Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (Ζ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 «ΒΑΣΙΛΕΥΣ Πτολεμαῖος ὁ Φιλοπάτωρ τοῖς κατ᾿ Αἴγυπτον στρατηγοῖς καὶ πᾶσι τοῖς τεταγμένοις ἐπὶ πραγμάτων χαίρειν καὶ ἐρρῶσθαι· 1 Ο βασιλεύς Πτολεμαίος ο Φιλοπάτωρ, εύχομαι χαράν και υγείαν στους ανά την Αίγυπτον στρατηγούς και εις όλους τους υπαλλήλους τους διορισμένους δια τας υποθέσστου βασιλείου. 1 Η ἐπιστολή - διάταγμα, ποὺ ἀπηύθυνεν ὁ Πτολεμαῖος εἰς τοὺς κατὰ πόλιν στρατηγούς, ἦταν ἡ ἀκόλουθη: Ὁ βασιλιᾶς Πτολεμαῖος Ὁ Φιλοπάτωρ πρὸς τοὺς ἀνὰ τὴν Αἴγυπτον στρατηγοὺς καὶ γενικς πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέχουν ὑπεύθυνες θέσεις εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, εὔχομαι (εἰς αὐτούς) νὰ χαίρουν καὶ νὰ ὑγιαίνουν.
2 ἐρρώμεθα δὲ καὶ αὐτοὶ καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν, κατευθύναντος ἡμῖν τοῦ μεγάλου Θεοῦ τὰ πράγματα καθὼς προαιρούμεθα. 2 Και ημείς οι ίδιοι υγιαίνομεν, όπως και τα τέκνα μας, διότι ο μεγάλος Θεός διηύθυνε τα πράγματά μας, όπως και ημείς οι ίδιοι, ηθέλομεν. 2 Ὑγιαίνομεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ τέκνα μας, διότι ὁ μεγάλος Θεὸς κατηύθυνε τὶς ὑποθέσεις καὶ τὰ ζητήματα τοῦ κράτους σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν μας.
3 τῶν φίλων τινές, κακοηθείᾳ πυκνότερον ἡμῖν παρακείμενοι, συνέπεισαν ἡμᾶς εἰς τὸ τοὺς ὑπὸ τὴν βασιλείαν ᾿Ιουδαίους συναθροίσαντας σύστημα κολάσασθαι ξενιζούσαις ἀποστατῶν τιμωρίαις, 3 Μερικοί από τους φίλους μας από κακάς συχνότερα διαθέσεις εναντίον ημών παρακινούμενοι μας έπεισαν, να συγκεντρώσωμεν εις μίαν ομάδα τους Ιουδαίους, που ευρίσκοντο στο βασίλειόν μου, και να τους τιμωρήσωμεν με τρομεράς και ασυνήθεις βασάνους, όπως τιμωρούνται οι επαναστάται. 3 Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φίλους μας, κινούμενοι ἀπὸ δόλιες διαθέσεις καὶ ἐξαναγκάζοντες ἡμᾶς συνεχῶς, μᾶς ἔπεισαν καὶ μᾶς παρέσυραν εἰς τὸ νὰ συγκεντρώσωμεν ὅλους μαζὶ εἰς μίαν ὁμάδα τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰς τὸ βασίλειόν μας, καὶ νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν μὲ πρωτάκουστα, ἀσυνήθη, βάρβαρα βασανιστήρια, ὅπως ταιριάζει νὰ τιμωροῦνται οἱ προδόται καὶ ἐπαναστάται.
4 προσφερόμενοι μήποτε εὐσταθήσειν τὰ πράγματα ἡμῶν, δι᾿ ἣν ἔχουσιν οὗτοι πρὸς πάντα τὰ ἔθνη δυσμένειαν, μέχρις ἂν συντελεσθῇ τοῦτο. 4 Υπέβαλαν δε εις ημάς αυτά, ισχυριζόμενοι ότι ποτέ τα πράγματά μας δεν θα προοδεύσουν εξ αιτίας του μίσους, που τρέφουν οι Εβραίοι εναντίον όλων των εθνών. Ελπίς και βεβαιότης προόδου υπάρχει, όταν σταματήση αυτή η κατάστασις. 4 Μᾶς παρακινοῦσαν δι’ ὅλα αὐτά, διότι ἐπέμεναν ὅτι οἱ ὑποθέσεις τοῦ κράτους μας δὲν ἐπρόκειτο νὰ σταθεροποιηθοῦν, νὰ γαληνεύσουν καὶ νὰ προοδεύσουν, ἕνεκα τῆς ἐχθρότητος καὶ τοῦ μίσους, τὸ ὁποῖον οἱ Ἰουδαῖοι τρέφουν πρὸς ὅλα τὰ ἔθνη, μέχρις ὅτου πραγματοποιηθῇ ἡ τιμωρία καὶ ἡ ἐξολόθρευσις τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.
5 οἳ καὶ δεσμίους καταγαγόντες αὐτοὺς μετὰ σκυλμῶν ὡς ἀνδράποδα, μᾶλλον δὲ ὡς ἐπιβούλους, ἄνευ πάσης ἀνακρίσεως καὶ ἐξετάσεως ἐπεχείρησαν ἀνελεῖν, νόμου Σκυθῶν ἀγριωτέραν ἐμπεπορπημένοι ὠμότητα. 5 Αυτοί, λοιπόν, σιδηροδεσμίους τους ωδήγησαν εις την παραλίαν με πολλάς βασάνους, ως εάν επρόκειτο δι' ανδράποδα, μάλλον δε δια κακούργους. Και ταύτα χωρίς καμμίαν προηγουμένως ανάκρισιν και εξέτασιν. Απεφάσισαν δε να τους εξολοθρεύσουν εμποτισμένοι από τέτοιαν ωμότητα, η οποία είναι αγριωτέρα και από αυτούς ακόμη τους σκληρούς νόμους των Σκυθών. 5 Καὶ ἔτσι αὐτοί (ὡρισμένοι ἀπὸ τοὺς φίλους μας), ἀφοῦ ὡδήγησαν δεσμίους τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τὴν ἐνδοχώραν εἰς τὴν παραλίαν μὲ πολλὰ βάσανα, ὡσὰν νὰ ἦσαν δοῦλοι, ἢ μᾶλλον ὡσὰν νὰ ἦσαν ὕπουλοι καὶ δόλιοι κακοῦργοι, ἐπεχείρησαν νὰ τοὺς φονεύσουν χωρὶς καμμίαν προηγουμένως νόμιμον ἀνάκρισιν ἢ ἐξέτασιν.Μὲ τὴν διαγωγήν των αὐτὴν ἐδείκνυαν ὅτι εἶχαν ἐμποτισθῆ (φορέσει κυριολεκτικά) μὲ σκληρότητα καὶ θηριωδίαν πολὺ πιὸ ἀγρίαν ἀπὸ ἐκείνην τοῦ σκληροῦ νόμου τῶν Σκυθῶν.
6 ἡμεῖς δὲ ἐπὶ τούτοις σκληρότερον διαπειλησάμενοι, καθ᾿ ἣν ἔχομεν πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους ἐπιείκειαν, μόγις τὸ ζῆν αὐτοῖς χαρισάμενοι καὶ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν ἐγνωκότες ἀσφαλῶς ὑπερησπικότα τῶν ᾿Ιουδαίων, ὡς πατέρα ὑπὲρ υἱῶν διαπαντὸς ὑπερμαχοῦντα, 6 Ημείς δι' όλα αυτά τους ηπειλήσαμεν κατά τον σκληρότερον τρόπον και επειδή εφαρμόζομεν την επιείκειαν, που δεικνύομεν προς όλους τους ανθρώπους, εχαρίσαμεν εις αυτούς μόλις την ζωήν, όταν είδομεν οφθαλμοφανώς, ότι ο επουράνιος Θεός υπερασπίζει τους Ιουδαίους με κάθε ασφάλειαν και ωσάν πατέρας υπερμαχεί υπέρ των υιών του πάντοτε. 6 Ἀλλ’ ἠμεῖς, ἀπειλήσαμε ἔντονα καὶ πάρα πολὺ σκληρὰ τοὺς συκοφάντας δι’ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐνέργειές τους, σύμφωνα δὲ πρὸς τὴν ἐπιείκειαν, ποὺ δεικνύομεν πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μόλις καὶ μὲ πολλὴν δυσκολίαν ἐχαρίσαμεν εἰς αὐτοὺς (τοὺς Ἰουδαίους) τὴν ζωήν.Τοῦτο δέ, διότι ἔχομεν γνωρίσει μὲ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἐπουράνιος Θεὸς ὑπερασπίζει σταθερὰ καὶ μὲ ἀσφάλειαν τοὺς Ἰουδαίους καὶ ὡς στοργικὸς Πατέρας ὑπὲρ τῶν παιδιῶν του μάχεται ὑπὲρ αὐτῶν πάντοτε.
7 τήν τε τοῦ φίλου ἣν ἔχουσι πρὸς ἡμᾶς βεβαίαν καὶ τοὺς προγόνους ἡμῶν εὔνοιαν ἀναλογισάμενοι, δικαίως ἀπολελύκαμεν πάσης καθ᾿ ὁντινοῦν αἰτίας τρόπον 7 Τους απηλλάξαμεν δε από κάθε κατηγορίαν υθενδήποτε προερχομένην και τους αφήσαμεν ελευθέρους, διότι ελάβομεν υπ' όψιν και την σταθεράν φιλίαν, που έχουν οι Ιουδαίοι προς ημάς, και την εύνοιαν, την οποίαν οι πρόγονοί μας είχαν δείξει προς αυτούς. 7 λάβαμε ἐπίσης ὑπ’ ὅψιν τὴν σταθερὰν φιλίαν, ποὺ ἔχουν πρὸς ἡμᾶς, καὶ τὴν ἀγάπην καὶ φιλοφροσύνην, ποὺ ἔτρεφαν πρὸς τοὺς προγόνους μας, καὶ δι’ αὐτὸ εὐλόγως καὶ κατ’ ἀξίαν τοὺς ἀπηλλάξαμεν ἀπὸ κάθε εἴδους κατηγορίαν, ἀπὸ ὁπουδήποτε καὶ ἀπὸ ὁποιανδήποτε ἀφορμὴν καὶ ἂν προήρχετο αύτή.
8 καὶ προστετάχαμεν ἑκάστῳ πάντας εἰς τὰ ἴδια ἐπιστρέφειν, ἐν παντὶ τόπῳ μηθενὸς αὐτοὺς τὸ σύνολον καταβλάπτοντος, μήτε ὀνειδίζειν περὶ τῶν γεγενημένων παρὰ λόγον. 8 Διατάσσομεν, λοιπόν, τον καθένα από σας, να συνεργήσετε δια την επιστροφήν όλων αυτών εις την πατρίδα των, χωρίς κανείς από όλους σας εις κάθε τόπον ουδέ επ' ελάχιστον να τους βλάψη η να τους χλευάση, δια τα παράλογα γεγονότα, τα οποία έλαβον χώραν εναντίον των. 8 Ἔχομεν διατάξει ἐπίσης ὅλους αὐτοὺς νὰ ἐπιστρέψουν ὀ καθένας εἰς τὸ σπίτι του, χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς βλάψῃ καθόλου εἰς οἰονδηποτε τόπον, οὔτε κἀν νὰ τοὺς μεμφθῇ, νὰ τοὺς ἐπιπλήξῃ καὶ νὰ τοὺς ὑβρίσῃ ἢ νὰ τοὺς εἰρωνευθῇ δι’ ὅσα παράνομα καὶ χωρὶς κανένα λόγον ἔλαβαν χώραν ἐναντίον των.
9 γινώσκετε γὰρ ὅτι κατὰ τούτων, ἐάν τι κακοτεχνήσωμεν πονηρὸν ἢ ἐπιλυπήσωμεν αὐτοὺς τὸ σύνολον, οὐκ ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸν πάσης δεσπόζοντα δυνάμεως Θεὸν ὕψιστον ἀντικείμενον ἡμῖν ἐπ᾿ ἐκδικήσει τῶν πραγμάτων κατὰ πᾶν ἀφεύκτως διὰ παντὸς ἕξομεν. ἔρρωσθε». 9 Μαθετε, ότι, εάν διαπράξωμεν κάτι κακόν εναντίον των η γενικώς τους λυπήσωμεν, δεν θα λυπήσωμεν άνθρωπον αλλά τον ύψιστον Θεόν, ο οποίος κυριαρχεί επί όλων των δυνάμεων του κόσμου και θα τον έχωμεν ισοβίως και αναποφεύκτως εκδικητήν και τιμωρόν δια τας παρανόμους πράξεις μας. Υγιαίνετε”. 9 Διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι, ἐὰν δολιευθῶμεν καὶ ραδιουργήσωμεν κάτι κακὸν ἐναντίον των ἢ γενικῶς τοὺς πικράνωμεν καὶ τοὺς κακοκαρδίσωμεν, δὲν θὰ ἔχωμεν ὡς ἀντίπαλον καὶ πολέμιόν μας ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸν Ὕψιστον Θεόν, ὁ Ὁποῖος ἔχει ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἐπὶ ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ κόσμου· Αὐτὸν θὰ ἔχωμεν ἰσοβίως ς ἀντίπαλον καὶ πολέμιόν μας, ὁ Ὁποῖος καὶ θὰ ἐκδικηθῇ τὸ κράτος μας δι’ ὅσα θὰ ἐνεργήσωμεν· θὰ ἐκδικηθῇ ἀναποφεύκτως μὲ κάθε τρόπον καὶ καθ’ οἰονδήποτε χρόνον.Ὑγιαίνετε.
10 Λαβόντες δὲ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην οὐκ ἐσπούδασαν εὐθέως γενέσθαι περὶ τὴν ἄφοδον, ἀλλὰ τὸν βασιλέα προσηξίωσαν τοὺς ἐκ τοῦ γένους τῶν ᾿Ιουδαίων τὸν ἅγιον Θεὸν αὐθαιρέτως παραβεβηκότας καὶ τοῦ Θεοῦ τὸν νόμον τυχεῖν δι᾿ αὐτῶν τῆς ὀφειλομένης κολάσεως, 10 Οι Ιουδαίοι, όταν έλαβαν αυτήν την επιστολήν, δεν εβιάσθησαν να αναχωρήσουν αμέσως, αλλά παρεκάλεσαν τον βασιλέα, όπως στους Ιουδαίους εκείνους, οι οποίοι ελευθέρως και χωρίς εξαναγκασμόν απεμακρύνθησαν από τον άγιον Θεόν και κατεπάτησαν τον θείον νόμον, επιβληθή η οφειλομένη τιμωρία. 10 Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ἔλαβαν τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, δὲν ἔσπευσαν νὰ ἀναχωρήσουν ἀμέσως.Παρεκάλεσαν ἐπιμόνως καὶ ἀπήτησαν ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ νὰ ἐπιτρέψῃ, ὥστε νὰ λάβουν ἀπὸ τὰ χέρια των ἀνταξίαν καὶ πρέπουσαν τιμωρίαν ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸ Ἰουδαϊκὸν γένος, οἱ ὁποῖοι παρηνόμησαν ἐνώπιον τοῦ ἁγίου Θεοῦ μὲ τὴν θέλησίν των καὶ παρέβησαν τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ.
11 προφερόμενοι τοὺς γαστρὸς ἕνεκεν τὰ θεῖα παραβεβηκότας προστάγματα μηδέποτε εὐνοήσειν μηδὲ τοῖς τοῦ βασιλέως πράγμασιν. 11 Ελεγαν δε και τούτο, ότι όσοι δια λόγους κοιλιοδουλείας παραβαίνουν τα θεία προστάγματα, ποτέ δεν θα έχουν καλήν διαγωγήν απέναντι και των πραγμάτων του βασιλέως. 11 Οἱ Ἰουδαῖοι κατήγοροι τῶν ἐξωμοτῶν ὑπεγράμμιζαν καὶ ὑπεστήριζαν ἐπίσης ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν παραβῆ τὰ προστάγματα τοῦ Θεοῦ χάριν τῆς κοιλίας των καὶ τοῦ φαγητοῦ, οὐδέποτε θὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τοὺς νόμους τοῦ κράτους τοῦ ἐπιγείου βασιλιᾶ.
12 ὁ δὲ τἀληθὲς αὐτοὺς λέγειν παραδεξάμενος καὶ συναινέσας ἔδωκεν αὐτοῖς ἄδειαν πάντων, ὅπως τοὺς παραβεβηκότας τοῦ Θεοῦ τὸν νόμον ἐξολοθρεύσωσι κατὰ πάντα τὸν ὑπὸ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ τόπον μετὰ παρρησίας ἄνευ πάσης βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπισκέψεως. 12 Ο βασιλεύς παρεδέχθη, ότι αυτοί όντως λέγουν την αλήθειαν, συγκατετέθη και έδωσεν εις αυτούς την άδειαν, να εξολοθρεύσουν εις οιονδήποτε μέρος του βασιλείου του εκείνους, οι οποίοι είχαν παραβή τον νόμον του Θεού. Να επιβάλουν την τιμωρίαν αυτήν μετά θάρρους, χωρίς και να περιμένουν ειδικήν βασιλικήν διαταγήν, η έστω και απλήν γνώσιν εκ μέρους του βασιλέως. 12 Ὁ βασιλιᾶς, ἀφοῦ ἀνεγνώρισε καὶ παρεδέχθη τὴν ἀλήθειαν ὅσων τοῦ ἔλεγαν, καὶ ἀφοῦ συγκατετέθη εἰς τὸ αἴτημά των, τοὺς ἔδωκε πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἄδειαν, ὅπως ἐξολοθρεύσουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν παραβῇ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ εἰς οἰονδήποτε τόπον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν βασιλικήν του ἐξουσίαν.Θὰ ἠμποροῦσαν δὲ νὰ τοὺς ἐξολοθρεύουν ἄφοβα, φανερά, ἐλεύθερα, χωρὶς καμμίαν ἐπὶ πλέον εἰδικὴν βασιλικὴν ἐξουσιοδότηση καὶ ἐξέτασιν ἢ ἀνάκρισιν.
13 τότε κατευφημήσαντες αὐτόν, ὡς πρέπον ἦν, οἱ τούτων ἱερεῖς καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἐπιφωνήσαντες τὸ ἀλληλούϊα, μετὰ χαρᾶς ἀνέλυσαν. 13 Τοτε οι Ιουδαίοι επευφήμησαν τον βασιλέα, όπως άλλωστε ήτο και πρέπον, οι εξ αυτών ιερείς και όλον το πλήθος ανεφώνησαν το “αλληλούϊα” και ανεχώρησαν κατόπιν μετά χαράς. 13 Οἱ δὲ Ἰουδαῖοι, ἀφοῦ ἐπευφήμησαν τὸν βασιλιᾶ, ὅπως ἦταν πρέπον, καὶ ἀφοῦ οἱ ἱερεῖς των καὶ ὅλον τὸ πλῆθος ἀνεφώνησαν τὸ ἀλληλούϊα (=αἰνεῖτε τὸν Θεόν), ἀνεχώρησαν μετὰ χαρᾶς.
14 τότε τὸν ἐμπεσόντα τῶν μεμιασμένων ὁμοεθνῆ κατὰ τὴν ὁδὸν ἐκολάζοντο καὶ μετὰ παραδειγματισμῶν ἀνῄρουν. 14 Επειτα οποιονδήποτε ομοεθνή των συναντούσαν στον δρόμον των, ο οποίος, καθ' ο εξωμότης, ήτο μολυσμένος, τον ετιμωρούσαν, τον διεπόμπευαν και τον εφόνευαν. 14 Τότε ὁποιονδήποτε ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς των συναντοῦσαν εἰς τὸν δρόμον των, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐξωμόσει καὶ ἑπομένως εἶχε μολυνθῆ μὲ τὴν εἰδωλολατρίαν, τὸν ἐτιμωροῦσαν καὶ τὸν ἐθανάτωναν, ἀφοῦ προηγουμένως τὸν διεπόμπευαν καὶ τὸν ἐθεάτριζαν πρὸς παραδειγματισμόν.
15 ἐκείνῃ δὲ τῇ ἡμέρᾳ ἀνεῖλον ὑπὲρ τοὺς τριακοσίους ἄνδρας καὶ ἤγαγον εὐφροσύνην μετὰ χαρᾶς τοὺς βεβήλους χειρωσάμενοι. 15 Κατά την ημέραν δε εκείνην εφόνευσαν περισσοτέρους από τριακοσίους εξωμότας άνδρας και εώρτασαν με μεγάλην χαράν, διότι έδωσαν την πρέπουσαν τιμωρίαν στους βεβήλους αυτούς. 15 Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐφόνευσαν ἄνω τῶν τριακοσίων (300) ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐξωμόσει.Ἑώρτασαν δὲ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὡς χαρμόσυνον ἑορτήν, διότι ἔβαλαν εἰς τὸ χέρι καὶ ἐφόνευσαν τοὺς ἀκαθάρτους ἐξωμότας.
16 αὐτοὶ δὲ οἱ μέχρι θανάτου τὸν Θεὸν ἐσχηκότες, παντελῆ σωτηρίας ἀπόλαυσιν εἰληφότες, ἀνέζευξαν ἐκ τῆς πόλεως παντοίοις εὐωδεστάτοις ἄνθεσι κατεστεμμένοι μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ βοῆς, ἐν αἴνοις καὶ παμμελέσιν ὕμνοις εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ τῶν πατέρων αὐτῶν αἰωνίῳ σωτῆρι τοῦ ᾿Ισραήλ. 16 Αυτοί δέ, που μέχρι θανάτου είχαν μείνει πιστοί στον Θεόν και οι οποίοι απήλαυσαν την πλήρη σωτηρίαν των, ανεχώρησαν από την πόλιν καταστεφανωμένοι με διάφορα ευωδέστατα άνθη· υμνούσαν τον Θεόν με χαράν και με κραυγάς χαράς και ευχαριστούσαν με μελωδικώτατα άσματα τον Θεόν των πατέρων των, τον αιώνιον σωτήρα του ισραηλιτικού λαού. 16 Ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν πιστοὶ καὶ σταθεροὶ μέχρι θανάτου εἰς τὸν Θεόν, ἀφοῦ ἀπήλαυσαν τὴν πληρεστάτην χαρὰν τῆς σωτηρίας των, ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν πόλιν καταστεφανωμένοι μὲ κάθε εἴδους εὐωδέστατα ἄνθη μετὰ χαρᾶς καὶ μεγάλης κραυγῆς.Εὐχαριστοῦσαν δὲ μὲ δοξολογίες καὶ μελωδικοὺς καὶ παναρμονίους ὕμνους τὸν Θεὸν τῶν πατέρων των, τὸν αἰώνιον Σωτῆρα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.
17 Παραγενηθέντες δὲ εἰς Πτολεμαΐδα τὴν ὀνομαζομένην διὰ τὴν τοῦ τόπου ἰδιότητα ροδοφόρον, ἐν ᾗ προσέμεινεν αὐτούς ὁ στόλος κατὰ κοινὴν αὐτῶν βουλὴν ἡμέρας ἑπτά, 17 Δια των πλοίων ήλθον εις την Πτολεμαΐδα, η οποία ωνομάζετο ροδοφόρος, ως εκ της ιδιότητος του τόπου να ευδοκιμούν εκεί τα ρόδα. Ο στόλος τους επερίμενε σύμφωνα με κοινήν των απόφασιν επί επτά ημέρας. 17 Ὅταν δὲ ἔφθασαν εἰς τὴν Πτολεμαΐδα, ἡ ὁποία λόγῳ τοῦ ἰδιαιτέρου χαρακτηριστικοῦ τοῦ τόπου ὠνομάζετο Ροδοφόρος, ὅπου ὁ στόλος τῶν πλοίων τοὺς ἐπερίμενε, σύμφωνα μὲ τὴν κοινὴν ἐπιθυμίαν των, ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες,
18 ἐκεῖ ἐποίησαν πότον σωτήριον, τοῦ βασιλέως χορηγήσαντος αὐτοῖς εὐψύχως τὰ πρὸς τὴν ἄφιξιν πάντα ἑκάστῳ ἕως εἰς τὴν ἰδίαν οἰκίαν. 18 Εκεί ωργάνωσαν συμπόσιον δια την σωτηρίαν, εφ' όσον ο βασιλεύς είχε χορηγήσει εις αυτούς εξ όλης ψυχής όλα τα μέσα δια την άφιξιν όλων και ενός εκάστου από αυτούς μέχρι της ιδιαιτέρας του οικίας. 18 ὠργάνωσαν καὶ πάλιν ἐκεῖ συμπόσιον διὰ τὴν σωτηρίαν των.Ἑώρταζαν, διότι ὁ βασιλιᾶς τοὺς ἐφωδίασε πλουσιοπάροχα καὶ μὲ γενναιοδωρίαν μὲ ὅλα τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὸ ταξίδιόν των, μέχρις ὅτου φθάσῃ ὁ καθένας των εἰς τὸ ἰδικόν του σπίτι.
19 καταχθέντες δὲ μετ᾿ εἰρήνης ἐν ταῖς πρεπούσαις ἐξομολογήσεσιν, ὡσαύτως κἀκεῖ ἔστησαν καὶ ταύτας ἄγειν τὰς ἡμέρας ἐπὶ τὸν τῆς παροικίας αὐτῶν χρόνον εὐφροσύνους. 19 Αφού δε απεβιβάσθησαν με ειρήνην εις την ξηράν και ανέπεμψαν προς τον Θεόν τους πρέποντας ύμνους δοξολογίας και ευχαριστίας, ώρισαν να εορτάζουν εκεί με χαράν τας ημέρας αυτάς κατά το χρονικόν διάστημα, που θα ευρίσκοντο εις την ξένην χώραν. 19 Ὅταν δὲ ἀπεβιβάσθησαν μὲ εἰρήνην καὶ μὲ τὶς ἀρμόζουσες εἰς τὸν Θεὸν εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες, ἀπεφάσισαν ἐκεῖ καὶ πάλιν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον νὰ ἐορτάζουν τὶς ἡμέρες αὐτὲς ὡς εὐφρόσυνον ἑορτὴν καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς παραμονῆς των εἰς τὴν ξένην χώραν.
20 ἃς καὶ ἀνιερώσαντες ἐν στήλῃ κατὰ τὸν συμποσίας τόπον προσευχῆς καθιδρύσαντες, ἀνέλυσαν ἀσινεῖς, ἐλεύθεροι, ὑπερχαρεῖς, διά τε γῆς καὶ θαλάσσης καὶ ποταμοῦ ἀνασωζόμενοι τῇ τοῦ βασιλέως ἐπιταγῇ, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν 20 Αφού δε καθιέρωσαν και εχάραξαν εις στήλην τας εορτασίμους αυτάς ημέρας, ώρισαν δε τον τόπον εκείνον ως τόπον προσευχής, επέστρεψαν κατόπιν σώοι, ελεύθεροι, υπερβολικά χαρούμενοι, ο καθένας εις την πατρίδα του, δια της ξηράς, δια της θαλάσσης και δια των ποταμών, σύμφωνα με την διαταγήν του βασιλέως. 20 Ἀφοῦ δὲ καθιέρωσαν τὶς ἡμέρες αὐτὲς ὡς ἑόρτιες καὶ τὶς ἐχάραξαν ἐπάνω εἰς στήλην, καὶ ἀφοῦ ἵδρυσαν καὶ ἀφιέρωσαν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον τοῦ συμποσίου οἶκον προσευχῆς, ἀνεχώρησαν καὶ ἐπέστρεψαν ἀβλαβεῖς καὶ ἀκέραιοι, ἐλεύθεροι καὶ ὑπερβολικὰ χαρούμενοι ὁ καθένας εἰς τὸν ἰδικόν του τόπον.Εἶχαν διασωθῇ πλέον καὶ διαπεραιωθῇ ἀσφαλῶς κατὰ διαταγὴν τοῦ βασιλιᾶ, διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ θαλάσσης καὶ διὰ ποταμῶν.
21 καὶ πλείστην ἢ ἔμπροσθεν ἐν τοῖς ἐχθροῖς ἐξουσίαν ἐσχηκότες μετὰ δόξης καὶ φόβου, τὸ σύνολον ὑπὸ μηδενὸς διασεισθέντες τῶν ὑπαρχόντων. 21 Επειτα δε από τα γεγονότα αυτά απέκτησαν μεγαλυτέραν δύναμιν απέναντι των εχθρών των, από όσην είχαν προηγουμένως. Απελάμβανον δόξαν και ενέπνεον φόβον στους αντιθέτους. Γενικώς δε εκ μέρους ουδενός τίποτε από τα υπάρχοντά των δεν διεκινδύνευε πλέον. 21 Μετὰ δὲ τὰ γεγονότα αὐτὰ ἀπέκτησαν ἀκόμη μεγαλυτέραν δύναμιν καὶ γόητρον μεταξὺ τῶν ἐχθρῶν των, ἀπὸ ὅ,τι εἶχαν προηγουμένως, καὶ ἔγιναν ἀντικείμενον τιμῆς, δόξης, βαθυτάτου σεβασμοῦ καὶ φόβου.Γενικῶς δὲ καθόλου καὶ ἀπὸ κανένα δὲν ἐξεβιάσθησαν μὲ φόβον καὶ ἀπειλὴν διὰ νὰ τοὺς ἀποσπάσουν τὴν περιουσίαν των.
22 καὶ πάντα τὰ ἑαυτῶν πάντες ἐκομίσαντο ἐξ ἀπογραφῆς, ὥστε τούς ἔχοντάς τι μετὰ φόβου μεγίστου ἀποδοῦναι αὐτοῖς, τὰ μεγαλεῖα τοῦ μεγίστου Θεοῦ ποιήσαντος τελείως ἐπὶ σωτηρίᾳ αὐτῶν. 22 Αυτοί λοιπόν οι Ιουδαίοι, όλοι ανεξαιρέτως, επήραν τας περιουσίας των, αι οποίαι είχαν προγραφή. Και εκείνοι ακόμα από τους εθνικούς, που είχαν πάρει κάτι από τας περιουσίας των Ιουδαίων, τα επέστρεφαν εις αυτούς με μεγάλον φόβον. Ο μέγιστος Θεός έκαμεν έτσι τόσον μεγάλα θαύματα μέχρι τέλους δια την σωτηρίαν των. 22 Ἐπὶ πλέον ὅλοι αὐτοὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἀνέκτησαν ὅλα τὰ ὑπάρχοντά των, σύμφωνα μὲ τὴν καταγραφήν, οὕτως ὥστε καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν λάβει κάποιαν περιουσίαν τῶν Ἰουδαίων, τὴν ἐπέστρεψαν εἰς αὐτοὺς μὲ πολὺ μεγάλον φόβον.Ἔτσι ὁ ὕψιστος καὶ μέγιστος Θεὸς ἔκαμε μέχρι τέλους καὶ κατὰ τέλειον τρόπον μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα διὰ τὴν σωτηρίαν των.
23 εὐλογητὸς ὁ ρύστης ᾿Ισραὴλ εἰς τοὺς ἀεὶ χρόνους. ᾿Αμήν. 23 Δοξασμένος ας είναι ο Θεός, ο λυτρωτής των Ισραηλιτών, στους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 23 Ἂς εἶναι εὐλογημένος καὶ δοξασμένος ὁ Θεός, ὁ ἐλευθερωτὴς καὶ λυτρωτὴς τοῦ Ἰσραήλ, εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων! Ἀμήν! (=Ναί· ἀληθῶς· γένοιτο!)