ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Ϛ´ 11 - 16
11 Ηνοίχθη το στόμα μας προς σας, Κορίνθιοι, δια να καταστήση γνωστά με εμπιστοσύνην, τα όσα μας συμβαίνουν. Η καρδία μας έχει γίνει πλατειά, δια να σας περιλάβη με στοργήν όλους.
12 Δεν στενοχωρείσθε μέσα εις την αγαπώσαν καρδίαν μας. Στενοχωρείσθε εις τα ιδικά σας σπλάγχνα, διότι είσθε στενόκαρδοι από έλλειψιν αγάπης.
13 Πλατύνατε και σεις τις καρδιές σας και ως αμοιβήν της αγάπης μας δείξτε την ιδίαν αγάπην. Σας ομιλώ σαν πατέρας προς παιδιά.
14 Μη συνδέεσθε στενά και μη συνοδοιπορείτε με τους απίστους (με τους οποίους, ως εκ της απιστίας των, είναι αδύνατος η καλή συνεννόησις και συνεργασία σας). Διότι ποία συνάφεια και ανάμιξις ημπορεί να υπάρχη μεταξύ της δικαιοσύνης και της παρανομίας; Ποία επικοινωνία μεταξύ φωτός και σκότους;
15 Ποία συννενόησις και συμφωνία μεταξύ Χριστού και διαβόλου; Τι κοινόν ημπορεί να έχη ένας πιστός με έναν άπιστον;
16 Ποίος δε συμβιβασμός και ποία συνύπαρξις ημπορεί να νοηθή μεταξύ του ναού του Θεού και του ναού των ειδώλων; Διότι σεις-μη το λησμονείτε-είσθε ναός του Θεού του ζώντος, όπως άλλωστε έχει προφητεύσει ο Θεός και εις την Π. Διαθήκην· ότι “θα κατοικήσω μεταξύ αυτών και εντός αυτών και θα περιπατήσω ανάμεσά των και θα είμαι εγώ ο ιδικός των Θεός και θα είναι αυτοί λαός μου.