Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:45
Δύση: 18:34
Σελ. 20 ημ.
299-66
13ος χρόνος, 5001η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (Α)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
ΚΑΙ ἐγένετο μετὰ τὸ αἰχμαλωσθῆναι τὸν ᾿Ισραήλ, καὶ ῾Ιερουσαλὴμ ἐρημωθῆναι, ἐκάθισεν ῾Ιερεμίας κλαίων, καὶ ἐθρήνησε τὸν θρῆνον τοῦτον ἐπὶ ῾Ιερουσαλὴμ καὶ εἶπε· Επειτα από την αιχμαλωσίαν των Ισραηλιτών και την ερήμωσιν της Ιερουσαλήμ, εκάθισεν ο Ιερεμίας κλαίων· και εθρήνησε δια την Ιερουσαλήμ αυτόν τον θρήνον και είπε· Συνέβη δὲ τοῦτο: Μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τὴν ἐρήμωσιν τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους, ἐκάθησεν ὁ προφήτης Ἱερεμίας κλαίων καὶ ἐθρηνολόγησε τὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τὸ ἀκόλουθον μοιρολόγι καὶ εἶπε:
1 Πῶς ἐκάθισε μόνη ἡ πόλις ἡ πεπληθυμμένη λαῶν; ἐγενήθη ὡς χήρα πεπληθυμμένη ἐν ἔθνεσιν, ἄρχουσα ἐν χώραις ἐγενήθη εἰς φόρον. 1 Πως απέμεινε μόνη, έρημος από κατοίκους η πόλις, η οποία άλλοτε ήτο γεμάτη από λαούς; Εγινεν ωσάν απωρφανισμένη χήρα αυτή, που ήτο άλλοτε πολυάνθρωπος, μεταξύ όλων των εθνών. Πως η αρχόντισσα ανάμεσα εις τας χώρας της γης έγινε τώρα φόρου υποτελής! 1 Πῶς ἀπέμεινεν ἔρημη, χωρὶς κατοίκους, καὶ ἐκάθησε κάτω μόνη ἡ ἄλλοτε πολυάνθρωπος πόλις; Πῶς κατήντησεν ὡς χήρα, ποὺ ἐστερήθη τὸν σύζυγόν της, ἢ ἄλλοτε πολυάνθρωπος μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνῶν! Πῶς ἡ ἄλλοτε ἀρχόντισσα καὶ πριγκίπισσα μεταξὺ τῶν ἄλλων χωρῶν κατήντησε τώρα ὑπόδουλη καὶ φόρου ὑποτελής;
2 Κλαίουσα ἔκλαυσεν ἐν νυκτί, καὶ τὰ δάκρυα αὐτῆς ἐπὶ τῶν σιαγόνων αὐτῆς, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ παρακαλῶν αὐτὴν ἀπὸ πάντων τῶν ἀγαπώντων αὐτήν· πάντες οἱ φιλοῦντες αὐτὴν ἠθέτησαν ἐν αὐτῇ, ἐγένοντο αὐτῇ εἰς ἐχθρούς. 2 Πικρώς έκλαυσε και κλαίει κατά την νύκτα. Τα δάκρυά της ρέουν εις τας παρειάς της. Δεν υπάρχει κανείς από εκείνους, οι οποίοι άλλοτε την αγαπούσαν να την παρηγορή! Ολοι εκείνοι που την αγαπούσαν, την ηρνήθησαν και την επρόδωσαν. Εγιναν εχθροί της. 2 Κλαίει ἀκατάπαυστα καὶ χύνει πολλὰ δάκρυα καθ' ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς νύκτας, καὶ τὰ συνεχῆ δάκρυά της κυλοῦν εἰς τὰ μάγουλά της. Δὲν ὑπάρχει δὲ κανεὶς ἀπὸ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε τὴν ἀγαποῦσαν, διὰ νὰ τὴν παρηγορήσῃ. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε τὴν ἀγαποῦσαν τὴν ἀρνήθηκαν, τὴν ἐπρόδωσαν καὶ ἔγιναν ἐχθροί της.
3 Μετῳκίσθη ᾿Ιουδαία ἀπὸ ταπεινώσεως αὐτῆς καὶ ἀπὸ πλήθους δουλείας αὐτῆς· ἐκάθισεν ἐν ἔθνεσιν, οὐχ εὗρεν ἀνάπαυσιν· πάντες οἱ καταδιώκοντες αὐτὴν κατέλαβον αὐτὴν ἀναμέσον τῶν θλιβόντων. 3 Τα πλήθη των Ιουδαίων έπειτα από την συντριβήν και τον εξευτελισμόν των, έπειτα από την σκληράν δουλείαν των, μετεφέρθησαν εξόριστοι εις ξένας περιοχάς. Παραμένουν μεταξύ των εθνών διεσκορπισμένοι, χωρίς να ευρίσκουν εκεί ανάπαυσιν. Ολοι όσοι τους εμισούσαν και τους κατεδίωκαν, τους κατέφθασαν, δια να προσθέσουν πόνον στον πόνον των, εν μέσω ανθρώπων, οι οποίοι τους θλίβουν. 3 Οἱ κάτοικοι τῆς Ἰουδαίας ἔγιναν αἰχμάλωτοι καὶ ὠδηγήθησαν εἰς τὴν ἐξορίαν ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς ταπεινώσεις καὶ ἐξευτελισμοὺς καὶ ἔπειτα ἀπὸ βαρυτάτην δουλείαν. Οἱ ἐξόριστοι ὅμως αἰχμάλωτοι, διασκορπισμένοι μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, δὲν εὐρίσκουν ἀνάπαυσιν. Ὅλοι ὅσοι τοὺς κατεδίωκαν τοὺς ἐπρόφθασαν μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τοὺς καταπιέζουν καὶ τοὺς θλίβουν.
4 ῾Οδοὶ Σιὼν πενθοῦσι παρὰ τὸ μὴ εἶναι ἐρχομένους ἐν ἑορτῇ· πᾶσαι αἱ πύλαι αὐτῆς ἠφανισμέναι, οἱ ἱερεῖς αὐτῆς ἀναστενάζουσιν, αἱ παρθένοι αὐτῆς ἀγόμεναι, καὶ αὐτὴ πικραινομένη ἐν ἑαυτῇ. 4 Οι δρόμοι της Σιών πενθούν, διότι δεν υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι να έρχωνται στον ναόν κατά τας εορτάς. Ολαι αι πύλαι αυτής έχουν καταστροφή. Οι ιερείς της αναστενάζουν, αι παρθένοι της σύρονται εις αιχμαλωσίαν και εξευτελισμόν, και η ιδία μένει εγκαταλελειμμένη εις την μεγάλην της πικρίαν. 4 Οἱ δρόμοι τῆς Σιὼν εἶναι λυπημένοι, πενθοῦν, διότι δὲν ὑπάρχουν πλέον ἄνθρωποι διὰ νὰ τοὺς βαδίσουν καὶ ἔλθουν κατὰ τὶς ἑορτές «τὸ Πάσχα, τὴν Πεντηκοστήν, τὴν Σκηνοπηγίαν κλπ.» εἰς τὸν Ναόν, διὰ νὰ λατρεύσουν τὸν Θεόν. Ὅλες οἱ πύλες της, ὅπου ἄλλοτε ἐγίνοντο οἱ δημόσιες συναθροίσεις, εἶναι κατεστραμμένες καὶ ἔρημες· οἱ ἱερεῖς της ἀφήνουν βαθεῖς ἀναστεναγμούς, οἱ παρθένες της σύρονται αἰχμάλωτες, καὶ ἡ ἰδία «ἡ πόλις Σιών» μένει μόνη καὶ ἔρημη, βυθισμένη εἰς μεγάλην πικρίαν.
5 ᾿Εγένοντο οἱ θλίβοντες αὐτὴν εἰς κεφαλήν, καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς εὐθηνοῦσαν, ὅτι Κύριος ἐταπείνωσεν αὐτὴν ἐπὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβειῶν αὐτῆς· τὰ νήπια αὐτῆς ἐπορεύθησαν ἐν αἰχμαλωσίᾳ κατὰ πρόσωπον θλίβοντος. 5 Αυτοί που την καταδυναστεύουν και την θλίβουν έγιναν ισχυρότεροί της. Οι εχθροί της θριαμβεύουν και ευημερούν. Και τούτο, διότι ο Κυριος την εταπείνωσεν, εξ αιτίας των πολυαρίθμων αδικιών της. Και αυτά ακόμη τα νήπιά της εβάδισαν τον δρόμον της αιχμαλωσίας ενώπιον εκείνων, που την καταθλίβουν. 5 Οἱ καταπιεσταί της ἔγιναν ἔνδοξοι καὶ ὑπερίσχυσαν, οἱ δὲ ἐχθροί της εὐφραίνονται καὶ εὐημεροῦν, διότι ὁ Κύριος τὴν ἐταπείνωσε καὶ τὴν ἐξηυτέλισεν ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ἀσεβειῶν καὶ παρανομιῶν της. Ἀλλὰ καὶ τὰ νήπιά της ὠδηγήθησαν εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν, συρόμενα βιαίως ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὰ κατατυραννοῦσαν.
6 Καὶ ἐξῄρθη ἐκ θυγατρὸς Σιὼν πᾶσα ἡ εὐπρέπεια αὐτῆς· ἐγένοντο οἱ ἄρχοντες αὐτῆς ὡς κριοὶ οὐχ εὑρίσκοντες νομὴν καὶ ἐπορεύοντο ἐν οὐκ ἰσχύϊ κατὰ πρόσωπον διώκοντος. 6 Αφῃρέθη και εχάθη πλέον από την θυγατέρα Σιών όλη η μεγαλοπρέπειά της. Οι άρχοντες της έγιναν ωσάν τα κριάρια, τα οποία δεν ευρίσκουν βοσκήν. Περιπατούν εξηντλημένοι εμπρός από αυτούς, που τους καταδιώκουν. 6 Ἀφηρέθη καὶ ἐχάθη ἀπὸ τὴν θυγατέρα Σιὼν ὅλη ἡ δόξα καὶ ἡ μεγαλοπρέπειά της «ὁ Ναός, ἡ βασιλεία, ἡ ἱερωσύνη». Οἱ ἄρχοντές της ἔγιναν ὡσὰν κριάρια, τὰ ὁποῖα δὲν εὐρίσκουν βοσκὴν καὶ τρέπονται εἰς φυγὴν ἐξηντλημένα ἐμπρὸς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὰ κυνηγοῦν καὶ τὰ καταδιώκουν.
7 ᾿Εμνήσθη ῾Ιερουσαλὴμ ἡμερῶν ταπεινώσεως αὐτῆς καὶ ἀπωσμῶν αὐτῆς· πάντα τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς, ὅσα ἦν ἐξ ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐν τῷ πεσεῖν τὸν λαὸν αὐτῆς εἰς χεῖρας θλίβοντος καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθῶν αὐτῇ, ἰδόντες οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς ἐγέλασαν ἐπὶ μετοικεσίᾳ αὐτῆς. 7 Ενεθυμήθη η Ιερουσαλήμ τας ημέρας του εξευτελισμού και των απωθήσεών της. Ολα τα ωραία και επιθυμητά πράγματα, τα οποία αυτή κατείχεν από αρχαίων ημερών, περιήλθαν εις χείρας των εχθρών της, όταν ηττήθη και έπεσε συντριμμένος ο λαός της εις τα χέρια των τυράννων της. Και δεν υπήρχεν άνθρωπος, να την βοηθήση. Οι δε εχθροί της ιδόντες την συντριβήν και τον εξευτελισμόν της εγέλασαν με χαιρεκακίαν δια την αιχμαλωσίαν και την εξορίαν των κατοίκων της. 7 Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἐνθυμεῖται τὶς ἡμέρες τῆς δυστυχίας, τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῆς ἀπορρίψεώς της ἐκ μέρους ὅλων· ὅλα τὰ ὡραῖα καὶ πολὺ ἐπιθυμητὰ πράγματά της, τὰ ὁποῖα κατεῖχεν ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων, ἔπεσαν εἰς τὰ χέρια τῶν δυναστῶν της, ὅταν ἐνικήθη καὶ ὑπετάγη ὁ λαός της καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον ἄνθρωπος νὰ τὴν βοηθήσῃ. Καὶ τότε, ὅταν οἱ ἐχθροί της εἶδαν τὴν πτῶσιν, τὴν συντριβὴν καὶ τὴν ἐγκατάλειψίν της, ἐγέλασαν μὲ χαιρεκακίαν διὰ τὴν ἐξορίαν καὶ αἰχμαλωσίαν τῶν κατοίκων της.
8 ῾Αμαρτίαν ἥμαρτεν ᾿Ιερουσαλήμ, διὰ τοῦτο εἰς σάλον ἐγένετο· πάντες οἱ δοξάζοντες αὐτὴν ἐταπείνωσαν αὐτήν, εἶδον γὰρ τὴν ἀσχημοσύνην αὐτῆς, καί γε αὐτὴ στενάζουσα καὶ ἀπεστράφη ὀπίσω. 8 Βαρύτατα ημάρτησεν η Ιερουσαλήμ. Δια τούτο και περιέπεσεν εις αυτόν τον συγκλονισμόν και την αναταραχην. Ολοι όσοι προηγουμένως την ετιμούσαν και την εδόξαζαν, την κατεφρόνησαν. Είδαν γυμνήν την ταπείνωσιν και τον εξευτελισμόν της. Και αυτή η ίδια στενάζει και στρέφει το πρόσωπόν της αλλού, δια να μη αντικρυση τα περιφρονητικά βλέμματα. 8 Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἁμάρτησε βαρύτατα, διὰ τοῦτο ὠλίσθησεν εἰς ταραχήν, συγκλονισμὸν καὶ μεγάλην πτῶσιν. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προηγουμένως τὴν ἐτιμοῦσαν καὶ τὴν ἐδόξαζαν, τὴν ἐπεριφρόνησαν καὶ τὴν ἐξηυτέλισαν, διότι εἶδαν τὴν γυμνότητά της· δηλαδὴ τὴν μεγάλην συμφοράν της ἕνεκα τῆς φανερώσεως τῶν πολλῶν καὶ αἰσχρῶν ἁμαρτιῶν της. Ἐμπρὸς εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν καταφρόνησιν ἡ ἰδία ἀναστενάζει βαθιὰ καὶ στρέφει τὸ πρόσωπον τῆς ἄλλου, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰ βλέμματα ἐκείνων ποὺ τὴν περιφρονοῦν.
9 ᾿Ακαθαρσία αὐτῆς πρὸς ποδῶν αὐτῆς, οὐκ ἐμνήσθη ἔσχατα αὐτῆς· καὶ κατεβίβασεν ὑπέρογκα, οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν αὐτήν· ἰδέ, Κύριε, τὴν ταπείνωσίν μου, ὅτι ἐμεγαλύνθη ὁ ἐχθρός. 9 Ο ρύπος της έφθασεν έως εις τα πόδια της. Δεν ενεθυμήθη καθόλου το τέλος της. Κατέπεσεν εις βάθος, δεν υπάρχει κανείς να την παρηγόρηση. Συ, Κυριε, ιδέ την αθλίαν μου κατάστασιν, διότι ο εχθρός αλαζονεύεται και θριαμβεύει εναντίον μου. 9 Ἡ ἔμμηνος ἀκαθαρσία της δὲν ἔμεινε κρυφή, ἐπροχώρησε καὶ κατέβη μέχρι τὰ πόδια της ἐκτεθειμένη εἰς κοινὴν θέαν! Κατὰ τὴν περίοδον τῆς εὐτυχίας της καθόλου δὲν ἐσκέφθη ὅτι τὸ τέλος της θὰ ἦταν τέτοιο. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ τόσον μεγάλη καὶ καταπληκτικὴ πτῶσις της, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ τὴν παρηγορήσῃ. «Ἰδέ, Κύριε, «λέγει ἡ Ἱερουσαλὴμ» τὴν ἀθλιότητα καὶ ἀφόρητον δυστυχίαν μου, διότι ὁ ἐχθρὸς ὑπερηφανεύεται καὶ θριαμβεύει εἰς βάρος μου».
10 Χεῖρα αὐτοῦ ἐξεπέτασε θλίβων ἐπὶ πάντα τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς· εἶδε γὰρ ἔθνη εἰσελθόντα εἰς τὸ ἁγίασμα αὐτῆς, ἃ ἐνετείλω μὴ εἰσελθεῖν αὐτὰ εἰς ἐκκλησίαν σου. 10 Ο σκληρός δυνάστης άπλωσε τα χέρια του εις όλα τα πολύτιμα αυτής πράγματα. Είδεν η Ιερουσαλήμ ειδωλολάτρας να εισέρχονται στον άγιον ναόν, δια τον οποίον συ είχες δώσει εντολήν να μη εισέλθη κανείς από τους ειδωλολάτρας, ούτε καν εις τας συγκεντρώσστου λαού σου. 10 Ὁ ἀδίστακτος δυνάστης ἄπλωσε τὰ χέρια του μὲ ἁρπακτικὴν διάθεσιν εἰς ὅλους τοὺς ἀξιολόγους καὶ πολυτίμους ἱεροὺς θησαυρούς της. Διότι ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶδε τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν ἅγιον Ναόν της, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχες δώσει ἀπαγορευτικὴν ἐντολὴν νὰ μὴ εἰσέρχωνται οὐδὲ κἀν εἰς τὶς λατρευτικὲς συγκεντρώσεις τοῦ λαοῦ σου.
11 Πᾶς ὁ λαὸς αὐτῆς καταστενάζοντες, ζητοῦντες ἄρτον, ἔδωκαν τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς ἐν βρώσει τοῦ ἐπιτστρέψαι ψυχήν· ἰδέ, Κύριε, καὶ ἐπίβλεψον, ὅτι ἐγενήθη ἠτιμωμένη. 11 Ολος ο λαός της Ιερουσαλήμ αναστενάζει κάτω από το βάρος της θλίψεως. Ζητούν να εύρουν άρτον. Εδωκαν τα πολύτιμα αυτών αντικείμενα, εις εύρεσιν ολίγης τροφής προς συντήρησιν της ζωής των. Ιδε, Κυριε, ρίψε το βλέμμα σου, διότι η Σιών είναι εξευτελισμένη και καταφρονεμένη. 11 Ὅλος ὁ λαὸς τῆς Ἱερουσαλὴμ θρηνολογεῖ καὶ ἀναστενάζει πικρὰ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν συμφορῶν, ζητῶν, λόγῳ τῆς πολιορκίας, νὰ εὔρη ψωμί. Ἀντάλλαξαν τὰ πολύτιμά των ἀντικείμενα διὰ τροφήν, ὥστε νὰ συντηρηθοῦν εἰς τὴν ζωὴν καὶ νὰ μὴ ἀποθάνουν. «Ἴδε, Κύριε, καὶ ρίψε εὐσπλαγχνικὸν τὸ βλέμμα σου, διότι ἐγὼ ἡ Σιὼν ἔχω κατεξευτελισθῆ».
12 Οἱ πρὸς ὑμᾶς πάντες παραπορευόμενοι ὁδόν, ἐπιστρέψατε καὶ ἴδετε εἰ ἔστιν ἄλγος κατὰ τὸ ἄλγος μου, ὃ ἐγενήθη· φθεγξάμενος ἐν ἐμοὶ ἐταπείνωσέ με Κύριος ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ. 12 Σεις, οι οποίοι διέρχεσθε κοντά μου, ρίψατε ένα βλέμμα, ίδετε εάν υπάρχη αλλού τόσος πόνος, όσος είναι ο ιδικός μου ! Και ο πόνος αυτός έπεσεν επάνω μου, όταν ο Κυριος κατά την ημέραν της οργής και του θυμού του ωμίλησεν εναντίον μου και με εταπείνωσεν. 12 «Ὅλοι σεῖς, διαβάται, οἱ ὁποῖοι διέρχεσθε ἀπὸ κοντά μου, στρέψατε τὸ βλέμμα σας, προσέξατε καὶ σκεφθῆτε ἐὰν ὑπάρχῃ πουθενὰ ἀλλοῦ τόσος πόνος, ὅσος εἶναι ὁ πόνος ποὺ μὲ ἐκτύπησεν! Ὁ πόνος αὐτὸς προεκλήθη εἰς ἐμέ, ὅταν ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ του ὡμίλησεν ἐναντίον μου, ἁπλῶς μόνον ἐπρόσταξε καὶ μὲ ἔρριψε κάτω ταπεινωμένην καὶ ἐξηυτελισμενην.
13 ᾿Εξ ὕψους αὐτοῦ ἀπέστειλε πῦρ, ἐν τοῖς ὀστέοις μου κατήγαγεν αὐτό· διεπέτασε δίκτυον τοῖς ποσί μου, ἀπέστρεψέ με εἰς τὰ ὀπίσω, ἔδωκέ με ἠφανισμένην, ὅλην τὴν ἡμέραν ὠδυνωμένην. 13 Από το ύψος του ουρανίου θρόνου του έρριψε πυρ, το έβαλε μέσα εις τα κόκκαλά μου. Απλωσε δίκτυον εις τα πόδιά μου, με ανέτρεψε, με παρέδωσεν εις όλεθρον και εξαφανισμόν. Ολην την ημέραν μέ έκαμε να υποφέρω και να οδυνώμαι. 13 Ἀπὸ τὸ ὕψος ὅπου εὑρίσκεται ὁ οὐράνιος θρόνος του ἔρριψε κάτω φωτιὰ καὶ τὴν ἔβαλε μέσα εἰς τὰ κόκκαλά μου· ἄπλωσε δίκτυον εἰς τὰ πόδια μου καὶ μὲ συνέλαβεν ἔτσι, ὥστε νὰ μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ξεφύγω, μὲ ἀνέτρεψε καὶ μὲ ἀναποδογύρισε μὲ παρέδωκεν εἰς καταστροφὴν καὶ ἐρήμωσιν καὶ μὲ ἀφῆκε νὰ πονῶ καὶ νὰ ὑποφέρω καθ' ὅλην τὴν διαρκειαν τῆς ἡμέρας, δηλαδὴ νὰ τιμωροῦμαι συνεχῶς.
14 ᾿Εγρηγορήθη ἐπὶ τὰ ἀσεβήματά μου· ἐν χερσί μου συνεπλάκησαν, ἀνέβησαν ἐπὶ τὸν τράχηλόν μου· ἠσθένησεν ἡ ἰσχύς μου, ὅτι ἔδωκε Κύριος ἐν χερσί μου ὀδύνας, οὐ δυνήσομαι στῆναι. 14 Παρηκολούθησεν άγρυπνος τας ασεβείας μου. Αυταί περιεπλάκησαν εις τα χέρια μου, ανεβησαν έως επάνω στον τράχηλόν μου, με κατεβάρυναν και με κατεπόντισαν. Η δύναμίς μου εξησθένησε, διότι ο Κυριος έδωσεν εις τα χέρια μου πόνους δυνατούς. Δεν ημπορώ πλέον να σταθώ εις τα πόδια μου ! 14 Ὁ Κύριος παρηκολούθησεν ἄγρυπνος τὰ πταίσματα, τὶς ὕβρεις καὶ τὶς ἀσέβειές μου· ὅλα αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα τὰ ὁποῖα διέπραξα περιεπλέχθησαν εἰς τὰ χέρια μου, ἀνέβησαν μέχρι τὸν τράχηλόν μου καὶ μὲ κατεβάρυναν. Ἡ δύναμις καὶ ἡ ρώμη τοῦ σώματός μου ἐξησθένησε, διότι ὁ Κύριος ἐπέβαλεν εἰς τὰ χέρια μου ὀδυνηρὰ καταναγκαστικὰ ἔργα· δὲν ἠμπορῶ πλέον νὰ ἀνθέξω καὶ νὰ ἀντισταθῶ.
15 ᾿Εξῆρε πάντας τοὺς ἰσχυρούς μου ὁ Κύριος ἐκ μέσου μου, ἐκάλεσεν ἐπ' ἐμὲ καιρὸν τοῦ συντρίψαι ἐκλεκτούς μου· ληνὸν ἐπάτησε Κύριος παρθένῳ θυγατρὶ ᾿Ιούδα, ἐπὶ τούτοις ἐγὼ κλαίω. 15 Αφήρεσε και απέρριψεν ο Κυριος εκ μέσου μου όλους τους υπερασπιστάς μου. Ωρισεν εναντίον μου καιρόν εις συντριβήν των εκλεκτών μου ανθρώπων. Ο Κυριος επάτησεν υπό τους πόδας του εις, τον ληνόν εμέ, την παρθένον, θυγατέρα του Ιούδα· και εγώ κλαίω δι' όλα αυτά ! 15 Ὁ Κύριος ἀπεδοκίμασε καὶ ἀφήρεσεν ἐκ μέσου μου ὅλους τοὺς γενναίους ὑπερασπιστάς μου, καθώρισεν ἐναντίον μου καιρὸν διὰ νὰ συντρίψῃ τοὺς νέους μου, τοὺς ἀρίστους τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Κύριος κατεπάτησεν εἰς τὸν ληνόν του ἐμὲ τὴν παρθένον του, τὴν Ἰουδαίαν, ὅπως πατεῖ κανεὶς τὰ σταφύλια εἰς τὸ πατητήρι· καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ κλαίω!
16 ῾Ο ὀφθαλμός μου κατήγαγεν ὕδωρ, ὅτι ἐμακρύνθη ἀπ' ἐμοῦ ὁ παρακαλῶν με, ὁ ἐπιστρέφων ψυχήν μου· ἐγένοντο οἱ υἱοί μου ἠφανισμένοι, ὅτι ἐκραταιώθη ὁ ἐχθρός. 16 Τα μάτια μου χύνουν δάκρυα ωσάν το νερό της πηγής, διότι έχει απομακρυνθη από εμέ ο Κυριος της παρηγορίας μου, ο μόνος ικανός να επαναφέρη και στήριξη την ζωήν μου. Τα παιδιά μου έχουν πλέον εξαφανισθή, διότι ο εχθρός υπερίσχυσεν εναντίον μου. 16 Τὰ μάτια μου χύνουν δάκρυα ὡσὰν νερό, διότι ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ ἐμὲ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ παρηγορεῖ καὶ μὲ ἀναπαύει, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ συνεφέρῃ καὶ θὰ ἀναζωογονήσῃ τὴν ἐξηντλημένην ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ τὴν ὀδύνην ψυχήν μου. Τὰ παιδιά μου ἔχουν καταστροφῆ καὶ ἀφανισθῆ, διότι ὁ ἐχθρὸς ἐδείχθη ἰσχυρότερος καὶ κραταιότερός μου».
17 Διεπέτασε Σιὼν χεῖρας αὐτῆς, οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν αὐτήν· ἐνετείλατο Κύριος τῷ ᾿Ιακώβ, κύκλῳ αὐτοῦ οἱ θλίβοντες αὐτόν, ἐγενήθη ῾Ιερουσαλὴμ εἰς ἀποκαθημένην ἀναμέσον αὐτῶν. 17 Απλωσε τα χέρια της η Σιών ζητούσα βοήθειαν και δεν υπάρχει κανείς να την παρηγόρηση και να την βοηθήση. Εδωσεν εντολάς ο Κυριος στον Ιακώβ, εξέφερεν απειλάς. Και ιδού ότι οι καταδυναστεύοντες αυτόν τον περιεκύκλωσαν. Η Ιερουσαλήμ έγινεν ακάθαρτος ανάμεσα εις αυτούς, ώσαν την αποκαθημένην γυναίκα. 17 Ἡ Σιών «λέγει ὁ Προφήτης» ἄπλωσε καὶ ὕψωσε τὰ χέρια της ζητοῦσα βοήθειαν, δὲν ὑπάρχει ὅμως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τὴν παρηγορήσῃ καὶ τὴν ἀναπαύσῃ. Ἔδωκε προστάγματα καὶ ἐντολὲς ὁ Κύριος εἰς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ· τοὺς παρήγγειλε νὰ ἀγρυπνοῦν, διότι οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ τοὺς καταδυναστεύσουν, τοὺς ἔχουν περικυκλώσει. Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἔγινε μεταξύ των βδελυκτὴ καὶ σιχαμερή, ὅπως ἡ γυναῖκα ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἔμμηνον ρῦσιν της.
18 Δίκαιός ἐστι Κύριος, ὅτι τὸ στόμα αὐτοῦ παρεπίκραναν· ἀκούσατε δή, πάντες οἱ λαοί, καὶ ἴδετε τὸ ἄλγος μου· παρθένοι μου καὶ νεανίσκοι μου ἐπορεύθησαν ἐν αἰχμαλωσίᾳ. 18 Δικαιος είναι ο Κυριος, διότι ο λαός του τον παρεπίκρανεν, επειδή δεν υπήκουσεν εις τα λόγια του στόματός του. Ακούσατε, λοιπόν, όλοι οι λαοί, ιδέτε την οδύνην μου. Αι παρθένοι μου και οι νέοι μου άνδρες απήχθησαν εις αιχμαλωσίαν. 18 «Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἀναγνωρίζει τὴν ἐνοχήν της καὶ λέγει:» «Δίκαιος εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος μὲ ἐτιμώρησε, διότι οἱ Ἰσραηλῖται τὸν ἔχουν πολὺ πικράνει καὶ παροργίσει, ἐπειδὴ δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὰ λόγια τοῦ στόματός του. Ἀκοῦστε λοιπόν, ὅλοι οἱ λαοί, καὶ ἴδετε τὴν ὀδύνην καὶ τὴν συμφοράν μου. Οἱ παρθένες μου καὶ οἱ νέοι μου ὠδηγήθησαν εἰς αἰχμαλωσίαν.
19 ᾿Εκάλεσα τοὺς ἐραστάς μου, αὐτοὶ δὲ παρελογίσαντό με· οἱ ἱερεῖς μου καὶ οἱ πρεσβύτεροί μου ἐν τῇ πόλει ἐξέλιπον, ὅτι ἐζήτησαν βρῶσιν αὐτοῖς, ἵνα ἐπιστρέψωσι ψυχὰς αὐτῶν, καὶ οὐχ εὗρον. 19 Προσεκάλεσα τους άλλοτε φίλους μου, αλλά αυτοί με εγέλασαν και με επρόδωσαν. Οι ιερείς μου και οι πρεσβύτεροί μου έλειψαν πλέον από την πόλιν, διότι περιέρχονται αναζητούντες τροφάς δια τον εαυτόν των, δια να διατηρήσουν την ζωήν των, και δεν ευρίσκουν. 19 Προσεκάλεσα τοὺς ἄλλοτε ἐραστάς μου «τοὺς ψευδοπροφήτας, τοὺς τερατοσκόπους καὶ τοὺς δαίμονας, τὰ εἴδωλα», αὐτοὶ ὅμως μὲ ἀπάτησαν, μὲ ἐγέλασαν. Οἱ ἱερεῖς μου καὶ οἱ πρεσβύτεροί μου ἀπέθαναν, ἔλειψαν πλέον ἀπὸ τὴν πόλιν, διότι, ἂν καὶ ἀνεζήτησαν τροφὴν διὰ τὸν ἑαυτόν των, διὰ νὰ συντηρηθοῦν καὶ ἐπιζήσουν, δὲν εὑρῆκαν.
20 ᾿Ιδέ, Κύριε, ὅτι θλίβομαι· ἡ κοιλία μου ἐταράχθη, καὶ ἡ καρδία μου ἐστράφη ἐν ἐμοί, ὅτι παραπικραίνουσα παρεπικράνθην· ἔξωθεν ἠτέκνωσέ με μάχαιρα ὥσπερ θάνατος ἐν οἴκῳ. 20 Ιδέ, Κυριε, ότι θλίβομαι. Τα σπλάγχνα μου εταράχθησαν. Η καρδία μου ανεστατώθη εντός μου, διότι εγώ με το να παραπικράνω σε επικράνθην πολύ και η ίδια. Απ' έξω με εστέρησεν από τα τέκνα μου η εχθρική μάχαιρα, όπως εις τας οικίας η θανατηφόρος νόσος. 20 Ἰδέ, Κύριε, θλίβομαι, εὑρίσκομαι εἰς ἀπόγνωσιν τὰ σπλάγχνα μου, ὅλα τὰ ἐντός μου ἐταράχθησαν, εὑρίσκονται εἰς ἀναβρασμόν, καὶ ἡ καρδία μου ἔχει ἀναστατωθῇ μέσα μου, διότι μὲ τὸ νὰ παροργίζω Σὲ ἀνεστατώθην, ἐπικράνθην, ἐλυπήθην πολὺ καὶ ἐγώ. Ἔξω ἀπὸ τὶς οἰκίες καὶ τὰ τείχη ἡ μάχαιρα τῶν ἐχθρῶν μὲ ἔχει ἀφήσει ὀρφανὴν καὶ στερημένην ἀπὸ τὰ τέκνα μου, ὅπως καὶ ἡ θανατηφόρος ἀσθένεια μέσα εἰς τὶς οἰκίες.
21 ᾿Ακούσατε δή, ὅτι στενάζω ἐγώ, οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν με· πάντες οἱ ἐχθροί μου ἤκουσαν τὰ κακά μου καὶ ἐχάρησαν, ὅτι σὺ ἐποίησας· ἐπήγαγες ἡμέραν, ἐκάλεσας καιρόν, ἐγένοντο ὅμοιοι ἐμοί. 21 Ακούσατε, λοιπόν, ότι εγώ στενάζω συνεχώς και δεν υπάρχει κανείς να με παρηγορήση. Ολοι οι εχθροί μου επληροφορήθησαν τας συμφοράς μου και εχάρησαν, διότι συ απέστειλες αυτάς εναντίον μου. Φέρε, Κυριε, εναντίον αυτών την ημέραν της δικαίας σου οργής. Ορισε τον κατάλληλον προς τούτο καιρόν, δια να γίνουν και αυτοί όμοιοι με εμέ ως προς την θλίψιν και τον πόνον. 21 Ἀκοῦστε λοιπόν, διότι ἐγὼ ἀναστενάζω μὲ ἀλλεπαλλήλους στεναγμούς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς νὰ μὲ παρηγορήσῃ καὶ ἀναπαύσῃ. Ὅλοι οἱ ἐχθροί μου ἔμαθαν τὶς συμφορὲς ποὺ μὲ ἐκτύπησαν καὶ ἐχαιρεκάκησαν, διότι Σὺ ὁ Κύριος ἐπροκάλεσες αὐτὴν τὴν συμφοράν. Φέρε, Κύριε, ἐναντίον των τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ὀργῆς σου, περὶ τῆς ὁποίας «ὡμίλησες διὰ τῶν Προφητῶν σου· ὅρισε τὸν κατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν καιρόν, διὰ νὰ πάθουν καὶ αὐτοὶ ὅσα ἔπαθα ἐγὼ καὶ νὰ γίνουν ἔτσι ὅμοιοι μὲ ἐμέ, θλιβόμενοι καὶ ὀδυνώμενοι.
22 Εἰσέλθοι πᾶσα ἡ κακία αὐτῶν κατὰ πρόσωπόν σου, καὶ ἐπιφύλλισον αὐτοῖς, ὃν τρόπον ἐποίησαν ἐπιφυλλίδα περὶ πάντων τῶν ἁμαρτημάτων μου, ὅτι πολλοὶ οἱ στεναγμοί μου, καὶ καρδία μου λυπεῖται. 22 Ας παρουσιασθή και ας απακαλυφθή ενώπιόν σου όλη η κακία των. Τρύγησέ τους, όπως αυτοί ετρύγησαν εμέ εξ αιτίας των αμαρτιών μου. Πράξε εις αυτούς ο,τι και εις εμέ, διότι οι στεναγμοί μου είναι πολλοί και η καρδία μου βαρύνεται συνεχώς από την λύπην και τον πόνον. 22 Εἴθε νὰ ἐμφανισθῇ καὶ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν Σου ὅλη ἡ κακοήθειά των· ἀναζήτησέ τους μὲ πολλὴν προσοχὴν καὶ τρύγησέ τους, ὅπως αὐτοὶ μὲ μετεχειρίσθησαν καὶ μὲ ἐτρύγησαν ἕνεκα τῶν ἰδικῶν μου ἁμαρτημάτων καὶ τοῦτο διότι οἱ ἀλλεπάλληλοι στεναγμοί μου εἶναι πολλοὶ καὶ ἡ καρδία μου λυπεῖται βαθύτατα».