού, θα είσαι, Ιούδα· από εμέ σαν από βλαστόν εφύτρωσες συ, άλλο βλαστάρι, υιέ μου. Εξηπλώθης και εκοιμήθης σαν ληοντάρι, σαν νεαρό εύρωστο ληοντάρι. Ποιός τολμά να τον πλησιάση και να τον εξυπνήση; 9 Ἰούδα, εἶσαι μικρὸ λιοντάρι· ἐφύτρωσες, παιδί μου, ὡσὰν βλαστὸς ἀπὸ ἐμέ. Ἀφοῦ ἑξάπλωσες, ἐκοιμήθης ὅπως κοιμᾶται τὸ λιοντάρι, ὁ βασιλιᾶς τῶν ζώων ἐκοιμήθης, ὅπως κοιμᾶται τὸ μικρὸ λιοντάρι· ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ τὸ ἐνοχλήσῃ καὶ νὰ τὸ ξυπνήσῃ ἀπὸ τὸν ὕπνον;
10 οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ ᾿Ιούδα καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἐὰν ἔλθῃ τὰ ἀποκείμενα αὐτῷ, καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν. 10 Δεν θα λείψη άρχων από την φυλην Ιούδα και αρχηγός από τους απογόνους του, μέχρις ότου έλθη εκείνος, εις τα χέρια του οποίου απόκεινται αι εξουσίαι. Αυτός θα είναι η ελπίς και η προσμονή των λαών, ο Μεσσίας. 10 Δὲν θὰ λείψῃ ἄρχων καὶ βασιλικὸν σκῆπτρον ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα δὲν θὰ λείψῃ ἀρχηγὸς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τῆς γενεᾶς του μέχρις ὅτου ἔλθῃ Ἐκεῖνος (ὁ Εἰρηνοποιός), εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει τὸ βασιλικὸν τοῦτο σκῆπτρον· καὶ Αὐτὸς θὰ εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ περιμένουν μὲ ζωηρὰν ἐλπίδα καὶ ἔντονον προσδοκίαν τὰ ἔθνη καὶ οἱ λαοὶ τῆς γῆς, δηλαδὴ ὁ Μεσαίας Χριστός.
11 δεσμεύων πρὸς ἄμπελον τὸν πῶλον αὐτοῦ καὶ τῇ ἕλικι τὸν πῶλον τῆς ὄνου αὐτοῦ· πλυνεῖ ἐν οἴνῳ τὴν στολὴν αὐτοῦ καὶ ἐν αἵματι σταφυλῆς τὴν περιβολὴν αὐτοῦ· 11 Τοση τότε θα είναι η ευημερία, ώστε θα δένη αυτός τον όνον του εις την άμπελον και το πουλάρι της όνου του εις την ψαλλίδα της αμπέλου. Θα πλύνη όχι με νερό αλλά με κρασί την στολήν του και με τον κόκκινον, σαν αίμα, οίνον της σταφυλής θα καθαρίζη την ενδυμασίαν του. 11 Θὰ εἶναι τόση ἡ μεγάλη εὐτυχία καὶ ἡ μακαρία κατάστασις, ποὺ θὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὶς ἡμέρες τῆς βασιλείας του· θὰ εἶναι τόση ἡ εὐφορία τῆς χώρας, ὥστε θὰ δένῃ τὸν ὄνον του εἰς τὸ ἀμπέλι καὶ τὸ πουλάρι του εἰς τὴν ψαλίδα τοῦ κλήματος. (Ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Αὐτός, ἐπειδὴ θὰ εἶναι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινὴ καὶ ἡ διδασκαλία του θὰ εἶναι ἁπαλὴ καὶ ἥμερη, θὰ ὑποτάξῃ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ θὰ τοὺς κάμῃ τόσον πειθαρχικούς, ὅσον πειθαρχικὸς εἶναι καὶ ὁ ὄνος, ποὺ δένεται εἰς τὸ ἀμπέλι, καὶ τὸ πουλάρι, ποὺ δένεται εἰς τὴν ψαλίδα τοῦ κλήματος). Θὰ εἶναι τόση ἡ εὐημερία καὶ ἡ ἀφθονία, ποὺ θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὶς ἡμέρες τῆς βασιλείας του, ὥστε ἡ ἐνδυμασία του θὰ πλένεται ὄχι μὲ νερόν, ἀλλὰ μὲ κρασί, καὶ ἡ στολή του μὲ τὸ κόκκινον ὡσὰν αἷμα κρασὶ τοῦ σταφυλιοῦ. (Ἢ ἐπειδὴ τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι προφητεία ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὸν Μεσσίαν, ὁ ὁποῖος θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα: Τὸ σῶμα ποὺ θὰ φορέσῃ ὁ Κύριος κατ’ οἰκονομίαν διὰ νὰ γίνῃ ἄνθρωπος, θὰ σφαγῇ καὶ θὰ πλυθῇ μὲ τὸ αἷμα τῆς σταυρικῆς λυτρωτικῆς του θυσίας).
12 χαροποιοὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἀπὸ οἴνου, καὶ λευκοὶ οἱ ὀδόντες αὐτοῦ ἢ γάλα. 12 Οι οφθαλμοί του θα ακτινοβολούν χαράν· θα σπινθηροβολούν σαν εκείνου που πίνει οίνον. Η καθαρότης του θα είναι άψογος, και οι οδόντες του θα είναι λευκότεροι από το γάλα. 12 Τὰ μάτια του θὰ ἀκτινοβολοῦν χαρὰν καὶ θὰ σπινθηροβολοῦν ὅπως τὰ μάτια ἐκείνου, ποὺ πίνει κρασί. Τὰ δόντια του θὰ εἶναι περισσότερον λευκὰ καὶ ἀπὸ τὸ γάλα· τόσον χαρουμένη θὰ εἶναι ἡ βασιλεία, τόσον λαμπρὴ ἡ δικαιοσύνη καὶ τόσον ἔνδοξον τὸ μεγαλεῖον αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὁ Κριτὴς τῶν ὅλων.
13 Ζαβουλὼν παράλιος κατοικήσει, καὶ αὐτὸς παρ᾿ ὅρμον πλοίων, καὶ παρατενεῖ ἕως Σιδῶνος. 13 Ζαβουλών, η φυλή του θα κατοικήση εις παράλιον χώραν, πλησίον λιμένων, όπου υπάρχουν πλοία, θα εκτείνεται δε μέχρι και της Σιδώνος. 13 Ὁ Ζαβουλὼν θὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν παραλίαν τῆς θαλάσσης, κοντὰ εἰς λιμάνι καὶ ὅρμους, ὅπου προσορμίζονται καὶ ἀγκυροβολοῦν πλοῖα, καὶ τὰ ὅρια τῆς χώρας του θὰ φθάνουν μέχρι τῆς πόλεως Σιδών.
14 ᾿Ισσάχαρ τὸ καλὸν ἐπεθύμησεν ἀναπαυόμενος ἀνὰ μέσον τῶν κλήρων· 14 Ισσάχαρ επεθύμησε και εθεώρησε καλόν να αναπαύεται εις τας περιοχάς, αι οποίαι εκληροδοτήθησαν στους άλλους αδελφούς του. 14 Ὁ Ἰσσάχαρ ἐπεθύμησε τὸ καλὸν καὶ τὴν ἄνεσιν καὶ ἀναπαύεται μεταξὺ τῶν περιοχῶν, ποὺ ἐδόθησαν ὡς κληρονομία εἰς τοὺς ἀδελφούς του.
15 καὶ ἰδὼν τὴν ἀνάπαυσιν ὅτι καλή, καὶ τὴν γῆν ὅτι πίων, ὑπέθηκε τὸν ὦμον αὐτοῦ εἰς τὸ πονεῖν καὶ ἐγενήθη ἀνὴρ γεωργός. 15 Αυτός ιδών, ότι η ειρηνική και αναπαυτική ζωή είναι καλή δι' αυτόν και ότι η χώρα του είναι εύφορος, ανέλαβε να εργασθή με τα χέρια του και να κοπιάζη εργαζόμενος την γην και έτσι έγινε γεωργός. 15 Καὶ ὅταν εἶδεν, ὅτι ἡ ὕσυχη καὶ εἰρηνικὴ ζωὴ εἶναι καλή, καὶ ὅτι ἡ γῆ τῆς ἰδικῆς του περιοχῆς εἶναι εὔφορος, ἔβαλε τὶς πλάτες καὶ τοὺς ὤμους του εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ ἀπεφάσισε νὰ μοχθῇ καὶ νὰ κοπιάζῃ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς· καὶ ἔτσι ἔγινε γεωργός.
16 Δὰν κρινεῖ τὸ λαὸν αὐτοῦ, ὡσεὶ καὶ μία φυλὴ ἐν ᾿Ισραήλ. 16 Ο Δαν θα κυβερνήση δια της φυλής του τον ισραηλιτικόν λαόν, σαν μια αξία φυλή του Ιακώβ. 16 Ὁ Δὰν θὰ γίνῃ κριτὴς καὶ κυβερνήτης καὶ θὰ κρίνῃ τὸν λαόν του. Ἂν καὶ εἶναι υἱὸς τῆς δούλης Βαλλᾶς, ἐν τούτοις θὰ γίνῃ ἰσάξιος εἰς τὴν διακυβέρνησιν αὐτήν, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη φυλὴ μεταξὺ τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ.
17 καὶ γενηθήτω Δὰν ὄφις ἐφ᾿ ὁδοῦ, ἐγκαθήμενος ἐπὶ τρίβου, δάκνων πτέρναν ἵππου, καὶ πεσεῖται ὁ ἱππεὺς εἰς τὰ ὀπίσω, 17 Η φυλή του Δαν θα γίνη κακοποιός, σαν όφις κρυμμένος στον δρόμον, όφις ο οποίος παραμονεύει εις την ατραπόν, δια να δαγκώση την πτέρναν του ίππου και να ανατραπή ο ιππεύς προς τα οπίσω, 17 Ἡ φυλὴ τοῦ Δὰν θὰ γίνῃ πειρατικὴ καὶ ἐπιθετική. Θὰ γίνῃ ὅπως τὸ φίδι, ποὺ εἶναι κρυμμένον εἰς τὸν δρόμον· φίδι φαρμακερόν, τὸ ὁποῖον παραμονεύει εἰς τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ κτυπήσῃ μὲ πανουργίαν τὴν πτέρναν τοῦ ἀλόγου, ὥστε νὰ ἀνατραπῇ ὁ ἀναβάτης του καὶ νὰ πέσῃ πρὸς τὰ ὀπίσω.
18 τὴν σωτηρίαν περιμένων Κυρίου. 18 ώστε τα θύματά του να περιμένουν την σωτηρίαν από τον Κυριον. 18 Θὰ περιμένω τὴν σωτηρίαν μου ἀπὸ τὸν Κύριον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω στηριγμένην τὴν ἐλπίδα μου. (Ἢ ἐπειδὴ τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι προφητεία: Ἡ φυλὴ τοῦ Δὰν δὲν θὰ σωθῇ μὲ τὴν δολιότητα καὶ πανουργίαν της· θὰ περιμένῃ τὴν σωτηρίαν της, ὅπως καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης, ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν, τὸν λυτρωτὴν Μεσσίαν).
19 Γάδ, πειρατήριον πειρατεύσει αὐτόν, αὐτὸς δὲ πειρατεύσει αὐτὸν κατὰ πόδας. 19 Ο Γαδ, ενέδρας και πειρατείας θα στήσουν δι' αυτόν, αλλά και αυτός θα στήση ενέδρας εις τα πόδια εκείνου, ο οποίος τον ενεδρεύει. 19 Ὁ Γὰδ θὰ δεχθῇ τὴν ἐπίθεσιν ὁμάδος πειρατῶν καὶ ληστῶν, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἔστησαν ἐνέδραν· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς θὰ τοὺς στήσῃ ἐνέδραν καὶ θὰ τοὺς καταδιώξῃ κατὰ πόδας.
20 ᾿Ασήρ, πίων αὐτοῦ ὁ ἄρτος, καὶ αὐτὸς δώσει τρυφὴν ἄρχουσι. 20 Του Ασήρ η τροφή θα είναι πλουσία και αυτός από την πολλήν καρποφορίαν των αγρών του θα προσφέρη απολαυστικά εδέσματα και εις βασιλείς. 20 Τὸ ψωμὶ τοῦ Ἀσὴρ καὶ τῆς φυλῆς του θὰ εἶναι πλούσιον· ἡ χώρα του θὰ εἶναι τόσον εὔφορος, ὥστε ἀπὸ τὰ ἀγαθά της θὰ δώσῃ ἐκλεκτήν, εὔγευστον καὶ πλουσίαν τροφὴν εἰς τοὺς ἄρχοντας.
21 Νεφθαλεὶμ στέλεχος ἀνειμένον, ἐπιδιδοὺς ἐν τῷ γεννήματι κάλλος. 21 Νεφθαλείμ, βλαστάρια υψωμένα θα προσδίδουν ωραιότητα εις αυτόν και εις την καρποφόρον βλάστησιν της χώρας του. 21 Ὁ Νεφθαλεὶμ εἶναι μαλακός, τρυφερὸς καὶ ὑψωμένος βλαστός, ὁ ὁποῖος γεννᾷ ὡραίους καὶ χαριτωμένους καρπούς, ποὺ δίδουν ὑπέροχον ὡραιότητα εἰς τὰ σπαρμένα ἐδάφη τῆς χώρας του. Οἱ ἀπόγονοί του θὰ ἔχουν ἀδούλωτον φρόνημα, θὰ εἶναι εὐγενεῖς, ἐλεύθεροι, ἐλκυστικοὶ εἰς τοὺς τρόπους καὶ πολὺ κολακευτικοὶ εἰς τὴν συμπεριφοράν των καὶ θὰ εἶναι δόξα καὶ καύχημα εἰς τὴν φυλήν των.
22 υἱὸς ηὐξημένος ᾿Ιωσήφ, υἱὸς ηὐξημένος μου ζηλωτός, υἱός μου νεώτατος· πρός με ἀνάστρεψον. 22 Ο Ιωσήφ ένδοξον τέκνον, ένδοξον και αγαπημένον παιδί των γηρατείων μου, επίστρεψε προς εμέ από την ξενητειά σου. 22 Ἰωσήφ, παιδὶ ἔνδοξον, παιδί μου ἔνδοξον, ζηλευτὸν καὶ ἀγαπητόν, παιδὶ τῶν γηρατειών μου. Γύρισε πίσῶ ἀπὸ τὴν ξενιτιὰν εἰς τὴν ἀγκάλην μου.
23 εἰς ὃν διαβουλευόμενοι ἐλοιδόρουν, καὶ ἐνεῖχον αὐτῷ κύριοι τοξευμάτων· 23 Εναντίον αυτού και των απογόνων του άνθρωποι πονηρά σκεπτόμενοι εξεστόμιζαν ύβρεις, άνθρωποι έχοντες ικανότητα εις πολέμους με τόξα εφθόνουν και εμίασουν αυτόν. 23 Ἐναντίον του ἐσυνωμοτοῦσαν καὶ τὸν ὕβριζαν· τὸν ἐμισοῦσαν, τὸν ἐπαραμόνευαν καὶ τὸν ἐσημάδευαν μὲ τὰ τόξα των ἄνθρωποι, ποὺ ἦσαν πολὺ ἀσκημένοι εἰς τὸ νὰ χειρίζωνται τὰ τόξα καὶ νὰ τὰ διευθύνουν μὲ ἐπιτυχίαν εἰς τὸν στόχον.
24 καὶ συνετρίβη μετὰ κράτους τὰ τόξα αὐτῶν, καὶ ἐξελύθη τὰ νεῦρα βραχιόνων χειρὸς αὐτῶν διά χεῖρα δυνάστου ᾿Ιακώβ, ἐκεῖθεν ὁ κατισχύσας ᾿Ισραήλ· παρὰ Θεοῦ τοῦ πατρός σου, 24 Αλλά τα τόξα των συνετρίβησαν μετά μεγάλης δυνάμεως και τα νεύρα των χειρών των παρέλυσαν από το κραταιόν χέρι του παντοδυνάμου Θεού του Ιακώβ. Από εκεί, από τον Θεόν του πατρός σου, θα αντλής την δύναμίν σου. 24 Τὰ τόξα ὅμως τῶν πεπειραμένων αὐτῶν σημαδευτῶν συνετρίβησαν ἐντελῶς μὲ μεγάλην δύναμιν καὶ βίαν καὶ τὰ νεῦρα τῶν δυνατῶν χεριῶν των παρέλυσαν ἀπὸ τὸ ἰσχυρὸν χέρι τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ τοῦ Ἰακώβ. Διότι ἀπὸ Ἐκεῖνον θὰ ἀντλῇ τὴν δύναμίν του ὁ ἰσχυρὸς Ἰσραήλ, ἀπὸ τὸν Θεὸν τοῦ πατέρα σου.
25 καὶ ἐβοήθησέ σοι ὁ Θεὸς ὁ ἐμὸς καὶ εὐλόγησέ σε εὐλογίαν οὐρανοῦ ἄνωθεν καὶ εὐλογίαν γῆς ἐχούσης πάντα· εἵνεκεν εὐλογίας μαστῶν καὶ μήτρας, 25 Ο Θεός μου σε εβοήθησε και σε ηυλόγησε ευλογίαν πλουσία από τον ουρανόν άνω και ευλογίαν από την γην κάτω, η οποία θα καρποφορή πλουσίως δια σέ. Αι ευλογίαι αυταί δια σε και δια τα τέκνα σου θα δειχθούν και από το πλήθος των απογόνων σου. 25 Σὲ ἐβοήθησε λοιπὸν ὁ Θεὸς ὁ ἰδικός μου καὶ σὲ εὐλόγησε μὲ εὐλογίαν, ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανόν, καὶ μὲ εὐλογίαν τῆς γῆς, ἡ ὁποία θὰ καρποφορῇ πλουσίως πρὸς χάριν σου ὅλα τὰ ἀγαθά. Οἱ εὐλογίες αὐτὲς πρὸς σὲ καὶ τοὺς υἱούς σου Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆν συνίστανται εἰς τὴν εὐλογίαν τῶν μαστῶν καὶ τῆς μήτρας, δηλαδὴ εἰς τοὺς πολυαρίθμοὺς ἀπογόνους σου καὶ εἰς τὸ πλῆθος τῶν ζώων, ποὺ θὰ ἀποκτήσῃς·
26 εὐλογίας πατρός σου καὶ μητρός σου· ὑπερίσχυσεν ὑπὲρ εὐλογίας ὀρέων μονίμων καὶ ἐπ᾿ εὐλογίαις θινῶν ἀενάων· ἔσονται ἐπὶ κεφαλὴν ᾿Ιωσὴφ καὶ ἐπὶ κορυφῆς ὧν ἡγήσατο ἀδελφῶν. 26 Θα λάβης τας ευλογίας του πατρός σου και της μητρός σου και θα είναι αύται ανώτεραι από την μεγαλοπρέπειαν και την μακροβιότητα των ορέων και πολυαριθμότεροι από τας αμμώδεις αιωνίας εκτάσεις. Αι ευλογίαι αυταί θα έλθουν εις την κεφαλήν του Ιωσήφ, εκείνου ο οποίος ανεδείχθη άρχων και προστάτης των αδελφών του. 26 τὶς πλούσιες αὐτὲς εὐλογίες θὰ τὶς λάβῃς χάριν τῶν προγόνων σου. Οἱ εὐλογίες δὲ αὐτὲς θὰ εἶναι ἀνώτερες καὶ δυνατώτερες ἀπὸ τὴν μεγαλοπρέπειαν καὶ αἰωνιότητα τῶν ἀσαλεύτων βουνῶν καὶ τῶν αἰωνίων λόφων. Οἱ εὐλογίες τῆς ἀφθονίας, τῆς δόξῃς, τῆς μεγαλοπρεπείας καὶ τῆς δυνάμεως θὰ ἔλθουν εἰς τὴν φυλὴν τοῦ Ἰωσήφ, ἐξ αἰτίας καὶ πρὸς χάριν τοῦ Ἰωσήφ· θὰ εἶναι ὡς στέμμα δόξης, ὡς κράνος προστατευτικὸν ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη πατέρας καὶ προστάτης τῶν ἀδελφῶν του εἰς τὴν Αἴγυπτον.
27 Βενιαμὶν λύκος ἅρπαξ· τὸ πρωϊνὸν ἔδεται ἔτι καὶ εἰς τὸ ἑσπέρας δίδωσι τροφήν. 27 Ο Βενιαμίν θα είναι λύκος αρπακτικός. Την πρωΐαν θα τρώγη ακόμη από το κυνήγι της προηγουμένης ημέρας και την εσπέραν της άλλης ημέρας θα έχη τόσα νέα θηράματα, ώστε να δίδη και εις άλλους τροφήν”. 27 Ὁ Βενιαμὶν θὰ εἶναι ἁρπακτικὸς λύκος. Τὰ θηράματα, ποὺ θὰ μαζεύῃ τὴν νύκτα, θὰ εἶναι τόσον πολλά, ὥστε τὸ πρωῒ θὰ συνεχίζῃ νὰ τὰ καταβροχθίζει μὲ λαιμαργίαν καὶ τὸ βράδυ θὰ ἔχῃ ἀκόμη τόσον κυνήγι, ὥστε νὰ μοιράζῃ καὶ εἰς ἄλλους».
28 Πάντες οὗτοι υἱοὶ ᾿Ιακὼβ δώδεκα, καὶ ταῦτα ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ πατὴρ αὐτῶν καὶ εὐλόγησεν αὐτούς, ἕκαστον κατὰ τὴν εὐλογίαν αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 28 Ολοι αυτοί οι υιοί του Ιακώβ ήσαν δώδεκα, και αυτά είπεν εις αυτούς ο πατήρ των. Ευλόγησεν αυτούς. Εδωκεν στον καθένα από αυτούς ιδιαιτέραν ευλογίαν και προφητείαν. 28 Ὅλοι αὐτοὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ εἶναι δώδεκα· εἶναι οἱ δώδεκα φυλές, ποὺ θὰ προέλθουν ἀπὸ αὐτούς. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ ὅσα εἶπεν εἰς τὸν καθένα ὁ πατέρας των. Τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς εὐχήθηκε. Εἰς τὸν καθένα ἔδωκε τὴν κατάλληλον εὐλογίαν, ἀναλόγως τῆς ἀξίας, τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ χαρακτῆρος καθενός. Εἶπε δὲ προφητικῶς εἰς τὸν καθένα ὅσα πρόκειται νὰ συμβοῦν εἰς κάθε φυλήν.
29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ προστίθεμαι πρὸς τὸν ἐμὸν λαόν· θάψατέ με μετὰ τῶν πατέρων μου ἐν τῷ σπηλαίῳ, ὅ ἐστιν ἐν τῷ ἀγρῷ ᾿Εφρὼν τοῦ Χετταίου, 29 Επειτα δε από τας ευλογίας τους είπεν· “εγώ υστέρα από ολίγον αποθνήσκω και προστίθεμαι στον λαόν μου, ο οποίος έχει εκδημήσει ενωρίτερον. Θέλω να με θάψετε μαζή με τους πατέρας μου εντός του σπηλαίου, το οποίον υπάρχει στον αγρόν του Εφρών του Χετταίου. 29 Ὁ Ἰακώβ, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὶς εὐλογίες καὶ τὶς προφητεῖες, ποὺ τοῦ ἀπεκάλυψε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, παρήγγειλε πρὸς τὰ παιδιά του: «Ἐγὼ ἀποθνήσκω καὶ πηγαίνω νὰ προστεθῶ εἰς τοὺς εὐλαβεῖς προγόνους μου, ποὺ ἀπέθαναν πρὶν ἀπὸ ἑμέ. Θάψετέ με μαζὶ μὲ τοὺς πατέρας μου εἰς τὸ σπήλαιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ χωράφι τοῦ Ἐφρὼν τοῦ Χετταίου·
30 ἐν τῷ σπηλαίῳ τῷ διπλῷ, τῷ ἀπέναντι Μαμβρῆ, ἐν γῇ Χαναάν, ὃ ἐκτήσατο ῾Αβραὰμ τὸ σπήλαιον παρὰ ᾿Εφρὼν τοῦ Χετταίου ἐν κτήσει μνημείου· 30 Θαψετέ με στο διπλούν σπήλαιον, που ευρίσκεται εις την Χαναάν απέναντι από την Δρυν Μαμβρή και το οποίον σπήλαιον ηγόρασεν ο Αβραάμ από τον Εφρών τον Χετταίον, δια να τα χρησιμοποιήση ως ιδιόκτητον μνημείον. 30 εἰς τὸ σπήλαιον τὸ διπλόν, ποὺ εἶναι ἀπέναντι ἀπὸ τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ, εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν· εἰς τὸ σπήλαιον, τὸ ὁποῖον ἀγόρασε ὁ Ἀβραὰμ ἀπὸ τὸν Ἐφρὼν τὸν Χετταῖον, διὰ νὰ τὸ κατέχῃ ὡς ἰδικόν του καὶ τὸ χρησιμοποίησῃ ὡς τόπον ταφῆς.
31 ἐκεῖ ἔθαψαν ῾Αβραὰμ καὶ Σάρραν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, ἐκεῖ ἔθαψαν ᾿Ισαὰκ καὶ Ρεβέκκαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, ἐκεῖ ἔθαψα Λείαν 31 Εκεί έθαψαν τον Αβραάμ και την σύζυγον αυτού την Σαρραν. Εκεί έθαψαν τον Ισαάκ και την σύζυγόν του την Ρεβέκκαν, εκεί έθαψα εγώ την Λείαν, 31 Εἰς τὸ ἴδιον σπήλαιον ἔθαψαν τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴν γυναῖκα του, τὴν Σάρραν· ἐκεῖ ἔθαψαν τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὴν γυναῖκα του, τὴν Ρεβέκκαν· ἐκεῖ ἔθαψα καὶ ἐγὼ τὴν γυναῖκα μου, τὴν Λείαν,
32 ἐν κτήσει τοῦ ἀγροῦ καὶ τοῦ σπηλαίου τοῦ ὄντος ἐν αὐτῷ παρὰ τῶν υἱῶν Χέτ. 32 αφού μας ανήκει ο αγρός αυτός και το σπήλαιον που υπάρχει εις αυτόν, διότι ηγοράσθησαν από τους Χετταίους”. 32 εἰς τὸ χωράφι καὶ τὸ σπήλαιον, ποὺ εἶναι εἰς αὐτό, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀγορασθῇ ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ Χέτ, τοὺς Χετταίους».
33 καὶ κατέπαυσεν ᾿Ιακὼβ ἐπιτάσσων τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ καὶ ἐξάρας τοὺς πόδας αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κλίνην ἐξέλιπε καὶ προσετέθη πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ. 33 Επαυσε τότε ο Ιακώβ να δίδη εντολάς εις τα παιδιά του, άπλωσε τα πόδια του επανώ στο κρεββάτι του, απέθανεν ειρηνικά και ήρεμα και προσετέθη στον λαόν του, ο οποίος ενωρίτερα από αυτόν είχεν απέλθει από τον κόσμον τούτον. 33 Ὁ Ἰακώβ, ἀφοῦ εἶπεν αὐτά, ἐσταμάτησε πλέον νὰ δίδῃ ἐντολὲς εἰς τὰ παιδιά του. Καὶ ὅταν ἐτελείωσε τὶς παραγγελίες του, ἐπειδὴ ἕως τότε ἦταν ἀνασηκωμένος, ἔλαβε τὴν στάσιν ἐκείνων ποὺ ἀποθνήσκουν. Ὡσὰν νὰ ἐδέχετο κάτι μὲ μεγάλην εὐχαρίστησιν καὶ βαθειὰν ἠρεμίαν, ἑξάπλωσε καὶ ἔνωσε τὰ πόδια του εἰς τὸ κρεββάτι, ἀφῆκε τὴν τελευταίαν του ἀναπνοήν, ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ καὶ προσετέθη εἰς τοὺς εὐλαβεῖς προγόνους του, οἱ ὁποῖοι ἀπέθαναν πρὶν ἀπὸ αὐτόν.