Ορθόδοξος Συναξαριστής Ορθόδοξος Συναξαριστής



Κυρίως επιλογές

Ενδιαφέροντα κείμενα

IC XC ΝΙΚΑ

IC XC ΝΙΚΑ
Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.




ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ





ΚΕΦΑΛΑΙΑ

12345



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (Α)


ΚΑΙ ἐγένετο μετὰ τὸ αἰχμαλωσθῆναι τὸν ᾿Ισραήλ, καὶ ῾Ιερουσαλὴμ ἐρημωθῆναι, ἐκάθισεν ῾Ιερεμίας κλαίων, καὶ ἐθρήνησε τὸν θρῆνον τοῦτον ἐπὶ ῾Ιερουσαλὴμ καὶ εἶπε·
Επειτα από την αιχμαλωσίαν των Ισραηλιτών και την ερήμωσιν της Ιερουσαλήμ, εκάθισεν ο Ιερεμίας κλαίων· και εθρήνησε δια την Ιερουσαλήμ αυτόν τον θρήνον και είπε·
1 Πῶς ἐκάθισε μόνη ἡ πόλις ἡ πεπληθυμμένη λαῶν; ἐγενήθη ὡς χήρα πεπληθυμμένη ἐν ἔθνεσιν, ἄρχουσα ἐν χώραις ἐγενήθη εἰς φόρον.
1 Πως απέμεινε μόνη, έρημος από κατοίκους η πόλις, η οποία άλλοτε ήτο γεμάτη από λαούς; Εγινεν ωσάν απωρφανισμένη χήρα αυτή, που ήτο άλλοτε πολυάνθρωπος, μεταξύ όλων των εθνών. Πως η αρχόντισσα ανάμεσα εις τας χώρας της γης έγινε τώρα φόρου υποτελής!
2 Κλαίουσα ἔκλαυσεν ἐν νυκτί, καὶ τὰ δάκρυα αὐτῆς ἐπὶ τῶν σιαγόνων αὐτῆς, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ παρακαλῶν αὐτὴν ἀπὸ πάντων τῶν ἀγαπώντων αὐτήν· πάντες οἱ φιλοῦντες αὐτὴν ἠθέτησαν ἐν αὐτῇ, ἐγένοντο αὐτῇ εἰς ἐχθρούς.
2 Πικρώς έκλαυσε και κλαίει κατά την νύκτα. Τα δάκρυά της ρέουν εις τας παρειάς της. Δεν υπάρχει κανείς από εκείνους, οι οποίοι άλλοτε την αγαπούσαν να την παρηγορή! Ολοι εκείνοι που την αγαπούσαν, την ηρνήθησαν και την επρόδωσαν. Εγιναν εχθροί της.
3 Μετῳκίσθη ᾿Ιουδαία ἀπὸ ταπεινώσεως αὐτῆς καὶ ἀπὸ πλήθους δουλείας αὐτῆς· ἐκάθισεν ἐν ἔθνεσιν, οὐχ εὗρεν ἀνάπαυσιν· πάντες οἱ καταδιώκοντες αὐτὴν κατέλαβον αὐτὴν ἀναμέσον τῶν θλιβόντων.
3 Τα πλήθη των Ιουδαίων έπειτα από την συντριβήν και τον εξευτελισμόν των, έπειτα από την σκληράν δουλείαν των, μετεφέρθησαν εξόριστοι εις ξένας περιοχάς. Παραμένουν μεταξύ των εθνών διεσκορπισμένοι, χωρίς να ευρίσκουν εκεί ανάπαυσιν. Ολοι όσοι τους εμισούσαν και τους κατεδίωκαν, τους κατέφθασαν, δια να προσθέσουν πόνον στον πόνον των, εν μέσω ανθρώπων, οι οποίοι τους θλίβουν.
4 ῾Οδοὶ Σιὼν πενθοῦσι παρὰ τὸ μὴ εἶναι ἐρχομένους ἐν ἑορτῇ· πᾶσαι αἱ πύλαι αὐτῆς ἠφανισμέναι, οἱ ἱερεῖς αὐτῆς ἀναστενάζουσιν, αἱ παρθένοι αὐτῆς ἀγόμεναι, καὶ αὐτὴ πικραινομένη ἐν ἑαυτῇ.
4 Οι δρόμοι της Σιών πενθούν, διότι δεν υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι να έρχωνται στον ναόν κατά τας εορτάς. Ολαι αι πύλαι αυτής έχουν καταστροφή. Οι ιερείς της αναστενάζουν, αι παρθένοι της σύρονται εις αιχμαλωσίαν και εξευτελισμόν, και η ιδία μένει εγκαταλελειμμένη εις την μεγάλην της πικρίαν.
5 ᾿Εγένοντο οἱ θλίβοντες αὐτὴν εἰς κεφαλήν, καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς εὐθηνοῦσαν, ὅτι Κύριος ἐταπείνωσεν αὐτὴν ἐπὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβειῶν αὐτῆς· τὰ νήπια αὐτῆς ἐπορεύθησαν ἐν αἰχμαλωσίᾳ κατὰ πρόσωπον θλίβοντος.
5 Αυτοί που την καταδυναστεύουν και την θλίβουν έγιναν ισχυρότεροί της. Οι εχθροί της θριαμβεύουν και ευημερούν. Και τούτο, διότι ο Κυριος την εταπείνωσεν, εξ αιτίας των πολυαρίθμων αδικιών της. Και αυτά ακόμη τα νήπιά της εβάδισαν τον δρόμον της αιχμαλωσίας ενώπιον εκείνων, που την καταθλίβουν.
6 Καὶ ἐξῄρθη ἐκ θυγατρὸς Σιὼν πᾶσα ἡ εὐπρέπεια αὐτῆς· ἐγένοντο οἱ ἄρχοντες αὐτῆς ὡς κριοὶ οὐχ εὑρίσκοντες νομὴν καὶ ἐπορεύοντο ἐν οὐκ ἰσχύϊ κατὰ πρόσωπον διώκοντος.
6 Αφῃρέθη και εχάθη πλέον από την θυγατέρα Σιών όλη η μεγαλοπρέπειά της. Οι άρχοντες της έγιναν ωσάν τα κριάρια, τα οποία δεν ευρίσκουν βοσκήν. Περιπατούν εξηντλημένοι εμπρός από αυτούς, που τους καταδιώκουν.
7 ᾿Εμνήσθη ῾Ιερουσαλὴμ ἡμερῶν ταπεινώσεως αὐτῆς καὶ ἀπωσμῶν αὐτῆς· πάντα τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς, ὅσα ἦν ἐξ ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐν τῷ πεσεῖν τὸν λαὸν αὐτῆς εἰς χεῖρας θλίβοντος καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθῶν αὐτῇ, ἰδόντες οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς ἐγέλασαν ἐπὶ μετοικεσίᾳ αὐτῆς.
7 Ενεθυμήθη η Ιερουσαλήμ τας ημέρας του εξευτελισμού και των απωθήσεών της. Ολα τα ωραία και επιθυμητά πράγματα, τα οποία αυτή κατείχεν από αρχαίων ημερών, περιήλθαν εις χείρας των εχθρών της, όταν ηττήθη και έπεσε συντριμμένος ο λαός της εις τα χέρια των τυράννων της. Και δεν υπήρχεν άνθρωπος, να την βοηθήση. Οι δε εχθροί της ιδόντες την συντριβήν και τον εξευτελισμόν της εγέλασαν με χαιρεκακίαν δια την αιχμαλωσίαν και την εξορίαν των κατοίκων της.
8 ῾Αμαρτίαν ἥμαρτεν ᾿Ιερουσαλήμ, διὰ τοῦτο εἰς σάλον ἐγένετο· πάντες οἱ δοξάζοντες αὐτὴν ἐταπείνωσαν αὐτήν, εἶδον γὰρ τὴν ἀσχημοσύνην αὐτῆς, καί γε αὐτὴ στενάζουσα καὶ ἀπεστράφη ὀπίσω.
8 Βαρύτατα ημάρτησεν η Ιερουσαλήμ. Δια τούτο και περιέπεσεν εις αυτόν τον συγκλονισμόν και την αναταραχην. Ολοι όσοι προηγουμένως την ετιμούσαν και την εδόξαζαν, την κατεφρόνησαν. Είδαν γυμνήν την ταπείνωσιν και τον εξευτελισμόν της. Και αυτή η ίδια στενάζει και στρέφει το πρόσωπόν της αλλού, δια να μη αντικρυση τα περιφρονητικά βλέμματα.
9 ᾿Ακαθαρσία αὐτῆς πρὸς ποδῶν αὐτῆς, οὐκ ἐμνήσθη ἔσχατα αὐτῆς· καὶ κατεβίβασεν ὑπέρογκα, οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν αὐτήν· ἰδέ, Κύριε, τὴν ταπείνωσίν μου, ὅτι ἐμεγαλύνθη ὁ ἐχθρός.
9 Ο ρύπος της έφθασεν έως εις τα πόδια της. Δεν ενεθυμήθη καθόλου το τέλος της. Κατέπεσεν εις βάθος, δεν υπάρχει κανείς να την παρηγόρηση. Συ, Κυριε, ιδέ την αθλίαν μου κατάστασιν, διότι ο εχθρός αλαζονεύεται και θριαμβεύει εναντίον μου.
10 Χεῖρα αὐτοῦ ἐξεπέτασε θλίβων ἐπὶ πάντα τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς· εἶδε γὰρ ἔθνη εἰσελθόντα εἰς τὸ ἁγίασμα αὐτῆς, ἃ ἐνετείλω μὴ εἰσελθεῖν αὐτὰ εἰς ἐκκλησίαν σου.
10 Ο σκληρός δυνάστης άπλωσε τα χέρια του εις όλα τα πολύτιμα αυτής πράγματα. Είδεν η Ιερουσαλήμ ειδωλολάτρας να εισέρχονται στον άγιον ναόν, δια τον οποίον συ είχες δώσει εντολήν να μη εισέλθη κανείς από τους ειδωλολάτρας, ούτε καν εις τας συγκεντρώσστου λαού σου.
11 Πᾶς ὁ λαὸς αὐτῆς καταστενάζοντες, ζητοῦντες ἄρτον, ἔδωκαν τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς ἐν βρώσει τοῦ ἐπιτστρέψαι ψυχήν· ἰδέ, Κύριε, καὶ ἐπίβλεψον, ὅτι ἐγενήθη ἠτιμωμένη.
11 Ολος ο λαός της Ιερουσαλήμ αναστενάζει κάτω από το βάρος της θλίψεως. Ζητούν να εύρουν άρτον. Εδωκαν τα πολύτιμα αυτών αντικείμενα, εις εύρεσιν ολίγης τροφής προς συντήρησιν της ζωής των. Ιδε, Κυριε, ρίψε το βλέμμα σου, διότι η Σιών είναι εξευτελισμένη και καταφρονεμένη.
12 Οἱ πρὸς ὑμᾶς πάντες παραπορευόμενοι ὁδόν, ἐπιστρέψατε καὶ ἴδετε εἰ ἔστιν ἄλγος κατὰ τὸ ἄλγος μου, ὃ ἐγενήθη· φθεγξάμενος ἐν ἐμοὶ ἐταπείνωσέ με Κύριος ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ.
12 Σεις, οι οποίοι διέρχεσθε κοντά μου, ρίψατε ένα βλέμμα, ίδετε εάν υπάρχη αλλού τόσος πόνος, όσος είναι ο ιδικός μου ! Και ο πόνος αυτός έπεσεν επάνω μου, όταν ο Κυριος κατά την ημέραν της οργής και του θυμού του ωμίλησεν εναντίον μου και με εταπείνωσεν.
13 ᾿Εξ ὕψους αὐτοῦ ἀπέστειλε πῦρ, ἐν τοῖς ὀστέοις μου κατήγαγεν αὐτό· διεπέτασε δίκτυον τοῖς ποσί μου, ἀπέστρεψέ με εἰς τὰ ὀπίσω, ἔδωκέ με ἠφανισμένην, ὅλην τὴν ἡμέραν ὠδυνωμένην.
13 Από το ύψος του ουρανίου θρόνου του έρριψε πυρ, το έβαλε μέσα εις τα κόκκαλά μου. Απλωσε δίκτυον εις τα πόδιά μου, με ανέτρεψε, με παρέδωσεν εις όλεθρον και εξαφανισμόν. Ολην την ημέραν μέ έκαμε να υποφέρω και να οδυνώμαι.
14 ᾿Εγρηγορήθη ἐπὶ τὰ ἀσεβήματά μου· ἐν χερσί μου συνεπλάκησαν, ἀνέβησαν ἐπὶ τὸν τράχηλόν μου· ἠσθένησεν ἡ ἰσχύς μου, ὅτι ἔδωκε Κύριος ἐν χερσί μου ὀδύνας, οὐ δυνήσομαι στῆναι.
14 Παρηκολούθησεν άγρυπνος τας ασεβείας μου. Αυταί περιεπλάκησαν εις τα χέρια μου, ανεβησαν έως επάνω στον τράχηλόν μου, με κατεβάρυναν και με κατεπόντισαν. Η δύναμίς μου εξησθένησε, διότι ο Κυριος έδωσεν εις τα χέρια μου πόνους δυνατούς. Δεν ημπορώ πλέον να σταθώ εις τα πόδια μου !
15 ᾿Εξῆρε πάντας τοὺς ἰσχυρούς μου ὁ Κύριος ἐκ μέσου μου, ἐκάλεσεν ἐπ' ἐμὲ καιρὸν τοῦ συντρίψαι ἐκλεκτούς μου· ληνὸν ἐπάτησε Κύριος παρθένῳ θυγατρὶ ᾿Ιούδα, ἐπὶ τούτοις ἐγὼ κλαίω.
15 Αφήρεσε και απέρριψεν ο Κυριος εκ μέσου μου όλους τους υπερασπιστάς μου. Ωρισεν εναντίον μου καιρόν εις συντριβήν των εκλεκτών μου ανθρώπων. Ο Κυριος επάτησεν υπό τους πόδας του εις, τον ληνόν εμέ, την παρθένον, θυγατέρα του Ιούδα· και εγώ κλαίω δι' όλα αυτά !
16 ῾Ο ὀφθαλμός μου κατήγαγεν ὕδωρ, ὅτι ἐμακρύνθη ἀπ' ἐμοῦ ὁ παρακαλῶν με, ὁ ἐπιστρέφων ψυχήν μου· ἐγένοντο οἱ υἱοί μου ἠφανισμένοι, ὅτι ἐκραταιώθη ὁ ἐχθρός.
16 Τα μάτια μου χύνουν δάκρυα ωσάν το νερό της πηγής, διότι έχει απομακρυνθη από εμέ ο Κυριος της παρηγορίας μου, ο μόνος ικανός να επαναφέρη και στήριξη την ζωήν μου. Τα παιδιά μου έχουν πλέον εξαφανισθή, διότι ο εχθρός υπερίσχυσεν εναντίον μου.
17 Διεπέτασε Σιὼν χεῖρας αὐτῆς, οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν αὐτήν· ἐνετείλατο Κύριος τῷ ᾿Ιακώβ, κύκλῳ αὐτοῦ οἱ θλίβοντες αὐτόν, ἐγενήθη ῾Ιερουσαλὴμ εἰς ἀποκαθημένην ἀναμέσον αὐτῶν.
17 Απλωσε τα χέρια της η Σιών ζητούσα βοήθειαν και δεν υπάρχει κανείς να την παρηγόρηση και να την βοηθήση. Εδωσεν εντολάς ο Κυριος στον Ιακώβ, εξέφερεν απειλάς. Και ιδού ότι οι καταδυναστεύοντες αυτόν τον περιεκύκλωσαν. Η Ιερουσαλήμ έγινεν ακάθαρτος ανάμεσα εις αυτούς, ώσαν την αποκαθημένην γυναίκα.
18 Δίκαιός ἐστι Κύριος, ὅτι τὸ στόμα αὐτοῦ παρεπίκραναν· ἀκούσατε δή, πάντες οἱ λαοί, καὶ ἴδετε τὸ ἄλγος μου· παρθένοι μου καὶ νεανίσκοι μου ἐπορεύθησαν ἐν αἰχμαλωσίᾳ.
18 Δικαιος είναι ο Κυριος, διότι ο λαός του τον παρεπίκρανεν, επειδή δεν υπήκουσεν εις τα λόγια του στόματός του. Ακούσατε, λοιπόν, όλοι οι λαοί, ιδέτε την οδύνην μου. Αι παρθένοι μου και οι νέοι μου άνδρες απήχθησαν εις αιχμαλωσίαν.
19 ᾿Εκάλεσα τοὺς ἐραστάς μου, αὐτοὶ δὲ παρελογίσαντό με· οἱ ἱερεῖς μου καὶ οἱ πρεσβύτεροί μου ἐν τῇ πόλει ἐξέλιπον, ὅτι ἐζήτησαν βρῶσιν αὐτοῖς, ἵνα ἐπιστρέψωσι ψυχὰς αὐτῶν, καὶ οὐχ εὗρον.
19 Προσεκάλεσα τους άλλοτε φίλους μου, αλλά αυτοί με εγέλασαν και με επρόδωσαν. Οι ιερείς μου και οι πρεσβύτεροί μου έλειψαν πλέον από την πόλιν, διότι περιέρχονται αναζητούντες τροφάς δια τον εαυτόν των, δια να διατηρήσουν την ζωήν των, και δεν ευρίσκουν.
20 ᾿Ιδέ, Κύριε, ὅτι θλίβομαι· ἡ κοιλία μου ἐταράχθη, καὶ ἡ καρδία μου ἐστράφη ἐν ἐμοί, ὅτι παραπικραίνουσα παρεπικράνθην· ἔξωθεν ἠτέκνωσέ με μάχαιρα ὥσπερ θάνατος ἐν οἴκῳ.
20 Ιδέ, Κυριε, ότι θλίβομαι. Τα σπλάγχνα μου εταράχθησαν. Η καρδία μου ανεστατώθη εντός μου, διότι εγώ με το να παραπικράνω σε επικράνθην πολύ και η ίδια. Απ' έξω με εστέρησεν από τα τέκνα μου η εχθρική μάχαιρα, όπως εις τας οικίας η θανατηφόρος νόσος.
21 ᾿Ακούσατε δή, ὅτι στενάζω ἐγώ, οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν με· πάντες οἱ ἐχθροί μου ἤκουσαν τὰ κακά μου καὶ ἐχάρησαν, ὅτι σὺ ἐποίησας· ἐπήγαγες ἡμέραν, ἐκάλεσας καιρόν, ἐγένοντο ὅμοιοι ἐμοί.
21 Ακούσατε, λοιπόν, ότι εγώ στενάζω συνεχώς και δεν υπάρχει κανείς να με παρηγορήση. Ολοι οι εχθροί μου επληροφορήθησαν τας συμφοράς μου και εχάρησαν, διότι συ απέστειλες αυτάς εναντίον μου. Φέρε, Κυριε, εναντίον αυτών την ημέραν της δικαίας σου οργής. Ορισε τον κατάλληλον προς τούτο καιρόν, δια να γίνουν και αυτοί όμοιοι με εμέ ως προς την θλίψιν και τον πόνον.
22 Εἰσέλθοι πᾶσα ἡ κακία αὐτῶν κατὰ πρόσωπόν σου, καὶ ἐπιφύλλισον αὐτοῖς, ὃν τρόπον ἐποίησαν ἐπιφυλλίδα περὶ πάντων τῶν ἁμαρτημάτων μου, ὅτι πολλοὶ οἱ στεναγμοί μου, καὶ καρδία μου λυπεῖται.
22 Ας παρουσιασθή και ας απακαλυφθή ενώπιόν σου όλη η κακία των. Τρύγησέ τους, όπως αυτοί ετρύγησαν εμέ εξ αιτίας των αμαρτιών μου. Πράξε εις αυτούς ο,τι και εις εμέ, διότι οι στεναγμοί μου είναι πολλοί και η καρδία μου βαρύνεται συνεχώς από την λύπην και τον πόνον.


Θέλετε να μοιραστείτε αυτό το άρθρο;
  1. E-mail
  2. Μοιραστείτε το στο Facebook
  3. Μοιραστείτε το στο Twitter









Ημερολόγιο

20ΚΥΡΙΑΚΗ
ΑΝΑΤ. 06:06ΔΥΣΗ 18:55
232-133
Προφήτης Σαμουήλ, Άγιοι Ηλιόδωρος και Δοσάς, Άγιος Θεοχάρης ο Νεαπολίτης, από τη Μικρά Ασία, Άγιοι Ρηγίνος και Ορέστης «οι εν Κύπρω»
Προφήτης Σαμουήλ, Άγιοι Ηλιόδωρος και Δοσάς, Άγιος Θεοχάρης ο Νεαπολίτης, από τη Μικρά Ασία, Άγιοι Ρηγίνος και Ορέστης «οι εν Κύπρω»

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΑΓΙΩΝ
Α. Κορ. θ´ 2 - 12
Ματθ. ιη´ 23 - 35

Ἦχος β´ - Ἑωθινόν ΙΑ´
Ιω. κα´ 15 - 25

ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
2017


Εικονοστάσι

20 Αυγούστου 2017


Εβδομαδιαίο Νηστειοδρόμιο


20 Αυγούστου 2017
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
21 Αυγούστου 2017
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
22 Αυγούστου 2017
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
23 Αυγούστου 2017
Νηστεία
24 Αυγούστου 2017
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
25 Αυγούστου 2017
Νηστεία
26 Αυγούστου 2017
Επιτρέπονται όλες οι τροφές

Προηγούμενη εβδομάδα
Αρχική εβδομάδα
Επόμενη εβδομάδα