❌
Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2026

Άγιοι Σίλας, Σιλουανός, Επαινετός, Κρήσκης και Ανδρόνικος οι Απόστολοι
Σιλουανοῦ τοῦ καὶ Σίλα καλουμένου, Κρήσκεντος, ᾿Επαινετοῦ καὶ Ἀνδρονίκου ἀποστόλων (α΄ αἰ.).
Ἀπόστολος
Εὐαγγέλιον


ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΙΕ´ 35 - 41


35 Παῦλος δὲ καὶ Βαρνάβας διέτριβον ἐν Ἀντιοχείᾳ διδάσκοντες καὶ εὐαγγελιζόμενοι μετὰ καὶ ἑτέρων πολλῶν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου. 36 Μετὰ δέ τινας ἡμέρας εἶπε Παῦλος πρὸς Βαρνάβαν· Ἐπιστρέψαντες δὴ ἐπισκεψώμεθα τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν κατὰ πᾶσαν πόλιν ἐν αἷς κατηγγείλαμεν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, πῶς ἔχουσι. 37 Βαρνάβας δὲ ἐβουλεύσατο συμπαραλαβεῖν τὸν Ἰωάννην τὸν καλούμενον Μᾶρκον· 38 Παῦλος δὲ ἠξίου, τὸν ἀποστάντα ἀπ’ αὐτῶν ἀπὸ Παμφυλίας καὶ μὴ συνελθόντα αὐτοῖς εἰς τὸ ἔργον, μὴ συμπαραλαβεῖν τοῦτον. 39 ἐγένετο οὖν παροξυσμὸς, ὥστε ἀποχωρισθῆναι αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων, τόν τε Βαρνάβαν παραλαβόντα τὸν Μᾶρκον ἐκπλεῦσαι εἰς Κύπρον. 40 Παῦλος δὲ ἐπιλεξάμενος Σίλαν ἐξῆλθε, παραδοθεὶς τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν, 41 διήρχετο δὲ τὴν Συρίαν καὶ Κιλικίαν ἐπιστηρίζων τὰς ἐκκλησίας.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΙΕ´ 35 - 41


35 Ὁ Παῦλος δὲ καὶ ὁ Βαρνάβας διέμενον εἰς Ἀντιόχειαν διδάσκοντες καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους κήρυκας τοὺς πιστοὺς καὶ κηρύττοντες τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ εἰς ὅσους διὰ πρώτην φορὰν ἤκουον τὸ εὐαγγέλιον. 36 Ὕστερα δὲ ἀπὸ μερικὰς ἡμέρας εἶπεν ὁ Παῦλος πρὸς τὸν Βαρνάβαν· ἐμπρὸς τώρα ἂς ἐπιστρέψωμεν καὶ ἂς ἐπισκεφθῶμεν τοὺς ἀδελφούς μας εἰς κάθε πόλιν, ὅπου κατὰ τὴν προηγουμένην περιοδείαν μας ἐκηρύξαμεν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, καὶ ἂς ἴδωμεν πῶς ἔχουν ἐν τῇ κατὰ Χριστὸν ζωῇ. 37 Ὁ Βαρνάβας δὲ τότε ἔκρινε καλὸν νὰ πάρῃ μαζί του καὶ τὸν Ἰωάννην, ποὺ ἐπωνομάζετο Μᾶρκος. 38 Ὁ Παῦλος ὅμως ἐθεώρει δίκαιον νὰ μὴ συμπαραλάβουν ἐκεῖνον, ποὺ ἐχωρίσθη ἀπὸ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν Παμφυλίαν καὶ δὲν ἦλθε μαζί τους, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἱεραποστολῆς. 39 Προεκλήθη δὲ ζωηρὰ διαφωνία μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε οἱ δύο ἀπόστολοι νὰ ἀποχωρισθοῦν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, καὶ ὁ Βαρνάβας νὰ ἀποπλεύσῃ εἰς Κύπρον, ἀφοῦ παρέλαβε μαζί του τὸν Μᾶρκον. 40 Ἀλλ’ ὁ Παῦλος ἐκλέξας ὡς σύνοδον καὶ βοηθόν του τὸν Σίλαν ἀνεχώρησεν, ἀφοῦ οἱ ἐν Ἀντιοχείᾳ ἀδελφοὶ διὰ κοινῶν προσευχῶν τὸν παρέδωκαν καὶ τὸν ἐνεπιστεύθησαν εἰς τὴν εὐμενῆ πρόνοιαν καὶ προστασίαν τοῦ Θεοῦ. Οὕτως ἤρχισεν ἡ δευτέρα ἀποστολικὴ περιοδεία τοῦ Παύλου. 41 Περιώδευε δὲ ὁ Παῦλος τὰς χώρας τῆς Συρίας καὶ Κιλικίας καὶ ἐστήριζεν εἰς τὴν χριστιανικὴν πίστιν καὶ ἐλπίδα καὶ ζωὴν τοὺς ἀδελφούς των ἐν ταῖς χώραις ταύταις ἐκκλησιῶν.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΙΕ´ 35 - 41


35 Ο δε Παύλος και ο Βαρνάβας παρέμειναν εις την Αντιόχειαν διδάσκοντες και κηρύττοντες το Ευαγγέλιον του Κυρίου μαζή και με πολλούς άλλους κήρυκας. 36 Επειτα δε από μερικάς ημέρας είπε ο Παύλος προς τον Βαρνάβαν· “λοιπόν τώρα, ας επανέλθωμεν και ας επισκεφθώμεν τους αδελφούς μας εις όλας εκείνας τας πόλεις, εις τας οποίας κατά την προηγουμένην περιοδείαν μας εκηρύξαμεν τον λόγον του Κυρίου, και ας ίδωμεν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται ως προς την πίστιν και την αρετήν. 37 Ο Βαρνάβας δε εσκέφθηκε και ηθέλησε να πάρη μαζή του τον Ιωάννην, που ελέγετο Μάρκος. 38 Ο Παύλος όμως έκρινε ορθόν, να μη πάρουν μαζή των εκείνον, που τους είχε εγκαταλείψει από την Παμφυλίαν και δεν επήγε μαζή των στο έργον της ιεραποστολής. 39 Εγινε δε τότε ζωηρά διαφωνία και φιλονεικία, ώστε οι δύο Απόστολοι να χωρίσουν ο ένας από τον άλλον και ο Βαρνάβας μαζή με τον Μάρκον να πλεύσουν εις την Κυπρον. 40 Ο Παύλος όμως, αφού εξέλεξε ως συνοδόν του τον Σιλαν, ανεχώρησεν από την Αντιόχειαν με τας ευχάς των αδελφών, οι οποίοι τον παρέδωσαν και τον ενεπιστεύθησαν εις την χάριν του Θεού. 41 Περιώδευε δε την Συρίαν και την Κιλικίαν στηρίζων εις την κατά Χριστόν πίστιν και ζωήν τους Χριστιανούς των κατά τόπους Εκκλησιών.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα




ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Κ´ 17 - 28


17 Καὶ ἀναβαίνων ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα παρέλαβε τοὺς δώδεκα μαθητὰς κατ' ἰδίαν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ εἶπεν αὐτοῖς 18 Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ, 19 καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν εἰς τὸ ἐμπαῖξαι καὶ μαστιγῶσαι καὶ σταυρῶσαι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 20 Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι παρ’ αὐτοῦ. 21 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Τί θέλεις; λέγει αὐτῷ· Εἰπὲ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι οἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. 22 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν ἢ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; λέγουσιν αὐτῷ· Δυνάμεθα. 23 καὶ λέγει αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριόν μου πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων μου οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ πατρός μου. 24 Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἠγανάκτησαν περὶ τῶν δύο ἀδελφῶν. 25 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς εἶπεν· Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. 26 οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος, 27 καὶ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος· 28 ὥσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Κ´ 17 - 28


17 Καὶ ὅταν ἀνέβαινεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπῆρε μαζί του ἰδιαιτέρως τοὺς δώδεκα μαθητὰς εἰς τὸν δρόμον καὶ τοὺς εἶπεν· 18 Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῇ εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τοὺς γραμματεῖς καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν εἰς θάνατον, 19 καὶ θὰ τὸν παραδώσουν εἰς τοὺς ἐθνικοὺς στρατιώτας τῆς Ρώμης, διὰ νὰ τὸν περιπαίξουν καὶ νὰ τὸν μαστιγώσουν καὶ νὰ τὸν σταυρώσουν, καὶ ἔπειτα κατὰ τὴν τρίτην ἀπὸ τοῦ θανάτου του ἡμέραν θὰ ἀναστηθῇ. 20 Τότε τὸν ἐπλησίασεν ἡ μητέρα τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μὲ τὰ παιδιά της, ἡ ὁποία τὸν ἐπροσκύνησε καὶ ἔδειξεν, ὅτι ἐσκόπευε νὰ τοῦ ζητήσῃ κάτι. 21 Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε· Τί θέλεις; Λέγει εἰς αὐτόν· Δῶσε διαταγήν, ὅταν θὰ ἀναλάβῃς τὴν βασιλείαν σου, νὰ καθήσουν τὰ δύο αὐτὰ παιδιά μου τὸ ἕνα εἰς τὰ δεξιά σου καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὰ ἀριστερά σου. 22 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη καὶ εἶπε· Δὲν ξεύρετε, τί ζητᾶτε.Μπορεῖτε νὰ πίετε τὸ ποτήριον τοῦ θανάτου, ποῦ πρόκειται ἐγῶ μετ’ ὀλίγον νὰ πίω, ἢ νὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου, ποὺ μετ’ ὀλίγον θὰ ὑποστῶ; Λέγουν εἰς αὐτόν· Δυνάμεθα. 23 Καὶ λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Τὸ μὲν ποτήριον, ποὺ θὰ πίω ἐγώ, θὰ τὸ πίετε καὶ σεῖς, καὶ τὸ βάπτισμα, ποῦ πρόκειται μετ’ ὀλίγον μέσα εἰς τὴν θάλασσαν τῶν παθημάτων μου νὰ βαπτισθῶ, θὰ τὸ βαπτισθῆτε.Διότι καὶ σεῖς θὰ ὑποστῆτε διωγμοὺς καὶ μαρτύριον διὰ τὸ εὐαγγέλιον.Τὸ νὰ καθήσετε ὅμως εἰς τὰ δεξιά μου καὶ εἰς τὰ ἀριστερά μου, δὲν εἶναι ἰδικόν μου δικαίωμα νὰ τὸ δώσω εἰς ὅποιον μοῦ τὸ ζητήσῃ, ἀλλὰ θὰ δοθῇ τοῦτο εἰς ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἐτοιμασθῇ ἀπὸ τὸν δικαιοκρίτην Πατέρα μου, ποὺ θὰ δώσῃ τάς ἀμοιβὰς καὶ τὰς διακρίσεις εἰς τὸν καθένα σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα του καὶ τὴν ἀρετήν του. 24 Καὶ ὅταν ἤκουσαν αὐτὰ οἱ δέκα, ἠγανάκτησαν διὰ τὴν συμπεριφορὰν αὐτὴν τῶν δύο ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν νὰ τοὺς παραγκωνίσουν καὶ νὰ τιμηθοῦν περισσότερον ἀπὸ αὐτούς. 25 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ἀφοῦ τοὺς προσεκάλεσε νὰ πλησιάσουν, εἶπε· Γνωρίζετε ὅτι οἱ ἄρχοντες, ποὺ ἠγεμονεύουν εἰς τὰ ἔθνη, συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς λαούς των ὡς κύριοί των, σὰν νὰ τοὺς ὁρίζουν καὶ σὰν νὰ εἶναι οἱ λαοὶ κτήματά τους· καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν μεγάλο ἀξίωμα, ὅπως εἶναι οἱ ἀνθύπατοι, τοὺς μεταχειρίζονται μὲ μεγάλην ἐξουσίαν, σὰν νὰ εἶναι δοῦλοι τους. 26 Μεταξύ σας ὅμως δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἔτσι.Ἀλλ’ ὁποιοσδήποτε θέλει νὰ γίνῃ μέγας μεταξύ σας, ἂς εἶναι ὑπηρέτης σας καὶ ἂς σπουδάζῃ νὰ γίνεται εὐεργετικὸς καὶ ἐξυπηρετικὸς εἰς τοὺς ἄλλους. 27 Καὶ ὁποιοσδήποτε θέλει νὰ εἶναι πρῶτος μεταξύ σας, ὀφείλει νὰ ἀσκῇ μὲ πᾶσαν ταπεινοφροσύνην τὴν ἀγάπην καὶ νὰ γίνη δοῦλος ὅλων σας. 28 Νὰ γίνῃ δὲ διάκονος καὶ δοῦλος, καθὼς καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε διὰ νὰ ὑπηρετηθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ δώσῃ τὴν ζωήν του λύτρον διὰ νὰ ἑξαγορασθοῦν καὶ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸν θάνατον πολλοί.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Κ´ 17 - 28


17 Οταν δε ανέβαινε ο Ιησούς εις τα Ιεροσόλυμα, επήρε τους δώδεκα μαθητάς του ιδιαιτέρως και καθώς εβάδιζαν εις την οδόν είπεν εις αυτούς. 18 “Ιδού αναβαίνομεν τώρα εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθή στους αρχιερείς και γραμματείς και θα τον καταδικάσουν εις θάνατον 19 και θα τον παραδώσουν στους ειδωλολάτρας στρατιώτας της Ρωμης, δια να τον εμπαίξουν και να τον μαστιγώσουν και να τον σταυρώσουν· αλλά κατά την τρίτην ημέρα θα αναστηθή”. 20 Τοτε τον επλησίασεν η μητέρα των υιών του Ζεβεδαίου, μαζή με τα παιδιά της, τον επροσκύνησε με ευλάβειαν και εφαίνετο ότι κάτι ήθελε να ζητήση από αυτόν. 21 Ο δε Ιησούς είπεν εις αυτήν· “τι θέλεις;” Λεγει εις αυτόν· “Δώσε εντολήν να καθίσουν τα δύο αυτά παιδιά μου ο ένας από τα δεξιά σου και ο άλλος από τα αριστερά σου, όταν συ θα αναλάβης την βασιλείαν σου”. 22 Απεκρίθη δε ο Ιησούς και είπε· “δεν γνωρίζετε, τι ζητείτε. Ημπορείτε να πίετε το ποτήριον του πόνου, το οποίον εγώ μέλλω να πίω, η να βαπτισθήτε το βάπτισμα του αίματος και των παθημάτων, το οποίον εγώ βαπτίζομαι;” Λεγουν εις αυτόν· “ημπορούμεν”. 23 Και λέγει εις αυτούς· “το μεν ποτήριόν μου θα το πίετε και το βάπτισμα των παθημάτων, το οποίον εγώ βαπτίζομαι, θα βαπτισθήτε. Το να καθίσετε όμως εις τα δεξιά μου και τα αριστερά μου δεν είναι ιδικόν μου δικαίωμα να το δώσω εις όποιον απλώς το ζητήσει· αλλά θα δοθή από τον δίκαιον Πατέρα μου εις εκείνους δια τους οποίους έχει ετοιμασθή” (δηλαδή δια τους πιστούς εις αυτόν και καλούς αγωνιστάς στον δρόμον της αρετής). 24 Και οι δέκα όταν ήκουσαν αυτά, ηγανάκτησαν δια την φιλόδοξον συμπεριφοράν των δύο αδελφών, οι οποίοι επροσπαθούσαν να τους παραγκωνίσουν, δια να λάβουν αυτοί τα μεγαλύτερα αξιώματα. 25 Ο δε Ιησούς τους εκάλεσε κοντά του και τους είπε· “ξέρετε, ότι οι άρχοντες των εθνών φέρονται δεσποτικώς προς αυτά σαν απόλυτοι κυρίαρχοί των και εκείνοι που κατέχουν μεγάλα αξιώματα ασκούν ανεξέλεκτον τυραννικήν κυριαρχίαν εις αυτούς, σαν να τους έχουν δούλους. 26 Τετοιο πράγμα όμως μεταξύ σας δεν πρέπει να συμβαίνη. Αλλ' όποιος θέλει να αναδειχθή μέγας μεταξύ σας, ας είναι υπηρέτης σας. 27 Και όποιος θέλει να είναι μεταξύ σας πρώτος, οφείλει να γίνη δούλος και να προσφέρη εις όλους με αγάπην και ταπεινοφροσύνην τας υπηρεσίας του. 28 Οπως ακριβώς ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να υπηρετηθή, αλλά να υπηρετήση και να δώση την ζωήν του λύτρον, δια να εξαγοράση και ελευθερώση από την αμαρτίαν και τον αιώνιον θάνατον πολλούς, οι οποίοι θα πιστεύσουν εις αυτόν”.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα