Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2021
Ανατ: 07:46
Δύση: 18:33
Σελ. 21 ημ.
300-65
13ος χρόνος, 5002η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Β)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ο μὲν οὖν ἀρχιερεὺς Σίμων ἐξεναντίας τοῦ ναοῦ κάμψας τὰ γόνατα καὶ τὰς χεῖρας προτείνας εὐτάκτως, ἐποιήσατο τὴν δέησιν τοιαύτην. 1 Ο μεν λοιπόν αρχιερεύς Σιμων έκαμψε τα γόνατα απέναντι του ναού, ύψωσε με ευλαβειαν τας χείρας του στον ουρανόν και έκαμε την εξής προσευχήν. 1 Τότε λοιπὸν ὁ ἀρχιερεὺς Σίμων, ἀφοῦ ἐγονάτισε άπέναντι ἀπὸ τὸν Ναὸν καὶ ὕψωσε ἤρεμα μὲ σεβασμὸν καὶ εὐλάβειαν τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανόν, ἀνέπεμψε πρὸς τὸν Θεὸν τὴν ἀκόλουθον δέησιν:
2 Κύριε Κύριε, βασιλεῦ τῶν οὐρανῶν καὶ δέσποτα πάσης κτίσεως, ἅγιε ἐν ἁγίοις, μόναρχε, παντοκράτωρ, πρόσχες ἡμῖν καταπονουμένοις ὑπὸ ἀνοσίου καὶ βεβήλου θράσει καὶ σθένει πεφρυαγμένου. 2 “Κυριε, Κυριε, βασιλεύ των ουρανών, Δέσποτα ολοκλήρου της κτίσεως, αγιώτατε, μονοκράτωρ, παντοκράτωρ, δώσε προσοχήν εις ημάς σήμερον, οι οποίοι καταταλαιπωρούμεθα από ανόσιον και βέβηλον, ο οποίος καυχάται και αυθαδιάζει δια την θρασύτητά του και την δύναμίν του. 2 Κύριε Κύριε, Βασιλεῦ τῶν οὐρανῶν καὶ Δέσποτα ὅλης τῆς κτίσεως, Ἁγιώτατε, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁ μόνος ἄρχων καὶ ἀπόλυτος κυρίαρχος, Παντοκράτωρ, ἄκουσε καὶ πρόσεξε ἠμᾶς, οἱ ὁποῖοι πιεζόμεθα καὶ βασανιζόμεθα ἀπὸ ἀνόσιον καὶ βέβηλον ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ὡς ἵππος ἀχαλίνωτος καὶ ἀτίθασος ἀναστατώνεται καὶ ἀφηνιάζει κατὰ τρόπον μανιώδη καὶ αὐθάδη ἐξ αἰτίας τοῦ θράσους καὶ τῆς δυνάμεώς του!
3 σὺ γὰρ ὁ κτίσας τὰ πάντα καὶ τῶν ὅλων ἐπικρατῶν δυνάστης δίκαιος εἶ καὶ τοὺς ὕβρει καὶ ἀγερωχίᾳ πράσσοντάς τι κρίνεις. 3 Διότι συ, ο οποίος εδημιούργησες τα σύμπαντα και εν τη απείρω σου δυνάμει, είσαι κυρίαρχος όλων των ορατών και αοράτων, είσαι δίκαιος και εν τη δικαιοσύνη σου κρίνεις όλους, όσοι επάνω εις την αλαζονείαν και αγερωχίαν των κάμνουν κάτι το ασεβές. 3 Διότι Σὺ εἶσαι ἐκεῖνος, ποὺ ἐδημιούργησες τὰ πάντα καὶ ὁ Ὁποῖος συνέχεις καὶ συγκρατεῖς τὴν ὅλην δημιουργίαν· Σὺ εἶσαι ὁ δίκαιος, ὁ ἀπόλυτος ἄρχων καὶ κυβερνήτης, καὶ Σὺ κρίνεις ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κάμνουν κάτι μὲ ἄκρατον αὐθάδειαν, ἀναίδειαν καὶ ἀλαζονείαν!
4 σὺ τοὺς ἔμπροσθεν ἀδικίαν ποιήσαντας, ἐν οἷς καὶ γίγαντες ἦσαν ρώμῃ καὶ θράσει πεποιθότες, διέφθειρας ἐπαγαγὼν αὐτοῖς ἀμέτρητον ὕδωρ. 4 Συ εξηφάνισες εκείνους, οι οποίοι εις προηγουμένας εποχάς διέπραξαν αδικίας. Μεταξύ αυτών ήσαν και γίγαντες κατά την σωματικήν δύναμιν, οι οποίοι είχαν πεποίθησιν εις την θρασύτητά των. Αυτούς τους εξωλόθρευσες αποστείλας εναντίον των απροσμετρήτους όγκους υδάτων δια του κατακλυσμού. 4 Σὺ κατέστρεψες καὶ ἐξηφάνισες ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν διέπραξαν παρανομίες· μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν οἱ γίγαντες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐμπιστοσύνην καὶ πεποίθησιν εἰς τὴν σωματικήν των δύναμιν, τὸ θράσος καὶ τὴν αὐθάδειάν των.Αὐτοὺς τοὺς ἐξηφάνισες μὲ τὸ νὰ τοὺς καταπνίξῃς εἰς τὸν ἀμέτρητον ὄγκον τῶν ὑδάτων τοῦ φοβεροῦ κατακλυσμοῦ.
5 σὺ τοὺς ὑπερηφανίαν ἐργαζομένους Σοδομίτας, διαδήλους ταῖς κακίαις γενομένους, πυρὶ καὶ θείῳ κατέφλεξας, παράδειγμα τοῖς ἐπιγινομένοις καταστήσας. 5 Συ τους Σοδομίτας, οι οποίοι ήσαν δούλοι εις την αλαζονείαν των και έγιναν γνωστοί από τας κακίας των, τους κατέκαυσες δια του πυρός και του θείου, και κατέστησες έτσι αυτούς παράδειγμα τιμωρίας εις τας κατόπιν γενεάς. 5 Σὺ κατέκαυσες καὶ ἐξηφάνισες μὲ φωτιὰ καὶ θειάφι τοὺς κατοίκους τῶν Σοδόμων, οἱ ὁποῖοι ἐφέροντο μὲ ἀλαζονείαν καὶ προπέτειαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἔγιναν γνωστοὶ καὶ ὁλοφάνεροι διὰ τὴν ἀνήθικον διαγωγὴν καὶ τὶς βδελυκτὲς παρανομίες των μὲ τὴν τιμωρίαν αὐτὴν τοὺς κατέστησες ἀποκρουστικὸν παράδειγμα πρὸς ἀποφυγὴν εἰς τὶς ἐπερχόμενες γενεές.
6 σὺ τὸν θρασὺν Φαραὼ καταδουλωσάμενον τὸν λαόν σου τὸν ἅγιον ᾿Ισραήλ, ποικίλαις καὶ πολλαῖς δοκιμάσας τιμωρίαις, ἐγνώρισας τὴν σὴν δυναστείαν, ἐφ' αἷς ἐγνώρισας τὸ μέγα σου κράτος· 6 Συ τον θρασύν Φαραώ, ο οποίος είχε καταδουλώσει τον άγιόν σου λαόν, τον ισραηλιτικόν, τον ετιμώρησες με πολλάς και ποικίλας τιμωρίας και κατέστησες γνωστήν την ακατανίκητον δύναμίν σου. Με αυτάς έκαμες γνώστην εις όλους την ακατανίκητον ισχύν σου. 6 Σὺ κατέστησες γνώστην τὴν ἀκαταγώνιστον δύναμιν καὶ τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν σου μὲ τὸ νὰ τιμωρήσῃς μὲ διάφορες καὶ πολλὲς τιμωρίες τὸν αὐθάδη, ἀλαζόνα καὶ οἰηματίαν Φαραώ, ὁ ὁποῖος εἶχε καταστήσει διὰ τῆς βίας δοῦλον τὸν λαόν σου, τὸν ἅγιον Ἰσραηλιτικὸν λαόν.Μὲ τὶς πληγὲς αὐτές, μὲ τὶς ὁποῖες ἐτιμώρησες τὸν Φαραώ, ἔκαμες εἰς ὅλους γνωστὴν τὴν μεγάλην καὶ ἀκαταγώνιστον δύναμίν σου.
7 καὶ ἐπιδιώξαντα αὐτὸν σὺν ἅρμασι καὶ ὄχλων πλήθει ἐπέκλυσας βάθει θαλάσσης, τοὺς δὲ ἐμπιστεύσαντας ἐπὶ σοὶ τῷ τῆς ἁπάσης κτίσεως δυναστεύοντι σώους διεκόμισας, 7 Διότι αυτόν τον Φαραώ, ο οποίος με πολεμικά άρματα και με πλήθος λαού κατεδίωξε τον ισραηλιτικόν λαόν, τον έπνιξες εις τα βάθη της θαλάσσης. Τους δε Ισραηλίτας, οι οποίοι είχαν εμπιστευθή την σωτηρίαν των εις σε τον βασιλέα όλης της κτίσεως, ωδήγησες σώους δια μέσου της θαλάσσης. 7 Διότι, ὅταν ὁ Φαραὼ κατεδίωξε τοὺς Ἰσραηλῖτες μὲ πολεμικὰ ἅρματα καὶ πλῆθος στρατοῦ, τὸν κατέκλυσες καὶ τὸν ἔπνιξες εἰς τὸ βάθος τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης· τοὺς δὲ Ἰσραηλίτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πίστιν καὶ πεποίθησιν εἰς Σέ, ὁ Ὁποῖος εἶσαι ὁ ἀπόλυτος κυρίαρχος καὶ ἐξουσιαστὴς ὅλης τῆς κτίσεως, τοὺς διέσωσες καὶ τοὺς διεπέρασες ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν σώους καὶ ἀσφαλεῖς.
8 οἳ καὶ συνιδόντες ἔργα σῆς χειρὸς ᾔνεσάν σε τὸν παντοκράτορα. 8 Αυτοί δε όταν είδαν και κατενόησαν τα θαυμαστά έργα της παντοδυνάμου δεξιάς σου, εδοξολόγησαν σε τον παντοκράτορα. 8 Ὅταν δὲ οἱ Ἰσραηλῖται εἶδαν καὶ κατενόησαν τὰ θαυμαστὰ ἔργα τῆς παντοδυνάμου δεξιᾶς Σου, ὕμνησαν καὶ ἐδοξολόγησαν Σέ, τὸν παντοκράτορα Κύριον.
9 σύ, βασιλεῦ, κτίσας τὴν ἀπέραντον καὶ ἀμέτρητον γῆν, ἐξελέξω τὴν πόλιν ταύτην καὶ ἁγιάσας τὸν τόπον τοῦτον εἰς ὄνομά σοι τῷ τῶν ἁπάντων ἀπροσδεεῖ καὶ παρεδόξασας ἐν ἐπιφανείᾳ μεγαλοπρεπεῖ, σύστασιν ποιησάμενος αὐτοῦ πρὸς δόξαν τοῦ μεγάλου καὶ ἐντίμου ὀνόματός σου. 9 Συ, βασιλεύ, είσαι εκείνος, ο οποίος εδημιούργησες τον απέραντον και αμέτρητον αυτόν κόσμον της γης. Συ εξέλεξες την πόλιν αυτήν, την Ιερουσαλήμ, και ηγίασες τον ιερόν τούτον τόπον, τον ναόν, δια να δοξάζεται το Ονομά σου, καίτοι συ από τίποτε δεν έχεις ανάγκην. Συ με την μεγαλοπρεπή εις αυτόν εμφάνισίν σου εδόξασες τον ιερόν τούτον ναόν και τον κατέστησες έτσι άγιον, δια να δοξάζεται το μέγα και πανέντιμον Ονομά σου. 9 Σύ, Βασιλεῦ, ὅταν ἐδημιούργησες τὴν ἀπέραντον καὶ ἀμέτρητον γῆν, ἐξεχώρισες καὶ ἐδιάλεξες τὴν πόλιν αὐτήν, τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ ἁγίασες εἰς αὐτὴν τὸν ἱερὸν τοῦτον τόπον, τὸν Ναόν, καὶ τὸν ἀφιέρωσες εἰς τὸ ὄνομά Σου, παρ' ὅλον ὅτι δὲν ἔχεις ἀνάγκην κανενός! Σὺ τὸν ἱερὸν τοῦτον τόπον τὸν ἐμεγάλυνες καὶ τὸν ἐθαυμάστωσες με τὴν μεγαλοπρεπῆ εἰς αὐτὸν ἐμφάνισίν Σου καὶ τὸν κατέστησες σταθερὸ ν σημεῖον διὰ τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου καὶ ἐνδόξου ὀνόματός Σου.
10 καὶ ἀγαπῶν τὸν οἶκον τοῦ ᾿Ισραὴλ ἐπηγγείλω δὴ ὅτι ἐὰν γένηται ἡμῶν ἀποστροφὴ καὶ καταλάβῃ ἡμᾶς στενοχωρία καὶ ἐλθόντες εἰς τὸν τόπον τοῦτον δεηθῶμεν, εἰσακούσῃ τῆς δεήσεως ἡμῶν. 10 Επειδή αγαπάς το ισραηλιτικόν έθνος, υπεσχέθης εις αυτό, ότι εάν αποστατήσωμεν και απομακρυνθώμεν από σε και μας καταλάβη στενοχωρία και κατόπιν έλθωμεν συντετριμμένοι στον ιερόν τούτον ναόν και προσευχηθώμεν εις αυτόν, συ θα ακούσης την δέησιν ημών. 10 Ἐπειδὴ δὲ ἀγαπᾷς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, ὑπεσχέθης εἰς αὐτὸν ὅτι, ἐὰν φύγωμεν καὶ ἀποστατήσωμεν ἀπὸ Σὲ καὶ ἕνεκα τούτου μᾶς καταλάβῃ θλίψις καὶ στενοχωρία, ἔλθωμεν ὅμως κατόπιν μὲ μετάνοιαν εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν τόπον καὶ προσευχηθῶμεν μὲ πίστιν εἰς Σέ, θὰ ἀκούσῃς καὶ θὰ δεχθῇς τὴν προσευχήν μας.
11 καὶ δὴ πιστὸς εἶ καὶ ἀληθινός. 11 Και είσαι, Κυριε, πράγματι αξιόπιστος και αληθινός εις τας υποσχέσεις σου. 11 Πράγματι δὲ Σύ, Κύριε, εἶσαι ἀξιόπιστος καὶ ἀληθινὸς εἰς τὰ λόγια καὶ τὶς ὑποσχέσεις Σου.
12 ἐπεὶ δὲ πλεονάκις θλιβέντων τῶν πατέρων ἡμῶν ἐβοήθησας αὐτοῖς ἐν τῇ ταπεινώσει καὶ ἐρρύσω αὐτοὺς ἐκ μεγάλων κινδύνων, 12 Επειδή, λοιπόν, πολλές φορές οι πατέρες μας εθλίβησαν και συ τους εβοήθησες κατά την ταλαιπωρίαν των αυτήν και τους εγλύτωσες από μεγάλους κινδύνους, 12 Ἐπειδὴ λοιπὸν πολλὲς φορὲς ἐδοκιμάσθησαν καὶ ἐθλίβησαν οἱ πατέρες μας καὶ Σὺ τοὺς ἐβοήθησες εἰς τὴν ταπείνωσίν των, ὅταν κατεπιέζοντο, καὶ τοὺς ἔσωσες ἀπὸ μεγάλους κινδύνους,
13 ἰδοὺ δὲ νῦν, ἅγιε βασιλεῦ, διὰ τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας ἡμῶν ἁμαρτίας καταπονούμεθα καὶ ὑπετάγημεν τοῖς ἐχθροῖς ἡμῶν καὶ παρείμεθα ἐν ἀδυναμίαις. 13 προς σε και ημείς καταφεύγομεν και ομολογούμεν, ιδού και τώρα, άγιε βασιλεύ, εξ αιτίας των πολλών και μεγάλων αμαρτιών μας έχομεν υποδουλωθή στους εχθρούς μας, έχομεν παραλύσει από τας αδυναμίας μας. 13 διὰ τοῦτο, νά· τώρα καὶ ἠμεῖς καταφεύγομεν εἰς Σέ, ἅγιε Βασιλεῦ, καὶ ὁμολογοῦμεν ὅτι διὰ τὶς πολλὲς καὶ μεγάλες μας ἁμαρτίες καταβαλλόμεθα καὶ συντριβόμεθα ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ ἔχομεν ὑποδουλωθῇ εἰς τοὺς ἐχθρούς μας.Ἔχομεν παραλύσει καὶ μείνει ἀβοήθητοι ἕνεκα τῶν πολλῶν ἀδυναμιῶν μας.
14 ἐν δὲ τῇ ἡμετέρᾳ καταπτώσει ὁ θρασὺς καὶ βέβηλος οὗτος ἐπιτηδεύει καθυβρίσαι τὸν ἐπὶ τῆς γῆς ἀναδεδειγμένον τῷ ὀνόματι τῆς δόξης σου ἅγιον τόπον. 14 Ακριβώς δε εξ αιτίας της καταπτώσεώς μας ο θρασύς και βέβηλος βασιλεύς επιτηδεύεται με κάθε τρόπον να εξευτελίση τον άγιον τούτον ναόν, ο οποίος ευρίσκεται στον τόπον τούτον και είναι αφιερωμένος στο ένδοξον Ονομά σου. 14 Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν τελείαν ἀδυναμίαν μας ὁ αὐθάδης αὐτὸς ἀλαζὼν καὶ βέβηλος βασιλιᾶς προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπον νὰ ἀτιμάσῃ, περιυβρίσῃ καὶ μολύνῃ τὸν ἅγιον τόπον (τὸν Ναόν), ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὴν γῆν αὐτὴν καὶ εἶναι ἀφιερωμένος εἰς τὸ ἔνδοξον καὶ μεγαλοπρεπὲς Ὄνομά Σου.
15 τὸ μὲν γὰρ οἰκητήριόν σου οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ ἀνέφικτος ἀνθρώποις ἐστίν. 15 Η κατοικία σου είναι ο ουρανός του ουρανού, και μένει απρόσιτος στους ανθρώπους. 15 Διότι τὸ ἐνδιαίτημα καὶ τὸ κατοικητήριόν Σου εἶναι ὁ ὑπερυψηλὸς καὶ ὑπέρτατος οὐρανός, ὁ ὁποῖος ὑπέρκειται τοῦ ἐνάστρου οὐρανοῦ καὶ εἶναι ἀπρόσιτος εἰς τοὺς ἀνθρώπους.
16 ἀλλ' ἐπεὶ εὐδοκήσας τὴν δόξαν σου ἐν τῷ λαῷ σου ᾿Ισραὴλ ἡγίασας τὸν τόπον τοῦτον, 16 Επειδή όμως ηυδόκησες προς δόξαν του αγίου Ονόματός σου και ηγίασες και αφιέρωσες τον τόπον τούτον εν μέσω του ισραηλιτικού λαού, 16 Ἐπειδὴ ὅμως ἕνεκα τῆς ἀγαθῆς καὶ εὐνοϊκῆς σνγκαταβάσεώς Σου ἐπεδαψίλευσες τὴν δόξαν Σου εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν Σου, ἐξεχώρισες δὲ καὶ ἁγίασες τὸν τόπον αὐτόν,
17 μὴ ἐκδικήσῃς ἡμᾶς ἐν τῇ τούτων ἀκαθαρσίᾳ, μηδὲ εὐθύνῃς ἡμᾶς ἐν βεβηλώσει, ἵνα μὴ καυχήσωνται οἱ παράνομοι ἐν θυμῷ αὐτῶν, μηδὲ ἀγαλλιάσωνται ἐν ὑπερηφανίᾳ γλώσσης αὐτῶν λέγοντες· 17 μη τιμωρήσης ημάς παραχωρών την βεβήλωσιν αυτήν και μη καταλογίσης εις ημάς ευθύνας δια τον μολυσμόν τούτον· δια να μη καυχώνται οι παράνομοι επάνω στον θυμόν των και να μη αγάλλωνται με την κομπαστικήν των γλώσσαν λέγοντες· 17 μὴ μᾶς τιμωρήσῃς μὲ τὸ νὰ ἐπιτρέψῃς τὸν ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν μολυσμὸν τοῦ Ναοῦ, καὶ μὴ μᾶς ζητήσῃς λόγον (μὴ μᾶς δικάσῃς) διὰ τὶς ἁμαρτίες μας μὲ τὴν βεβήλωσιν του Ναοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς· διὰ νὰ μὴ καυχηθοῦν κομπαστικῶς οἱ παράνομοι, κυριευμένοι ἀπὸ τὸν ἐναντίον μας θυμόν των, οὔτε νὰ γεμίσουν ἀπὸ ἀγαλλίασιν καὶ νὰ εἴπουν μὲ τὴν ὑπερήφανον καὶ ἀλαζονικὴν γλῶσσαν των:
18 ἡμεῖς κατεπατήσαμεν τὸν οἶκον τοῦ ἁγιασμοῦ, ὡς καταπατοῦνται οἱ οἶκοι τῶν προσοχθισμάτων. 18 Ημείς κατεπατήσαμεν τον οίκον τούτον του αγιασμού του Θεού, όπως καταπατούνται και οι ναοί των ειδωλολατρικών βδελυγμάτων! 18 (Ἡμεῖς κατεπατήσαμεν τὸν ἅγιον οἶκον (τὸν Ναόν), ὅπως καταπατοῦνται οἱ μυσαροὶ εἰδωλολατρικοὶ ναοί)!
19 ἀπάλειψον τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ διασκέδασον τὰς ἀμπλακίας ἡμῶν καὶ ἐπίφανον τὸ ἔλεός σου κατὰ τὴν ὥραν ταύτην. 19 Σβήσε, λοιπόν, τας αμαρτίας μας, συγχώρησε τας παραβάσεις μας και κάμε φανερόν το έλεός σου προς ημάς κατά την ώραν αυτήν. 19 Σβῆσε λοιπὸν τελείως καὶ ἐξάλειψε ἐντελῶς τὶς ἁμαρτίες μας, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται πλέον, καὶ διασκόρπισε τὰ πταίσματα καὶ ἁμαρτήματά μας, δεῖξε δὲ καὶ φανέρωσε τὸ ἔλεός σου κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν.
20 ταχὺ προκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου, καὶ δὸς αἰνέσεις ἐν στόματι τῶν καταπεπτωκότων καὶ συντετριμμένων τὰς ψυχὰς ποιήσας ἡμῖν εἰρήνην. 20 Ας μας καταλάβουν αμέσως οι οικτιρμοί σου και δώσε στο στόμα ημών των καταπεπτωκότων και συντετριμμένων δοξολογίαν προς το Ονομά σου, ειρηνεύων τας καρδίας μας”. 20 Ἂς μᾶς προφθάσουν καὶ ἂς μᾶς προλάβουν γρήγορα καὶ χωρὶς ἀργοπορίαν ἡ συμπάθεια καὶ ἡ εὐσπλαγχνία Σου· δῶσε δὲ δοξολογίες εἰς τὸ στόμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταπέσει καὶ συντριβῆ ψυχικῶς, καὶ χάρισέ μας εἰρήνην.
21 ᾿Ενταῦθα ὁ πάντων ἐπόπτης Θεὸς καὶ πρὸ πάντων ἅγιος ἐν ἁγίοις εἰσακούσας τῆς ἐνθέσμου λιτανείας, τὸν ὕβρει καὶ θράσει μεγάλως ἐπῃρμένον ἐμάστιξεν αὐτόν, 21 Αμέσως μετά την προσευχήν αυτήν ο Θεός, ο οποίος επιβλέπει επί όλων των ανθρωπίνων πραγμάτων, ο προαιώνιος, ο αγιώτατος, ήκουσε την σύμφωνον προς τον Νομον του προσευχήν αυτήν και εμαστίγωσε τον επηρμένον επάνω εις την αλαζονείαν του και θρασύτητα Φιλοπάτορα. 21 Ὁ δὲ Θεός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ ἐποπτεύει τὰ πάντα, Αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει πρὸ πάντων τῶν αἰώνων, ὁ Ἁγιώτατος, ἀφοῦ ἄκουσε καὶ ἐδέχθη αὐτὴν τὴν νόμιμον καὶ σύμφωνον μὲ τοὺς ἱεροὺς θεσμοὺς παράκλησιν καὶ ἱκεσίαν, ἐμαστίγωσεν ἀμέσως τὸν βασιλιᾶ Πτολεμαῖον, ὁ ὁποῖος εἶχε κυριευθῇ ἀπὸ ἄκρατον αὐθάδειαν καὶ ἀναίδειαν καὶ μεγάλο θράσος.
22 ἔνθεν καὶ ἔνθεν κραδάνας αὐτὸν ὡς κάλαμον ὑπὸ ἀνέμου, ὥστε κατ' ἐδάφους ἄπρακτον, ἔτι καὶ τοῖς μέλεσι παραλελυμένον μηδὲ φωνῆσαι δύνασθαι δικαίᾳ περιπεπλεγμένον κρίσει. 22 Τον περιέφερεν ο Θεός από εδώ και από εκεί ωσάν κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον, ώστε εν τέλει να πέση ακίνητος στο έδαφος με παράλυτα όλα τα μέλη του και να μη δύναται ούτε μίαν λέξιν να αρθρώση. Ετσι υπέστη την δικαίαν τιμωρίαν εκ μέρους του Θεού. 22 Μὲ τὶς μαστιγώσεις τὸν συνεκλόνισε καὶ τὸν ἐκίνησεν ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπως κλονίζεται καὶ σαλεύει τὸ καλάμι ἀπὸ τὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου, ἔτσι ὥστε τελακῶς νὰ πέσῃ κάτω καὶ νὰ μένῃ ξαπλωμένος εἰς τὸ ἔδαφος, ἀνίσχυρος, ἀβοήθητος καὶ μὲ παράλυτα ὅλα τὰ μέλη του, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀρθρώσῃ οὔτε λέξιν! Ὅλα δὲ αὐτά, διότι εἶχε σφικταγκαλιασθῆ μὲ τὴν δικαίαν τιμωρίαν τοῦ Θεοῦ.
23 ὅθεν οἵ τε φίλοι καὶ οἱ σωματοφύλακες αὐτοῦ ταχεῖαν καὶ ὀξεῖαν ἰδόντες τὴν καταλαβοῦσαν αὐτὸν εὔθυναν, φοβούμενοι μὴ καὶ τὸ ζῆν ἐκλείπῃ, ταχέως αὐτὸν ἐξείλκυσαν ὑπερβάλλοντι καταπεπληγμένοι φόβῳ. 23 Εις το γεγονός αυτό οι φίλοι και οι σωματοφυλακές του είδον άμεσον και δεινήν τιμωρίαν, που τον κατέλαβε, και επειδή εφοβήθησαν, μήπως χάση και την ζωήν του, τον έσυραν ταχέως έξω από τον ναόν, συνεχόμενοι από μέγιστον φόβον. 23 Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ οἱ φίλοι καὶ οἱ σωματοφύλακές του ἀντελήφθησαν τὴν σοβαρὰν καὶ σκληρὰν τιμωρίαν, ἡ ὁποία τὸν ἐκτύπησε φοβούμενοι δὲ μήπως ἀποθάνῃ, τὸν ἔσυραν γρήγορα ἔξω ἀπὸ τὸν Ναόν, κατάπληκτοι καὶ πάρα πολὺ πανικοβλημένοι ἀπὸ ὅσα ἀντίκρυσαν.
24 ἐν χρόνῳ δὲ ὕστερον ἀναλεξάμενος ἑαυτὸν οὐδαμῶς εἰς μετάμελον ἦλθεν ἐπιτιμηθείς, μετ' ἀπειλῆς δὲ πικρᾶς ἀνέλυσε. 24 Συνήλθεν έπειτα ο βασιλεύς, χωρίς όμως καθόλου να συνετισθη και μεταμεληθη από την τιμωρίαν, που υπέστη, αλλά έφυγε με πικράς απειλάς εναντίον της πόλεως. 24 Ὕστερα δὲ ἀπὸ ὀλίγον χρόνον ὁ Πτολεμαῖος συνῆλθεν ἀπὸ τὴν παράλυσιν καὶ τὴν ἀφωνίαν ἐν τούτοις, καὶ παρ’ ὅλον ὅτι εἶχε τιμωρηθῇ τόσον σκληρά, δὲν μετενόησε καθόλου, ἀλλ’ ἀνεχώρησεν ἐκτοξεύων φοβερὲς ἀπειλὲς ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων, τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τοῦ Ναοῦ!
25 Διακομισθεὶς δὲ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ τὰ τῆς κακίας ἐπαύξων, διὰ δὲ τῶν προαποδεδειγμένων συμποτῶν καὶ ἑταίρων τοῦ παντὸς δικαίου κεχωρισμένων, 25 Οταν δε ήλθεν εις την Αίγυπτον υπό την κακήν επίδρασιν των προμνημονευθέντων συντρόφων και συμποτών του, οι οποίοι είχαν χωρισθή από κάθε έννοιαν δικαίου, επηύξησεν ακόμη περισότερον την κακίαν του. 25 Ὅταν δὲ ὁ Φιλοπάτωρ ἔφθασεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, αὔξησε ἀκόμη περισσότερον τὴν κακίαν του, ὑποκινούμενος καὶ ὑποδαυλιζόμενος ἀπὸ τοὺς συμπότας καὶ φίλους του, ποὺ ἀνεφέρθησαν προηγουμένως, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶχαν ἤδη χωρισθῇ ἐντελῶς ἀπὸ κάθε ἔννοιαν δικαίου.
26 οὐ μόνον ταῖς ἀναριθμήτοις ἀσελγείαις διηρκέσθη, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοσοῦτον θράσους προῆλθεν, ὥστε δισφυμίας ἐν τοῖς τόποις συνίστασθαι καὶ πολλοὺς τῶν φίλων ἀτενίζοντας εἰς τὴν τοῦ βασιλέως πρόθεσιν καὶ αὐτοὺς ἕπεσθαι τῇ ἐκείνου θελήσει. 26 Δεν ηρκέσθη ότι παρεδόθη εις αναριθμήτους ασελγείας, αλλά επροχώρησεν εις τόσην μεγάλην θρασύτητα, ώστε συστηματικώς διέδιδεν εις όλους τους τόπους συκοφαντίας κατά των Εβραίων. Πολλοί δε από τους φίλους του, κόλακες καθώς ήσαν, βλέποντες την πρόθεσιν του βασιλέως, τον ακολουθούσαν εις την εχθρικήν του διάθεσιν κατά των Ιουδαίων. 26 Ὁ βασιλιᾶς, ὑπὸ τὴν κακὴν ἐπίδρασιν ὅλων αὐτῶν, δὲν ἠρκέσθη εἰς τὶς ἀναρίθμητες πράξεις ἀσελγείας, ἀλλ’ ἐπροχώρησε εἰς τόσον μεγάλο θράσος, ὥστε διετύπωνε καὶ διέδιδε κατὰ τῶν Ἰουδαίων συκοφαντίες εἰς τοὺς διαφόρους τόπους· πολλοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς κόλακες φίλους του, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσαν μὲ προσοχήν τὶς προθέσεις τοῦ βασιλιᾶ, ἀκολουθοῦσαν καὶ αὐτοὶ τὴν ἐχθρικὴν διάθεσιν ἐκείνου κατὰ τῶν Ἰουδαίων.
27 προέθετο δὲ δημοσίᾳ κατὰ τοῦ ἔθνους διαδοῦναι ψόγον· καὶ ἐπὶ τοῦ κατὰ τὴν αὐλὴν πύργου στήλην ἀναστήσας ἐξεκόλαψε γραφήν, 27 Επήρε δε την απόφασιν και ακόμη δημοσιώτερον να δυσφημήση το έθνος των Εβραίων. Εις τον πύργον του, λοιπόν, ο οποίος ευρίσκετο στο ανάκτορόν του, διέταξε και έστησαν μίαν στήλην επάνω εις την οποίαν εχάραξαν την ακόλουθον επιγραφήν· 27 Ἐσχεδίασε δὲ ὁ Πτολεμαῖος καὶ ἀπεφάσισε νὰ δυσφημήσῃ δημοσίως τὸ Ἰουδαϊκὸν ἔθνος.Ἔτσι, ἀφοῦ ἔστησε μίαν στήλην εἰς τὸν πύργον τῆς αὐλῆς τοῦ ἀνακτόρου του, ἐχάραξεν ἐπάνω εἰς αὐτὴν τὴν ἀκόλουθον ἐπιγραφήν:
28 μηδένα τῶν μὴ θυόντων εἰς τὰ ἱερὰ αὐτῶν εἰσιέναι, πάντας δὲ τοὺς ᾿Ιουδαίους εἰς λαογραφίαν καὶ οἰκετικὴν διάθεσιν ἀχθῆναι, τοὺς δὲ ἀντιλέγοντας βίᾳ φερομένους τοῦ ζῆν μεταστῆσαι, 28 “Δεν επιτρέπεται εις κανένα από εκείνους, που δεν προσφέρουν θυσίαν στους θεούς της χώρας, να εισέρχωνται εις τα ιερά των, δηλαδή εις τας συναγωγάς. Ολοι οι Ιουδαίοι, που ευρίσκονται εις την Αίγυπτον να καταγραφούν στους καταλόγους των δούλων, και να περιέλθουν εις την κατάστασιν της δουλείας. Εκείνοι δε από αυτούς, οι οποίοι τυχόν θα ανθίσταντο εις την διαταγήν αυτήν, να συλλαμβάνωνται δια της βίας και να εκτελούνται. 28 Κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν θυσιάζουν εἰς τοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεούς, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέρχεται εἰς τὰ ἱερά (τις συναγωγές) των· ὅλοι δὲ οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Αἴγυπτον, πρέπει νὰ καταγραφοῦν εἰς καταλόγους ὄχι τῶν ἰσοτίμων Ἑλλήνων Μακεδόνων, ἀλλὰ τῶν ἄλλων κατωτέρων λαῶν (τῶν ἰθαγενῶν Αἰγυπτίων), καὶ ἀπὸ ἐλεύθεροι ποὺ εἶναι, νὰ περιέλθουν εἰς κατάστασιν δουλοπαροικίας.Ὅσοι τυχὸν ἀνθίστανται εἰς τὴν διαταγὴν αὐτήν, νὰ συλλαμβάνωνται διὰ τῆς βίας καὶ νὰ θανατώνωνται.
29 τούς τε ἀπογραφομένους χαράσσεσθαι καὶ διὰ πυρὸς εἰς τὸ σῶμα παρασήμῳ Διονύσου κισσοφύλλῳ, οὓς καὶ καταχωρίσαι εἰς τὴν προσυνεσταλμένην αὐθεντίαν. 29 Οι Ιουδαίοι, οι οποίοι θα απογράφωνται στους καταλόγους των υποδούλων θα στιγματίζωνται και με πυρακτωμένον σίδηρον στο σώμα των δια του σήματος του Θεού Διονύσου, ήτοι με φύλλον κισσού, και να κατατάσσωνται εις την προαναφερθείσαν ταπεινήν κοινωνικήν θέσιν”. 29 Ὅσοι Ἰουδαῖοι θὰ καταγράφωνται εἰς τοὺς ἐν λόγῳ καταλόγους τῶν δούλων, θὰ στιγματίζωνται μὲ πυρακτωμένον σίδηρον εἰς τὸ σῶμα των μὲ τὸ σῆμα - ἔμβλημα τοῦ εἰδωλολατρικοῦ θεοῦ Διονύσου, δηλαδὴ μὲ τὸ ψύλλον κισσοῦ· αὐτοὶ δὲ θὰ καταχωρίζωνται εἰς τοὺς καταλόγους καὶ θὰ ὑποβιβάζωνται εἰς τὴν περιωρισμένην καὶ ταπεινὴν κοινωνικὴν θέσιν (κατάστασιν) τῶν ἰθαγενῶν τῆς Αἰγύπτου, ποὺ εἶχαν πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωσίν των (ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖον Β' Φιλάδελφον).
30 ἵνα δὲ μὴ τοῖς πᾶσιν ἀπεχθόμενος φαίνηται, ὑπέγραψεν· ἐὰν δέ τινες ἐξ αὐτῶν προαιρῶνται ἐν τοῖς κατὰ τὰς τελετὰς μεμυημένοις ἀναστρέφεσθαι, τούτους ἰσοπολίτας ᾿Αλεξανδρεῦσιν εἶναι. 30 Δια να μη φανή δε και καταστή ο βασιλεύς μισητός από όλους, διέταξε και έγραψαν και το εξής· “εάν μερικοί από τους Ιουδαίους προτιμούν να λαμβάνουν μέρος εις τας ειδωλολατρικάς τελετάς μαζή με τους άλλους μεμυημένους, αυτοί να είναι ίσοι προς τους πολίτας Αλεξανδρείς”. 30 Ὁ Φιλοπάτωρ ὅμως, διὰ νὰ μὴ παρουσιασθῇ μισητὸς καὶ θεωρηθῇ ἐχθρὸς ὅλων τῶν Ἰουδαίων, ἔγραψε κάτω ἀπὸ τὴν ἀνωτέρω ἐπιγραφὴν καὶ τοῦτο: Ἐὰν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς (τοὺς Ἰουδαίους) προτιμοὺν νὰ συμμετέχουν μὲ ἐκείνους, ποὺ λαμβάνουν μέρος εἰς τὰ (εἰδωλολατρικά) μυστήρια (τοῦ Διονύσου), αὐτοὶ θὰ ἔχουν ἴσα δικαιώματα μὲ τοὺς πολίτες τῆς Ἀλεξανδρείας.
31 ῎Ενιοι μὲν οὖν ἐπὶ πόλεως τὰς τῆς πόλεως εὐσεβείας ἐπιβάθρας στυγοῦντες εὐχερῶς ἑαυτοὺς ἐδίδοσαν ὡς μεγάλης τινὸς κοινωνήσοντες εὐκλείας ἀπὸ τῆς ἐσομένης τῷ βασιλεῖ συναναστροφῆς. 31 Μερικοί, λοιπόν, από τους Ιουδαίους, τους κατοίκους της Αλεξανδρείας οι οποίοι εμισούσαν την είσοδόν των εις την πόλιν της ευσεβείας, την Ιερουσαλήμ, ευχερώς υπετάχθησαν εις την διαταγήν του Φιλοπάτορος, διότι επίστευαν ότι με την επικοινωνίαν αυτήν προς τον βασιλέα θα αποκτήσουν μεγάλην δόξαν. 31 Μερικοὶ λοιπὸν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελαν να στερηθοῦν τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀλεξανδρέως πολίτου μὲ τόσον ἄκληρον τίμημα καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν καμμίαν διάθεσιν νὰ ἀνεβαίνουν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλιν τῆς Ἰουδαϊκῆς εὐσεβείας, ἐξώμοσαν καὶ παρέδωσαν προθύμως τοὺς ἑαυτούς των εἰς τὸ διάταγμα τοῦ Πτολεμαίου· ἔγιναν ἐξωμόται, διότι ἐπερίμεναν ὅτι θὰ ἐγίνοντο μέτοχοι μεγαλυτέρου γοήτρου καὶ κοσμικῆς δόξης ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνίαν καὶ συναναστροφήν, ποὺ θὰ εἶχαν μὲ τὸν βασιλιᾶ.
32 οἱ δὲ πλεῖστοι γενναίᾳ ψυχῇ ἐνίσχυσαν καὶ οὐ διέστησαν τῆς εὐσεβείας, τά τε χρήματα περὶ τοῦ ζῆν ἀντικαταλλασσόμενοι ἀδεῶς ἐπειρῶντο ἑαυτοὺς ρύσασθαι ἐκ τῶν ἀπογραφῶν· 32 Οι περισσότεροι όμως έμειναν στερεοί εις την πίστιν των με γενναίαν ψυχήν, και δεν απεμακρύνθησαν από την ευσέβειάν των. Προσφέροντες δε χρήματα, δια να εξασφαλίσουν μίαν άνευ φόβου ζωήν, προσπαθούσαν με αυτά να απαλλαγούν από τας απογραφάς. 32 Οἱ περισσότεροι ὅμως ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔμειναν ἀμετακίνητοι εἰς τὴν πίστιν τῶν πατέρων των μὲ ψυχὴν σταθεράν, γενναίαν καὶ ἀποφασιστικὴν καὶ δὲν ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὴν εὐσεβῆ αὐτὴν πίστιν.Προσφέροντες δὲ χρήματα εἰς τοὺς ἀξιωματούχους τοῦ Φιλοπάτορος ὡς ἀντάλλαγμα διὰ τὴν ἑξαγορὰν τῆς ζωῆς των, προσπαθοῦσαν άφόβως νὰ γλυτώσουν καὶ νὰ ἁπαλλάξουν τοὺς ἑαυτούς των ἀπὸ τὴν καταγραφήν (τὴν ἀπογραφὴν εἰς τοὺς καταλόγους).
33 εὐέλπιδες δὲ καθειστήκεισαν ἀντιλήψεως τεύξεσθαι· καὶ τοὺς ἀποχωροῦντας ἐξ αὐτῶν ἐβδελύσσοντο καὶ ὡς πολεμίους τοῦ ἔθνους ἔκρινον καὶ τῆς κοινῆς συναναστροφῆς καὶ εὐχρηστίας ἐστέρουν. 33 Στηρίζοντες δε τας ωραίας ελπίδας των εις την εκ μέρους του Θεού βοήθειαν, εβδελύσσοντο εκείνους, που αποχωρούσαν από την θρησκείαν των, τους εθεωρούσαν εχθρούς του έθνους των και ουδεμίαν εις αυτούς συναναστροφήν και βοήθειαν παρείχον. 33 Οἱ Ἰουδαῖοι αὐτοὶ ἔμεναν μὲ τὴν βεβαίαν καὶ σταθερὰν ἐλπίδα, ὅτι θὰ λάβουν ἀνακούφισιν καὶ βοήθειαν ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐσιχαίνοντο δὲ ὅσους Ἰουδαίους ἀποχωροῦσαν καὶ ἐγίνοντο ἐξωμόται, καὶ τοὺς ἐθεωροῦσαν ὡς ἐχθροὺς τοῦ ἔθνους των τοὺς ἀπέκλειαν δὲ ἀπὸ τὴν συνήθη κοινωνικὴν ἐπικοινωνίαν καὶ συναλλαγὴν καὶ τοὺς ἐστεροῦσαν ἀπὸ τὴν ἀμοιβαίαν βοήθειαν καὶ διευκόλυνσιν.