Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:44
Δύση: 18:36
Σελ. 19 ημ.
298-67
13ος χρόνος, 5000η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (Α)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ο δὲ Φιλοπάτωρ μαθὼν παρὰ τῶν ἀνακομισθέντων τὴν γενομένην τῶν ὑπ' αὐτοῦ κρατουμένων τόπων ἀφαίρεσιν ὑπὸ ᾿Αντιόχου παραγγείλας ταῖς πάσαις δυνάμεσι πεζικαῖς τε καὶ ἱππικαῖς αὐτοῦ καὶ τὴν ἀδελφὴν ᾿Αρσινόην συμπαραλαβών, ἐξώρμησε μέχρι τῶν κατὰ Ραφίαν τόπων, ὅπου παρεμβεβλήκεισαν οἱ περὶ ᾿Αντίοχον. 1 Ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ, όταν επληροφορήθη από τους επανελθόντας εκ της Παλαιστίνης ανθρώπους, ότι ο Αντίοχος αφήρεσε τα κατεχόμενα υπ' αυτού πρότερον εδάφη της Παλαιστίνης, διέταξεν όλας τας εις την Αίγυπτον πεζικάς και ιππικάς αυτού δυνάμεις να ετοιμασθούν προς πόλεμον. Αφού δε παρέλαβε και την αδελφήν του Αρσινόην ανεχώρησε και ήλθεν εις την Παλαιστίνην μέχρι των τόπων της πόλεως Ραφία, όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Αντίοχος και ο στρατός του. 1 Όταν ὁ βασιλιᾶς τῆς Αἰγύπτου Πτολεμαῖος Δ' ὁ Φιλοπάτωρ ἐπληροφορήθη ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνην, ὅτι ὁ βασιλιᾶς Ἀντίοχος Γ' ὁ Μέγας κατέλαβε καὶ ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν κατοχήν του τοὺς τόπους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ὁ ἴδιος κατακτήσει, διέταξεν ὅλες τὶς στρατιωτικές του δυνάμεις, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὴν Αἴγυπτον, πεζικὸν καὶ ἱππικόν, νὰ ἐτοιμασθον διὰ πόλεμον ἀφοῦ δὲ ἐπῆρε μαζί του καὶ τὴν ἀδελφήν του Ἀρσινόην, ἀνεχώρησε καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν Παλαιστίνην, κοντὰ εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ραφίας, ὅπου εἶχε στρατοπεδεύσει ὁ Ἀντίοχος Γ' μαζὶ μὲ τὸν στρατόν του.
2 Θεόδοτος δέ τις ἐκπληρῶσαι τὴν ἐπιβουλὴν διανοηθείς, παραλαβὼν τῶν προϋποτεταγμένων αὐτῷ ὅπλων Πτολεμαϊκῶν τὰ κράτιστα, διεκομίσθη νύκτωρ ἐπὶ τὴν τοῦ Πτολεμαίου σκηνὴν ὡς μόνος κτεῖναι αὐτὸν καὶ ἐν τούτῳ διαλῦσαι τὸν πόλεμον. 2 Καποιος όμως Θεόδοτος, από τον στρατόν του Αντιόχου, εσκέφθη και απεφάσισε να φέρη εις πέρας ένα ιδικόν του δόλιον και εγκληματικόν σχέδιον δια την κατάπαυσιν του πολέμου. Παρέλαβε, δηλαδή, αυτός τους γενναιοτάτους από τους στρατιώτας του Πτολεμαίου, οι οποίοι προηγουμένως ήσαν υπό την εξουσίαν του, απεφάσισε και μετέβη κατά το διάστημα της νυκτός εις την σκηνήν του Πτολεμαίου, δια να φονεύση αυτός μόνος του εκείνον και να θέση έτσι τέρμα στον πόλεμον. 2 Κάποιος δὲ λεγόμενος Θεόδοτος (ἀπὸ τὸν στρατὸν τοῦ Ἀντιόχου Γ') ἐσκέφθη νὰ φέρῃ εἰς πέρας μίαν συνωμοσίαν, ποὺ ἐπενόησεν ὁ ἴδιος· ἔτσι, ἀφοῦ παρέλαβε τοὺς ἐκλεκτοτέρους καὶ γενναιοτέρους ἄνδρες τοῦ Πτολεμαϊκοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο προηγουμένως ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του, ἐπῆγε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νύκτας εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ Πτολεμαίου διὰ νὰ τὸν φονεύσῃ μόνος του, χωρὶς τὴν βοήθειαν κανενός, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ τερματίσῃ (νὰ ἐμποδίσῃ) τὸν πόλεμον.
3 τοῦτον δὲ διαγαγὼν Δοσίθεος ὁ Δριμύλου λεγόμενος, τὸ γένος ᾿Ιουδαῖος, ὕστερον δὲ μεταβαλὼν τὰ νόμιμα καὶ τῶν πατρίων δογμάτων ἀπηλλοτριωμένος, ἄσημόν τινα κατέκλινεν ἐν τῇ σκηνῇ, ὃν συνέβη κομίσασθαι τὴν ἐκείνου κόλασιν. 3 Καποιος όμως Δοσίθεος, υιός του Δριμύλου- ο οποίος κατήγετο από το γένος των Ιουδαίων, ύστερον όμως απηρνήθη τον νόμον του Θεού και είχεν αποξενωθή από τας πατροπαραδότους ιεράς παραδόσεις- αυτός λοιπόν ωδήγησε τον Πτολεμαίον εις άλλην σκηνήν και έβαλε να κατακλιθή εις την βασιλικήν κλίνην κάποιον άσημον Αιγύπτιον. Εις αυτήν δε ωδήγησε τον Θεόδοτον και εκείνος εφόνευσε τον Αιγύπτιον. Και έτσι ο Αιγύπτιος αυτός έλαβε τιμωρίαν, η οποία προωρίζετο δια τον Πτολεμαίον τον Φιλοπάτορα. Ο πόλεμος φυσικά δεν εματαιώθη. 3 Ἀλλὰ τὸν βασιλιᾶ Πτολεμαῖον μετεκίνησε καὶ ὠδήγησεν εἰς ἄλλον τόπον (σκηνήν) ὁ Δοσίθεος, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο υἱὸς τοῦ Δριμύλου, ἦταν δὲ Ἰουδαῖος ἐκ γενετῆς, ὕστερα ὅμως ἀπεστάτησεν, ἄλλαξε τὴν θρησκείαν του καὶ ἀπεξενώθη ἀπὸ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον καὶ τὶς ἱερὲς παραδόσεις τῶν πατέρων του.Αὐτὸς λοιπὸν ὁ Δοσίθεος ἔβαλε νὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν βασιλικὴν σκηνὴν κάποιο ἄλλο ἄσημον πρόσωπον.Ἔτσι ὁ Θεόδοτος ἐφόνευσεν ἀντὶ τοῦ βασιλιᾶ τὸν ἄσημον αὐτὸν Αἰγύπτιον, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν ἐκδίκησιν καὶ τιμωρίαν, ποὺ προωρίζετο διὰ τὸν βασιλιᾶ Πτολεμαῖον Δ' τὸν Φιλοπάτορα.
4 γενομένης δὲ καρτερᾶς μάχης καὶ τῶν πραγμάτων μᾶλλον ἐρρωμένων τῷ ᾿Αντιόχῳ, ἱκανῶς ἡ ᾿Αρσινόη ἐπιπορευσαμένη τὰς δυνάμεις παρεκάλει, μετὰ οἴκτου καὶ δακρύων τοὺς πλοκάμους λελυμένη, βοηθεῖν ἑαυτοῖς τε καὶ τοῖς τέκνοις καὶ γυναιξὶ θαρραλέως, ἐπαγγελλομένη δώσειν νικήσασιν ἑκάστῳ δύο μνᾶς χρυσίου. 4 Ελαβε χώραν μία σκληρά μάχη μεταξύ Αντιόχου και Φιλοπάτορος και εφαίνετο αποκλίνουσα η μάχη υπέρ του Αντιόχου. Τοτε η Αρσινόη, διερχομένη εις αρκετήν απόστασιν δια μέσου των δυνάμεων του στρατού των Αιγυπτίων, με έκφρασιν πόνου, με δάκρυα, με την κόμην της λυμένην, παρακαλούσε θερμώς να αγωνισθούν γενναίως υπέρ των εαυτών των, υπέρ των τέκνων των και των γυναικών των. Υπέσχετο δε ότι θα δώση, εάν νικήσουν, στον κάθε στρατιώτην δύο μνας χρυσάς. 4 Τοιουτοτρόπως δὲν ἀπεφεύχθη ὁ πόλεμος μεταξὺ τοῦ Ἀντιόχου καὶ τοῦ Πτολεμαίου.Ὅταν δὲ ἔγινε ἄγρια καὶ σκληρὰ μάχη, καὶ ὅλα ἔδειχναν ὅτι ἡ νίκη ἔκλινε πρὸς τὸ μέρος τοῦ Ἀντιόχου, ἡ Ἀρσινόη ἔτρεχεν ἐπάνω καὶ κάτω μεταξὺ τῶν Αἰγυπτίων πολεμιστῶν μὲ ξέπλεκα τὰ μαλλιά της καὶ παρακαλοῦσε τοὺς στρατιῶτες μὲ τρόπον ἀξιοθρήνητον καὶ δάκρυα νὰ πολεμοῦν μὲ ἀνδρείαν καὶ γενναιότητα διὰ τοὺς ἑαυτούς των καὶ τὰ παιδιά των καὶ τὶς συζύγους των· ταυτοχρόνως ὑπέσχετο νὰ δώσῃ εἰς κάθε στρατιώτην, ἐὰν ἐνικοῦσαν, δύο χρυσᾶς μνᾶς.
5 καὶ οὕτω συνέβη τοὺς ἀντιπάλους ἐν χειρονομίαις διαφθαρῆναι, πολλοὺς δὲ καὶ δορυαλώτους συλληφθῆναι. 5 Αναθαρρήσαντες οι Αιγύπτιοι επολέμησαν με ηρωϊσμόν, ήλθαν εις χείρας με τους εχθρούς των, εφόνευσαν πολλούς και πολλούς άλλους συνέλαβαν αιχμαλώτους κατά την μάχην. 5 Ἔτσι, χάρις εἰς τὴν ἐνθάρρυνσιν τῆς Ἀρσινόης, ὁ στρατὸς τοῦ Πτολεμαίου ἐπολέμησε μὲ τόσην γενναιότητα, ὥστε οἰ ἐχθροί του ἐφονεύθησαν κατὰ τὴν ὥραν τῆς συμπλοκῆς, ἐνῷ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς συνελήφθησαν αἰχμάλωτοι.
6 κατακρατήσας δὲ τῆς ἐπιβουλῆς ἔκρινε τὰς πλησίον πόλεις ἐπελθὼν παρακαλέσαι. 6 Οταν ο Φιλοπάτωρ υπερίσχυσεν εναντίον της εχθρικής αυτής επιθέσεως του Αντιόχου, έκρινε καλόν να επισκεφθή τας γύρω πόλεις και να ενθαρρύνη τους κατοίκους των. 6 Ὅταν δὲ πλέον ὁ Πτολεμαῖος ἔγινε κύριος τῆς ἐχθρικῆς ἐπιθέσεως τοῦ Ἀντιόχου, ἀπεφάσισε να ἐπισκεφθῇ τὶς γειτονικὲς πόλεις καὶ να ἐνθαρρύνῃ τοὺς κατοίκους των.
7 ποιήσας δὲ τοῦτο καὶ τοῖς τεμένεσι δωρεὰς ἀπονείμας, εὐθαρσεῖς τοὺς ὑποτεταγμένους κατέστησε. 7 Επραγματοποίησε δε όντως την απόφασίν του. Διένειμε δώρα στους ναούς των χωρών αυτών και έτσι ενέπνευσε θάρρος στους υπηκόους του. 7 Ἀφοῦ δὲ ἐπραγματοποίησε τὶς ἐπισκέψεις αὐτὲς καὶ προσέφερε καὶ ἀφιέρωσε δῶρα εἰς τοὺς ἱεροὺς τόπους τῶν πόλεων ἐκείνων, ἐνεψύχωσε καὶ ἐνίσχυσε τὸ ἠθικὸν τῶν ὑπηκόων του.
8 Τῶν δὲ ᾿Ιουδαίων διαπεμψαμένων πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τῆς γερουσίας καὶ τῶν πρεσβυτέρων τοὺς ἀσπασομένους αὐτὸν καὶ ξένια κομιοῦντας καὶ ἐπὶ τοῖς συμβεβηκόσι συγχαρησομένους, συνέβη μᾶλλον αὐτὸν προθυμηθῆναι ὡς τάχιστα πρὸς αὐτοὺς παραγενέσθαι. 8 Οι Ιουδαίοι έστειλαν προς τον Φιλοπάτορα εκπροσώπους των από την γερουσίαν και τους πρεσβυτέρους, να τον χαιρετήσουν, να τον συγχαρούν δια την νίκην του και να του δώσουν δώρα. Αυτός δε ευχαριστήθη από αυτά και επροθυμοποιήθη να μεταβή προς αυτούς, όσον το δυνατόν ταχύτερον. 8 Ὅταν δὲ οἱ Ἰουδαῖοι ἀπέστειλαν πρὸς τὸν Πτολεμαῖον μερικοὺς ἀπὸ τὴν Γερουσίαν καὶ ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους διὰ νὰ τὸν χαιρετίσουν, νὰ τοῦ προσφέρουν δῶρα καὶ νὰ τὸν συγχαροῦν δι’ ὅσα εἶχαν συμβῆ (δηλαδὴ τὴν νίκην τοῦ κατὰ τοῦ Ἀντιόχου), ὁ Πτολεμαῖος παρεκινήθη ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ ἔγινε περισσότερον πρόθυμος εἰς τὸ νὰ τοὺς ἐπισκεφθῆ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον.
9 διακομισθεὶς δὲ εἰς ῾Ιεροσόλυμα καὶ θύσας τῷ μεγίστῳ Θεῷ καὶ χάριτας ἀποδιδοὺς καὶ τῶν ἑξῆς τι τῷ τόπῳ ποιήσας καὶ δὴ παραγενόμενος εἰς τὸν τόπον καὶ τῇ σπουδαιότητι καὶ εὐπρεπείᾳ καταπλαγείς, 9 Ηλθε πράγματι εις τα Ιεροσόλυμα, εθυσίασεν στον μέγιστον Θεόν του Ισραήλ και ευχαρίστησεν αυτόν. Αφού δε έπραξε το αρμόζον στον ιερόν εκείνον τόπον, και μάλιστα αφού έφθασεν στον ιερόν ναόν, εξεπλάγη, διότι είδε την επιμέλειαν των Ιουδαίων δια τον ναόν των και την μεγαλοπρέπειαν του ναού. 9 Καὶ ὅταν ἔφθασεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, προσέφερε θυσίαν εἰς τὸν μέγιστον Θεὸν τῶν Ἰουδαίων καὶ Τὸν εὐχαρίστησε καὶ ἔκαμεν ὅ,τι ἦταν πρέπον διὰ τὸν ἱερὸν τόπον τοῦ Ναοῦ.Μάλιστα δέ, μόλις ἔφθασεν εἰς τὸν ἱερὸν τόπον τοῦ Ναοῦ, ἐκυριεύθη ἀπὸ κατάπληξιν, ὅταν εἶδε τὴν λεπτότητα, τὴν λαμπρότητα, τὴν ὡραιότητα καὶ τὴν χάριν τοῦ Ναοῦ.
10 θαυμάσας δὲ καὶ τὴν τοῦ ἱεροῦ εὐταξίαν, ἐνεθυμήθη βουλεύσασθαι εἰσελθεῖν εἰς τὸν ναόν. 10 Εθαύμασε δε και την ευταξίαν του ναού. Εβαλεν στον νουν του και επήρε την απόφασιν να εισέλθη εις αυτόν. 10 Ἀφοῦ ἐθαύμασεν ἐπίσης καὶ τὴν ὡραίαν τάξιν τοῦ Ναοῦ, ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων!
11 τῶν δὲ εἰπόντων μὴ καθήκειν γίνεσθαι τοῦτο, διὰ τὸ μηδὲ τοῖς ἐκ τοῦ ἔθνους ἐξεῖναι εἰσιέναι, μηδὲ πᾶσι τοῖς ἱερεῦσιν, ἀλλ' ἢ μόνῳ τῷ προηγουμένῳ πάντων ἀρχιερεῖ, καὶ τούτῳ ἅπαξ κατ' ἐνιαυτόν, οὐδαμῶς ἠβούλετο πείθεσθαι. 11 Εκείνοι όμως του είπαν, ότι δεν πρέπει να γίνή κάτι τέτοιο, διότι η είσοδος στον ναόν δεν επιτρέπεται όχι μόνον στους λαϊκούς Ιουδαίους αλλ' ούτε και εις αυτούς ακόμη τους ιερείς. Επιτρέπεται δε μόνον στον αρχηγόν των, στον αρχιερέα, και εις αυτόν μίαν φοράν το έτος. Ο Φιλοπάτωρ όμως κατ' ουδένα τρόπον ήθελε να πεισθή και να υποχωρήση. 11 Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως τοῦ εἶπαν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ αὐτό, διότι ἡ εἴσοδος εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων δὲν ἐπετρέπετο οὔτε εἰς τούς (λαϊκούς) Ἰουδαίους οὔτε καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἱερεῖς, παρὰ μόνον εἰς τὸν ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἦταν ο πρῶτος, ὁ πλέον περιφανὴς ὅλων· ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν ἐπετρέπετο εἴσοδος μόνον μίαν φορὰν τὸ ἔτος (κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐξιλασμοῦ).Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ βασιλιᾶς Πτολεμαῖος δὲν ἤθελε νὰ πεισθῇ μὲ κανένα τρόπον, οὔτε νὰ ὑποχωρήσῃ.
12 τοῦ τε νόμου παραναγνωσθέντος, οὐδαμῶς ἀπέλιπε προφερόμενος ἑαυτὸν δεῖν εἰσελθεῖν λέγων· καὶ εἰ ἐκεῖνοι ἐστέρηνται ταύτης τῆς τιμῆς, ἐμὲ οὐ δεῖ. 12 Μολονότι δε ανεγνώσθη ενώπιόν του και το σχετικόν χωρίον του Νομου, αυτός κατ' ουδένα λόγον απεμακρύνθη από την απόφασίν του λέγων, ότι πρέπει αυτός να εισέλθη στον ναόν. Προσέθεσε δε ότι, “έστω και αν οι άλλοι εστερήθησαν από αυτήν την τιμήν, εγώ όμως δεν πρέπει να στερηθώ”. 12 Ἀκόμη καὶ ὅταν τὸ σχετικὸν ἀπόσπασμα τοῦ Νόμου ἀνεγνώσθη ἐνώπιόν του, ὁ Πτολεμαῖος δὲν ἐσταμάτησε ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιμένῃ ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν Ναόν, καὶ ἔλεγε: Καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐκεῖνοι ἔχουν στερηθῇ τῆς τιμῆς αὐτῆς, ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ στερηθῶ!
13 καὶ ἐπυνθάνετο διὰ τίνα αἰτίαν εἰσερχόμενον αὐτὸν εἰς πᾶν τέμενος οὐθεὶς ἐκώλυσε τῶν παρόντων. 13 Εζήτησε να πληροφρρηθή την αιτίον, δια την οποίαν, ενώ αυτός εισήρχετο εις την αυλήν παντός ναού, κανείς από τους παρευρισκομένους δεν τον ημπόδισεν. 13 Ἐζητοῦσε ἐπίσης νὰ μάθῃ, διατί, ἐνῷ εἶχεν εἰσέλθει εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Ναοῦ καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, δὲν τὸν ἐμπόδισε κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν παρόντες.
14 καί τις ἀπρονοήτως ἔφη κακῶς αὐτὸ τοῦτο τερατεύεσθαι. 14 Ενας δε Ιουδαίος κατά τρόπον απερίσκεπτον απήντησεν, ότι και αυτή η παρανομία κακώς έγινεν. 14 Τότε κάποιος ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους Ἰουδαίους, χωρὶς νὰ σκεφθῇ, ἀπάντησε πρὸς τὸν Πτολεμαῖον κατὰ τρόπον ἐπιπόλαιον καὶ βεβιασμένον, ὅτι κακῶς ἔγινε ἡ παρανομία ἐκείνη καὶ κακῶς ἐκαυχᾶτο δι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἐχρησιμοποιοῦσε ὡς ἐπιχείρημα.
15 γενομένου δέ, φησι, τούτου διά τινα αἰτίαν, οὐχὶ πάντως εἰσελεύσεσθαι καὶ θελόντων αὐτῶν καὶ μή; 15 Ο βασιλεύς απήντησε· “αφού οπωσδήποτε δια κάποιον αιτίαν του επετράπη η είσοδος εις την αυλήν του ναού, δεν θα πρέπει οπωσδήποτε να εισέλθη και στον ίδιον τον ναόν είτε το θέλουν αυτοί είτε όχι;” 15 Ἀλλ’ ἐφ' ὅσον τοῦτο, ἀπάντησε ὁ βασιλιᾶς, ἔγινε διὰ καποιαν αἰτίαν, διατὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθω ὁπωσδήποτε εἰς τὸν Ναόν, εἴτε τὸ θέλουν αὐτοὶ εἴτε ὄχι;
16 τῶν δὲ ἱερέων ἐν ταῖς ἁγίαις ἐσθήσεσι προπεσόντων καὶ δεομένων τοῦ μεγίστου Θεοῦ βοηθεῖν τῇ ἐνεστώσῃ ἀνάγκῃ καὶ τὴν ὁρμὴν τοῦ κακῶς ἐπιβαλλομένου μεταθεῖναι κραυγῆς τε μετὰ δακρύων τὸ ἱερὸν ἐμπλησάντων, 16 Τοτε οι ιερείς με τας ιερατικάς των στολάς έπεσαν κατά, γης ενώπιον του μεγίστου Θεού και τον παρεκάλουν να τους βοηθήση εις την παρούσαν δύσκολον περίστασιν, να μετατρέψη και ματαιώση την ορμήν του κακώς επιμένοντος βασιλέως. Είχαν δε γεμίσει τον ιερόν ναόν με τας κραυγάς και τα δάκρυά των. 16 Τότε οἱ ἱερεῖς ντυμένοι με τὶς ἱερὲς λειτουργικὲς στολές των ἔπεσαν μπρούμυτα κατὰ γῆς ἐμπρὸς εἰς τὸν Ναὸν τοῦ μεγίστου Θεοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσῃ εἰς τὴν προκειμένην δύσκολον περίστασιν καὶ νὰ ἀπομακρύνῃ τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν ἕφοδον τοῦ βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος κακῶς ἐπέμενεν εἰς τὴν ἀνόσιον ἀπόφασίν του.Ἐγέμισαν δὲ οἱ ἱερεῖς τὸν Ναὸν μὲ τὶς ἰκετήριες κραυγὲς καὶ τὰ δάκρυά των.
17 οἱ κατὰ τὴν πόλιν ἀπολιπόμενοι ταραχθέντες ἐξεπήδησαν, ἄδηλον τιθέμενοι τὸ γινόμενον. 17 Οι Ιουδαίοι, οι οποίοι είχον απομείνει και ευρίσκοντο εις την πόλιν, εταράχθησαν από το γεγονός αυτό και ανεπήδησαν έξω, διότι ενόμισαν ότι κάτι το πολύ παράδοξον γίνεται εκεί. 17 Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ εἶχαν ἀπομείνει εἰς τὴν πόλιν, συνεκλονίσθησαν καὶ ἀνεπήδησαν, διότι συνεπέραναν ὅτι κάτι τὸ παράδοξον, τρομερὸν καὶ μυστηριῶδες ἐπρόκειτο νὰ συμβῇ ἐκεῖ.
18 αἵ τε κατάκλειστοι παρθένοι ἐν θαλάμοις σὺν ταῖς τεκούσαις ἐξώρμησαν καὶ σποδῷ καὶ κόνει τὰς κεφαλὰς πασάμεναι, γόων τε καὶ στεναγμῶν τὰς πλατείας ἐνεπίμπλων. 18 Αι παρθένοι, που ήσαν κλεισμέναι εις τα δωμάτιά των με τας μητέρας των, ώρμησαν έξω, έθεσαν στάκτην και χώμα εις τας κεφαλάς των, εγέμισαν δε τας πλατείας της Ιερουσαλήμ με στεναγμούς και θρήνους. 18 Παρθένες δὲ κόρες, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸ ἔθιμον παρέμεναν κλεισμένες εἰς τὰ δωμάτιά των, ἀφῆκαν τὴν ἐντροπὴν καὶ ὥρμησαν πρὸς τὰ ἔξω μαζὶ μὲ τὶς μητέρες των, ἐπασπάλισαν τὶς κεφαλές των μὲ στάκτην καὶ χῶμα εἰς ἔνδειξιν πένθους καὶ ἐγέμισαν τὶς πλατεῖες τῆς Ἱερουσαλὴμ μὲ γοερὲς φωνές, στεναγμούς, μυρολόγια καὶ θρήνους.
19 αἱ δὲ καὶ προσαρτίως ἐσταλμέναι τοὺς πρὸς ἀπάντησιν διατεταγμένους παστοὺς καὶ τὴν ἁρμόζουσαν αἰδὼ παραλείπουσαι, δρόμον ἄτακτον ἐν τῇ πόλει συνίσταντο. 19 Και αι νεόνυμφοι, αι οποίαι κατά τα ιουδαϊκά έθιμα έμεναν προς καιρόν χωρισμένοι από τους άλλους λόγω του προσφάτου γάμου των, εγκατέλειψαν τους περιποιημένους νυμφικούς θαλάμους των, έθεσαν κατά μέρος την αρμόζουσαν εις αυτάς αιδημοσύνην και έτρεχαν εις την πόλιν ατάκτως. 19 Ἀκόμη καὶ οἱ ντροπαλὲς νεόνυμφες, ποὺ μόλις προσφάτως εἶχαν ὁδηγηθῆ εἰς τοὺς νυμφικοὺς θαλάμους των, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν τοὺς καλοσυγυρισμένους καὶ στολισμένους γαμηλίους θαλάμους των καὶ ἀφοῦ παρεμέρισαν τὴν ἕνεκα τῆς θέσεως των ἁρμόζουσαν ἐντροπήν, ὥρμησαν ἔξω καὶ ἔτρεχαν κατὰ τρόπον ἄτακτον εἰς τοὺς δρόμους τῆς πόλεως.
20 τὰ δὲ νεογνὰ τῶν τέκνων, αἵ τε πρὸς τούτοις μητέρες καὶ τιθηνοὶ παραλιποῦσαι ἄλλως καὶ ἄλλως, αἱ μὲν κατ' οἴκους, αἱ δὲ κατὰ τὰς ἀγυιάς, ἀνεπιστρέπτως εἰς τὸ πανυπέρτατον ἱερὸν ἠθροίζοντο. 20 Αι δε μητέρες και αι τροφοί άφηναν έδω και εκεί τα μικρά των παιδιά, άλλαι μεν εις τα σπίτια των άλλαι δε στους δρόμους, και συνεκεντρώνοντο αποφασιστικώς στον πανσεβάσμιον ναόν των. 20 Ἐξ ἄλλου μητέρες καὶ τροφοὶ ἐγκατέλειπαν καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ νήπια καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἀλλὰ εἰς τὰ σπίτια των καὶ ἄλλα εἰς τοὺς δρόμους, καί, χωρὶς νὰ ἐπιστρέφουν πίσω διὰ να φροντίσουν τὰ παιδιά των, συνεκεντρώνοντο εἰς τὸν πανσέβαστον καὶ ἀνώτατον ὅλων Ναόν.
21 ποικίλη δὲ ἦν τῶν εἰς τοῦτο συλλεγομένων ἡ δέησις ἐπὶ τοῖς ἀνοσίως ὑπ' ἐκείνου κατεγχειρουμένοις. 21 Μεγάλη και πολύτροπος ήτο η δέησις προς τον Θεόν στον ιερόν εκείνον τόπον, δια το επιχαρούμενον από τον Φιλοπάτορα ανοσιούργημα. 21 Πολύμορφη δὲ καὶ πολλαπλῆ ἦταν ἡ δέησις πρὸς τὸν Θεὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν συγκεντρωθῆ εἰς τὸν Ναόν, ἕνεκα τοῦ βεβήλου ἐγχειρήματος τοῦ βασιλιᾶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων.
22 σύν τε τούτοις οἱ τῶν πολιτῶν θρασυνθέντες οὐκ ἠνείχοντο τέλεον αὐτοῦ ἐπικειμένου καὶ τὸ τῆς προθέσεως αὐτοῦ ἐκπληροῦν διανοουμένου. 22 Εκτός όμως αυτών και μερικοί από τους πολίτας εξεγερθέντες δεν ηνείχοντο κατά κανένα τρόπον την επιμονήν του Φιλοπάτορος, ο οποίος εσκέπτετο οπωσδήποτε να εκπληρώση την απόφασίν του. 22 Ἐπὶ πλέον, μαζὶ μὲ αὐτούς, οἱ τολμηρότεροι τῶν πολιτῶν δὲν ἠνείχοντο μὲ κανένα τρόπον τὴν ὁλοκληρώσῃ τοῦ σχεδίου το βασιλιᾶ καὶ τὴν ἀπόφασίν του νὰ ἐκπληρώσῃ, ὅσα αὐτὸς διενοήθη.
23 φωνήσαντες δὲ τὴν ὁρμὴν ἐπὶ τὰ ὅπλα ποιήσασθαι καὶ θαρραλέως ὑπὲρ τοῦ πατρῴου νόμου τελευτᾶν, ἱκανὴν ἐποίησαν ἐν τῷ τόπῳ τραχύτητα, μόλις δὲ ὑπό τε τῶν γεραιῶν καὶ τῶν πρεσβυτέρων ἀποτραπέντες ἐπὶ τὴν αὐτὴν τῆς δεήσεως ἔστησαν στάσιν. 23 Οταν δε αυτοί εκραύγασαν και εξήγειραν την ορμήν του πλήθους να πάρουν εις τα χέρια των τα όπλα και με θάρρος να αποθάνουν χάριν του πατρικού Νομου, επροκάλεσαν μεγάλην αναταραχήν στον ιερόν εκείνον τόπον. Μολις δε και μετά βίας συνεκρατήθησαν από τους γεροντοτέρους και τους πρεσβυτέρους Ιουδαίους και επανήλθαν εις την αυτήν στάσιν της προσευχής. 23 Αὐτοὶ λοιπόν, ὅταν ἐφώναξαν καὶ ἐπροκάλεσαν τὸ ὁρμητικὸν πλῆθος νὰ λάβουν τὰ ὅπλα καὶ νὰ ἀποθάνουν μὲ θάρρος χάριν τοῦ Νόμου τῶν πατέρων των, ἐδημιούργησαν σοβαρὰν ἀναταραχὴν καὶ μεγάλον θόρυβον εἰς τὸν ἱερὸν τόπον.Ὅλοι δὲ αὐτοὶ μὲ πολλὴν δυσκολίαν συνεκρατήθησαν ἀπὸ τοὺς γεροντοτέρους καὶ πρεσβυτέρους, ὥστε νὰ ἐγκαταλειψουν τὴν ἔνοπλον ἀντίστασιν, νὰ τηρήσουν δὲ καὶ αὐτοὶ τὴν ἰδίαν στάσιν τῆς ἱκεσίας, ὅπως καὶ ὁ ὑπόλοιπος λαός.
24 καὶ τὸ μὲν πλῆθος ὡς ἔμπροσθεν ἐν τούτοις ἀνεστρέφετο δεόμενον. 24 Και το μεν πλήθος, καθ' ον χρόνον εξειλίσσοντο τα γεγονότα αυτά, είχεν επιδοθή, όπως και προηγουμένως εις την προσευχήν. 24 Ἐν τῷ μεταξὺ τὸ πλῆθος τῶν Ἰουδαίων συνέχιζε νὰ προσεύχεται εἰς τὸν Θεόν, ὅπως καὶ προηγουμένως.
25 οἱ δὲ περὶ τὸν βασιλέα πρεσβύτεροι πολλαχῶς ἐπειρῶντο τὸν ἀγέρωχον αὐτοῦ νοῦν ἐξιστάνειν τῆς ἐντεθυμημένης βουλῆς. 25 Οι πρεσβύτεροι όμως από τους Ιουδαίους που ήσαν γύρω από τον βασιλέα, προσπαθούσαν με κάθε τρόπον να απομακρύνουν και ματαιώσουν την αλαζονικήν απόφασιν, την οποίαν εκείνος είχε πάρει. 25 Οἱ δὲ πρεσβύτεροι τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἐπεριστοίχιζαν τὸν βασιλιᾶ, ἐπροσπαθοῦσαν μὲ πολλοὺς τρόπους νὰ μεταβάλουν καὶ νὰ ἀλλάξουν τὴν ὑπερήφανον ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος (ὁ Φιλοπάτωρ) ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τρόπον παράνομον.
26 θρασυνθεὶς δὲ καὶ πάντα παραπέμψας ἤδη καὶ πρόσβασιν ἐποιεῖτο, τέλος ἐπιθήσειν δοκῶν τῷ προειρημένῳ. 26 Ο Φιλοπάτωρ όμως εξωργίσθη και όλας τας παρακλήσεις εκείνων τας έθεσε κατά μέρος, απεφάσισε δε να θέση τέρμα στο προλεχθέν αυτό ζήτημα και να εισέλθη στον ναόν. 26 Ἀλλ' ὁ Πτολεμαῖος, φουσκωμένος ἀπὸ ἐγωϊσμόν, ἐπείσμωσε, ἔγινε θρασύτερος καὶ ἀπέκρουσεν ὅλες τὶς παρακλήσεις· ἄρχισε μάλιστα νὰ πλησιάζῃ πλέον εἰς τὸν ἱερὸν χῶρον, διὰ νὰ φέρῃ, ὅπως ἐνόμιζεν, εἰς πέρας τὴν ἀνόσιον ἀπόφασιν, ποὺ ἤδη ἐξήγγειλε· νὰ εἰσέλθῃ δηλαδὴ εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων.
27 ταῦτα οὖν καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ὄντες θεωροῦντες ἐτράπησαν εἰς τὸ σὺν τοῖς ἡμετέροις ἐπικαλεῖσθαι τὸν πᾶν κράτος ἔχοντα τοῖς παροῦσιν ἐπαμῦναι, μὴ παριδόντα τὴν ἄνομον καὶ ὑπερήφανον πρᾶξιν. 27 Αυτά, λοιπόν, βλέποντες και εκείνοι, που ήσαν γύρω από τον βασιλέα, ηνώθησαν και αυτοί με τους άλλους ιδικούς μας Ιουδαίους και παρακαλούσαν τον Θεόν, ο οποίος είχε την δύναμιν να υπερασπίση τον ναόν του από την επικρεμαμένην απειλήν και να μη παραβλέψη την παράνομον και υπερήφανον αυτήν πράξιν. 27 Ὅταν ἐκεῖνοι, ποὺ τὸν ἐπεριστοίχιζαν, εἶδαν τὴν κίνησιν αὐτὴν τοῦ βασιλιᾶ, ἐστράφησαν καὶ ἠνώθησαν μὲ τὸν Ἰουδαϊκον λαόν μας.Ἄρχισαν δὲ καὶ αὐτοὶ νὰ παρακαλοῦν Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν, νὰ τοὺς ὑπερασπίσῃ κατὰ τὴν παροῦσαν δεινὴν περίστασιν καὶ νὰ μὴ παραβλέψῃ τὴν παράνομον καὶ ἀλαζονικὴν αὐτὴν πρᾶξιν τοῦ Πτολεμαίου.
28 ἐκ δὲ τῆς πυκνοτάτης τε καὶ ἐμπόνου τῶν ὄχλων συναγομένης κραυγῆς ἀνείκαστός τις ἦν βοή· 28 Μια δε απερίγραπτος βοή ηκούετο καθ' όλην την πόλιν από την επαναλαμβανομένην οδυνηράν κραυγήν των όχλων, που είχαν συγκεντρωθή εκεί. 28 Ἀπὸ δὲ τὴν ἀδιάκοπον, συνεχῆ, γεμάτην ὀδύνην καὶ πόνον, κοπιαστικὴν καὶ ὁμόφωνον ὐσχυρὰν κραυγὴν τῶν ὄχλων, ποὺ εἶχαν συγκεντρωθῆ ἐκεῖ, ἀνέβαινε καὶ ἀντηχοῦσε μία ἀπερίγραπτος βοή.
29 δοκεῖν γὰρ ἦν μὴ μόνον τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ τὰ τείχη καὶ τὸ πᾶν ἔδαφος ἠχεῖν, ἅτε δὴ τῶν πάντων τότε θάνατον ἀλλασσομένων ἀντὶ τῆς τοῦ τόπου βεβηλώσεως. 29 Ενόμιζε κανείς ότι όχι μόνον οι άνθρωποι εφώναζαν, αλλά και αυτά ακόμη τα τείχη και ολόκληρον το έδαφος αντηχούσε, διότι όλοι επροτιμούσαν τον θάνατον αντί της βεβηλώσεως του ιερού ναού. 29 Ἕνεκα τῆς βοῆς αὐτῆς ἐνόμιζε κανείς, ὅτι ἐφώναζεν ὄχι μόνον τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἀντηχοῦσαν καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ τείχη καὶ ὅλον τὸ ἔδαφος, διότι πράγματι ὅλοι καὶ ὅλα τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπροτιμοῦσαν τὸν θάνατον, παρὰ τὴν βεβήλωσιν τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖον τὸν Φιλοπάτορα.