❌
Τρίτη, 03 Φεβρουαρίου 2026

Δίκαιος Συμεών ο Θεοδόχος και Άννα η Προφήτιδα, Άγιοι Σταμάτιος και Ιωάννης οι αυτάδελφοι και ο συνοδίτης αυτών Νικόλαος οι Νεομάρτυρες εκ Σπετσών
Συμεὼν τοῦ θεοδόχου καὶ Ἄννης τῆς προφήτιδος. Ἰωάννου, Νικολάου καὶ Σταματίου τῶν ἐκ Σπετσῶν νεομαρτύρων (†1822).
Ἀπόστολος
Εὐαγγέλιον


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ Β' Β´ 9 - 22


9 οἶδε Κύριος εὐσεβεῖς ἐκ πειρασμοῦ ῥύεσθαι, ἀδίκους δὲ εἰς ἡμέραν κρίσεως κολαζομένους τηρεῖν, 10 μάλιστα δὲ τοὺς ὀπίσω σαρκὸς ἐν ἐπιθυμίᾳ μιασμοῦ πορευομένους καὶ κυριότητος καταφρονοῦντας. τολμηταί, αὐθάδεις! δόξας οὐ τρέμουσι βλασφημοῦντες, 11 ὅπου ἄγγελοι ἰσχύϊ καὶ δυνάμει μείζονες ὄντες οὐ φέρουσι κατ’ αὐτῶν παρὰ Κυρίῳ βλάσφημον κρίσιν. 12 οὗτοι δέ, ὡς ἄλογα ζῷα φυσικὰ γεγεννημένα εἰς ἅλωσιν καὶ φθοράν, ἐν οἷς ἀγνοοῦσι βλασφημοῦντες, ἐν τῇ φθορᾷ αὐτῶν καταφθαρήσονται, 13 κομιούμενοι μισθὸν ἀδικίας, ἡδονὴν ἡγούμενοι τὴν ἐν ἡμέρᾳ τρυφήν, σπίλοι καὶ μῶμοι, ἐντρυφῶντες ἐν ταῖς ἀπάταις αὐτῶν, συνευωχούμενοι ὑμῖν, 14 ὀφθαλμοὺς ἔχοντες μεστοὺς μοιχαλίδος καὶ ἀκαταπαύστους ἁμαρτίας, δελεάζοντες ψυχὰς ἀστηρίκτους, καρδίαν γεγυμνασμένην πλεονεξίας ἔχοντες, κατάρας τέκνα! 15 καταλιπόντες εὐθεῖαν ὁδὸν ἐπλανήθησαν, ἐξακολουθήσαντες τῇ ὁδῷ τοῦ Βαλαὰμ τοῦ Βοσόρ, ὃς μισθὸν ἀδικίας ἠγάπησεν, 16 ἔλεγξιν δὲ ἔσχεν ἰδίας παρανομίας· ὑποζύγιον ἄφωνον ἐν ἀνθρώπου φωνῇ φθεγξάμενον ἐκώλυσε τὴν τοῦ προφήτου παραφρονίαν. 17 οὗτοί εἰσι πηγαὶ ἄνυδροι, νεφέλαι ὑπὸ λαίλαπος ἐλαυνόμεναι, οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς αἰώνα τετήρηται. 18 ὑπέρογκα γὰρ ματαιότητος φθεγγόμενοι δελεάζουσιν ἐν ἐπιθυμίαις σαρκὸς ἀσελγείαις τοὺς ὄντως ἀποφυγόντας τοὺς ἐν πλάνῃ ἀναστρεφομένους, 19 ἐλευθερίαν αὐτοῖς ἐπαγγελλόμενοι, αὐτοὶ δοῦλοι ὑπάρχοντες τῆς φθορᾶς· ᾧ γάρ τις ἥττηται, τούτῳ καὶ δεδούλωται. 20 εἰ γὰρ ἀποφυγόντες τὰ μιάσματα τοῦ κόσμου ἐν ἐπιγνώσει τοῦ Κυρίου καὶ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, τούτοις δὲ πάλιν ἐμπλακέντες ἡττῶνται, γέγονεν αὐτοῖς τὰ ἔσχατα χείρονα τῶν πρώτων· 21 κρεῖττον γὰρ ἦν αὐτοῖς μὴ ἐπεγνωκέναι τὴν ὁδὸν τῆς δικαιοσύνης ἢ ἐπιγνοῦσιν ὑποστρέψαι ἐκ τῆς παραδοθείσης αὐτοῖς ἁγίας ἐντολῆς. 22 συμβέβηκε δὲ αὐτοῖς τὸ τῆς ἀληθοῦς παροιμίας, κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα, καί, ὗς λουσαμένη εἰς κύλισμα βορβόρου.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ Β' Β´ 9 - 22


9 Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν, ὅτι γνωρίζει ὁ Κύριος τοὺς μὲν εὐσεβεῖς νὰ τοὺς γλυτώνῃ καὶ νὰ τοὺς σώζῃ ἀπὸ δοκιμασίας καὶ περιπετείας, τοὺς δὲ ἀδίκους, οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ζωὴν βασανίζονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλότητά των, νὰ τοὺς φυλάττῃ διὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην ἡμέραν τῆς Κρίσεως (ὁπότε καὶ θὰ τοὺς ἐπιβάλῃ πλήρη τὴν τιμωρίαν). 10 Εἰς κρίσιν καὶ αἰωνίαν καταδίκην ὁ Θεὸς κρατεῖ μάλιστα ἐκείνους, ποὺ πορεύονται ὀπίσω ἀπὸ τὰς σαρκικὰς ἡδονὰς μὲ ἐπιθυμίας ποὺ μολύνουν καὶ μιαίνουν, καὶ οἱ ὁποῖοι καταφρονοῦν τὴν κυριότητα καὶ ἐξουσίαν τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ. Αὐτοὶ εἶναι θρασεῖς καὶ ἀδίστακτοι διὰ τὸ κακόν, ἀλαζονικοὶ καὶ ἀναιδεῖς. Δὲν φοβοῦνται καὶ δὲν τρέμουν, ὅταν βλασφημοῦν καὶ χλευάζουν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐνδόξους ἀγγέλους. 11 Εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄγγελοι, ἂν καὶ κατὰ τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν εἶναι μεγαλύτεροι, δὲν ἐκφέρουν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου κρίσιν ὑβριστικὴν οὔτε καὶ ἐναντίον τῶν πονηρῶν δαιμόνων. 12 Αὐτοὶ δὲ οἱ αἱρετικοί, σὰν ἄλογα ζῶα, γεννημένα διὰ νὰ ἀκολουθοῦν τὰς φυσικὰς ὁρμάς, θὰ καταδικασθοῦν ἀσφαλῶς εἰς φθορὰν καὶ ἀπώλειαν, διότι ὑβρίζουν καὶ βλασφημοῦν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀγνοοῦν, δηλαδὴ τοὺς ἀγγέλους. 13 Θὰ πάρουν δὲ ὡς μισθὸν τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν τῆς ἀδικίας των. Αὐτοὶ θεωροῦν ὡς ἡδονὴν καὶ ἀπόλαυσιν τὸ νὰ ὀργιάζουν εἰς τρυφηλὰς διασκεδάσεις, ὄχι μόνον τὴν νύκτα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἡμέραν. Εἶναι στίγματα καὶ ὄνειδος τῆς κοινωνίας καὶ θεωροῦν ἀπόλαυσιν καὶ ἡδονὴν νὰ παραπλανοῦν τοὺς ἄλλους μὲ τὰς ἀπάτας των, τὰς ὁποίας μάλιστα θέτουν εἰς κυκλοφορίαν, ὅταν συντρώγουν μαζῆ σας. 14 Ἔχουν μάτια γεμᾶτα ἀπὸ αἰσχρὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰ ὁποῖα μάτια συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως ἁμαρτάνουν. Ἐξαπατοῦν μὲ δελεαστικὰ καὶ ἀπατηλὰ λόγια ψυχάς, ποὺ δὲν εἶναι στηριγμέναι εἰς τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀρετήν. Ἔχουν αὐτοὶ καρδίαν γυμνασμένην εἰς τὴν ἀχόρταστον ἐπιθυμίαν τοῦ χρήματος καὶ τῶν ἡδονῶν. Εἶναι τέκνα τῆς κατάρας! 15 Ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν τὸν εὐθὺν δρόμον, παρεπλανήθησαν εἰς τὰς ἀδιεξόδους τῆς ἁμαρτίας. Ἠκολούθησαν τὸν δρόμον καὶ τὸ κακὸν παράδειγμα τοῦ Βαλαάμ, υἱοῦ τοῦ Βοσόρ, ὁ ὁποῖος ἠγάπησε μισθὸν τῆς ἀδικίας (ὅταν ἐπῆρε χρήματα ἀπὸ τὸν βασιλέα τῶν Μωαβιτῶν, διὰ νὰ καταρασθῇ ἐν γνώσει του ἄδικα, τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ, τοὺς Ἰσραηλίτας). 16 Ἀλλ' ἐπῆρε τὸν πρέποντα ἔλεγχον διὰ τὴν παρανομίαν του αὐτήν. Διότι τὸ ὑποζύγιόν του, ὄνος ἐκ φύσεως ἄφωνος, ὡμίλησε μὲ φωνὴν ἀνθρώπου καὶ ἠμπόδισε τὴν παράφρονα αὐτὴν πρᾶξιν τοῦ προφήτου ἐκείνου. 17 Αὐτοὶ εἶναι κατάξερες, χωρὶς νερό, πηγές, σύννεφα ποὺ τὰ σπρώχνουν μὲ ὁρμὴν θυελλώδεις ἄνεμοι. Δι' αὐτοὺς ἔχει φυλαχθῇ καὶ τοὺς περιμένει τὸ κατάμαυρο αἰώνιον σκοτάδι τοῦ Ἅδου. 18 Διότι αὐτοὶ ὁμιλοῦν μὲ ἐξωγκωμένους κτυπητοὺς λόγους, γεμάτους ψεῦδος καὶ ματαιότητα, καὶ παρασύρουν μὲ τὸ δόλωμα τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν ἀκολασιῶν, τοὺς ἀστηρίκτους πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἔχουν ὄντως ξεφύγει ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας, τοὺς ζῶντας μέσα εἰς τὴν πλάνην τῆς ἁμαρτίας. 19 Καὶ ὑπόσχονται εἰς αὐτοὺς λύτρωσιν καὶ ἐλευθερίαν, ἐνῶ αὐτοὶ εἶναι δοῦλοι τῆς διαφθορᾶς, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν καταστροφήν. Διότι εἰς ἐκεῖνο τὸ πάθος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον κανεὶς ἔχει νικηθῆ, εἰς αὐτὸ καὶ ἔχει ὑποδουλωθῆ. 20 Διότι ἐάν, ἀφοῦ ἀπέφυγαν τοὺς μολυσμοὺς τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου χάρις εἰς τὴν πλήρη γνῶσιν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐνεπλάκησαν πάλιν καὶ ἔπεσαν εἰς τὰς ἁμαρτωλὰς ἡδονὰς καὶ νικῶνται ἀπὸ αὐτάς, τότε τὸ τελευταῖον των κατάντημα εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὸ πρῶτον. 21 Διότι ἦτο πολὺ καλύτερον δι' αὐτούς, νὰ μὴ εἶχαν γνωρίσει καθόλου τὸν δρόμον τῆς δικαιοσύνης, παρά, ἀφοῦ τὸν ἐγνώρισαν καλά, νὰ φύγουν καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸ παραδοθὲν εἰς αὐτοὺς ἅγιον θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν ἀκαθαρσίαν τῆς ἁμαρτωλότητος. 22 Ἔτσι δὲ ἔχει πραγματοποιηθῆ εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνο, ποὺ ἡ ἀληθινὴ παροιμία λέγει· <σκυλὶ ποὺ γύρισε πάλι στὸ ξέρασμά του> καὶ χοῖρος, πού, ἀφοῦ ἐλούσθη καὶ ἐκαθαρίσθη, ἐκυλίσθη πάλιν μέσαν εἰς τὴν λάσπην>.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ Β' Β´ 9 - 22


9 Ολα αυτά μαρτυρούν, ότι γνωρίζει ο Κυριος τους μεν ευσεβείς να τους γλυτώνη και να τους σώζη από δοκιμασίας και περιπετείας, τους δε αδίκους, οι οποίοι και κατά την παρούσαν ζωήν βασανίζονται από την αμαρτωλότητά των, να τους φυλάττη δια την μεγάλην εκείνην ημέραν της Κρίσεως (οπότε και θα τους επιβάλη πλήρη την τιμωρίαν). 10 Εις κρίσιν και αιωνίαν καταδίκην ο Θεός κρατεί μάλιστα εκείνους, που πορεύονται οπίσω από τας σαρκικάς ηδονάς με επιθυμίας που μολύνουν και μιαίνουν, και οι οποίοι καταφρονούν την κυριότητα και εξουσίαν του παντοδυνάμου Θεού. Αυτοί είναι θρασείς και αδίστακτοι δια το κακόν, αλαζονικοί και αναιδείς. Δεν φοβούνται και δεν τρέμουν, όταν βλασφημούν και χλευάζουν και αυτούς τους ενδόξους αγγέλους. 11 Εις στιγμήν κατά την οποίαν οι άγγελοι, αν και κατά την ισχύν και την δύναμιν είναι μεγαλύτεροι, δεν εκφέρουν ενώπιον του Κυρίου κρίσιν υβριστικήν ούτε και εναντίον των πονηρών δαιμόνων. 12 Αυτοί δε οι αιρετικοί, σαν άλογα ζώα, γεννημένα δια να ακολουθούν τας φυσικάς ορμάς, θα καταδικασθούν ασφαλώς εις φθοράν και απώλειαν, διότι υβρίζουν και βλασφημούν, εκείνα τα οποία αγνοούν, δηλαδή τους αγγέλους. 13 Θα πάρουν δε ως μισθόν την πρέπουσαν τιμωρίαν της αδικίας των. Αυτοί θεωρούν ως ηδονήν και απόλαυσιν το να οργιάζουν εις τρυφηλάς διασκεδάσεις, όχι μόνον την νύκτα, αλλά και την ημέραν. Είναι στίγματα και όνειδος της κοινωνίας και θεωρούν απόλαυσιν και ηδονήν να παραπλανούν τους άλλους με τας απάτας των, τας οποίας μάλιστα θέτουν εις κυκλοφορίαν, όταν συντρώγουν μαζή σας. 14 Εχουν μάτια γεμάτα από αισχράς επιθυμίας και τα οποία μάτια συνεχώς και ακαταπαύστως αμαρτάνουν. Εξαπατούν με δελεαστικά και απατηλά λόγια ψυχάς, που δεν είναι στηριγμέναι εις την πίστιν και την αρετήν. Εχουν αυτοί καρδίαν γυμνασμένην εις την αχόρταστον επιθυμίαν του χρήματος και των ηδονών. Είναι τέκνα της κατάρας! 15 Αφού εγκατέλειψαν τον ευθύν δρόμον, παρεπλανήθησαν εις τας αδιεξόδους της αμαρτίας. Ηκολούθησαν τον δρόμον και το κακόν παράδειγμα του Βαλαάμ, υιού του Βοσόρ, ο οποίος ηγάπησε μισθόν της αδικίας (όταν επήρε χρήματα από τον βασιλέα των Μωαβιτών, δια να καταρασθή εν γνώσει του άδικα, τον λαόν του Θεού, τους Ισραηλίτας). 16 Αλλ' επήρε τον πρέποντα έλεγχον δια την παρανομίαν του αυτήν. Διότι το υποζύγιόν του, όνος εκ φύσεως άφωνος, ωμίλησε με φωνήν ανθρώπου και ημπόδισε την παράφρονα αυτήν πράξιν του προφήτου εκείνου. 17 Αυτοί είναι κατάξερες, χωρίς νερό, πηγές, σύννεφα που τα σπρώχνουν με ορμήν θυελλώδεις άνεμοι. Δι' αυτούς έχει φυλαχθή και τους περιμένει το κατάμαυρο αιώνιον σκοτάδι του Αδου. 18 Διότι αυτοί ομιλούν με εξωγκωμένους κτυπητούς λόγους, γεμάτους ψεύδος και ματαιότητα, και παρασύρουν με το δόλωμα των σαρκικών επιθυμιών και των ακολασιών, τους αστηρίκτους πιστούς, οι οποίοι εν τούτοις έχουν όντως ξεφύγει από τους ειδωλολάτρας, τους ζώντας μέσα εις την πλάνην της αμαρτίας. 19 Και υπόσχονται εις αυτούς λύτρωσιν και ελευθερίαν, ενώ αυτοί είναι δούλοι της διαφθοράς, που οδηγεί εις την καταστροφήν. Διότι εις εκείνο το πάθος, από το οποίον κανείς έχει νικηθή, εις αυτό και έχει υποδουλωθή. 20 Διατι εάν, αφού απέφυγαν τους μολυσμούς του αμαρτωλού κόσμου χάρις εις την πλήρη γνώσιν του Κυρίου και Σωτήρος Ιησού Χριστού, ενεπλάκησαν πάλιν και έπεσαν εις τας αμαρτωλάς ηδονάς και νικώνται από αυτάς, τότε το τελευταίον των κατάντημα είναι χειρότερον από το πρώτον. 21 Διότι ήτο πολύ καλύτερον δι' αυτούς, να μη είχαν γνωρίσει καθόλου τον δρόμον της δικαιοσύνης, παρά, αφού τον εγνώρισαν καλά, να φύγουν και να απομακρυνθούν από το παραδοθέν εις αυτούς άγιον θέλημα του Κυρίου και να επιστρέψουν εις την ακαθαρσίαν της αμαρτωλότητος. 22 Ετσι δε έχει πραγματοποιηθή εις αυτούς εκείνο, που η αληθινή παροιμία λέγει· “σκυλί που γύρισε πάλι στο ξέρασμά του” και χοίρος, που, αφού ελούσθη και εκαθαρίσθη, εκυλίσθη πάλιν μέσαν εις την λάσπην”.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα




ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Β´ 25 - 38


25 Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν ἅγιον ἐπ’ αὐτόν· 26 καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου. 27 καὶ ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ 28 καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· 29 Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, 30 ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, 31 ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. 32 φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ. 33 καὶ ἦν Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ. 34 καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπεν πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον. 35 καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί. 36 Καὶ ἦν Ἅννα προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἔτη ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς, 37 καὶ αὐτὴ χήρα ἕως ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν· 38 καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Β´ 25 - 38


25 Καὶ ἰδοὺ ἦτο εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ὠνομάζετο Συμεών. Καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἦτο δίκαιος φυλάττων τὰς ἐντολὰς τοῦ νόμου καὶ εὐλαβής, φοβούμενος τὸν Θεόν. Αυτὸς εἶχε φωτισθῇ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν προφητικῶν βιβλίων καὶ μὲ πόθον ζωηρὸν ἐπερίμενε νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν διὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Μεσσίου παρηγορία ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ τὰς θλίψεις, ποὺ ὑπέφερεν ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας. Καὶ Πνεῦμα προφητικὸν Ἅγιον ἦτο ἐπάνω του. 26 Καὶ εἶχεν ἀποκαλυφθῆ εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὅτι δὲν θὰ ἀπέθνησκε προτοῦ ἴδῃ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἔχρισε βασιλέα καὶ Σωτῆρα τοῦ κόσμου. 27 Καὶ ἦλθεν ὁ Συμεὼν κατὰ παρακίνησιν καὶ ἔμπνευσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὸ ἱερόν. Καὶ ὅταν οἱ γονεῖς εἰσήγαγον εἰς τὸ ἱερὸν τὸ παιδίον Ἰησοῦν διὰ νὰ κάμουν δι’ αὐτὸ ἐκεῖνο, ποὺ σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἦτο συνηθισμένον νὰ γίνεται εἰς τὰ πρωτότοκα, 28 τότε καὶ αὐτὸς ὁ Συμεὼν ἐδέχθη τὸ παιδίον εἰς τὰς ἀγκάλας του καὶ ἐδόξασε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· 29 Τώρα, ὅτε πλέον εἶδον τὸν Λυτρωτὴν τοῦ κόσμου, ἐλευθερώνεις ἀπὸ τοὺς δεσμοὺς τοῦ σώματος ἐμὲ τὸν δοῦλον σου. Δεσπότα, καὶ μετ’ ὀλίγον ἀποθνήσκω σύμφωνα μὲ τὸν λόγον σου, ποὺ μοῦ εἶπες, ὅτι δὲν θὰ ἀποθάνω, πρὶν ἴδω τὸν Χριστόν. Καὶ μὲ ἐλευθερώνεις ἐν εἰρήνῃ καὶ χωρὶς νὰ ἀνησυχῶ πλέον διὰ τὴν λύτρωσιν τοῦ Ἰσραήλ, 30 διότι εἶδαν οἱ ὀφθαλμοί μου τὸν ἐνανθρωπήσαντα υἱόν σου, ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ τὴν σωτηρίαν, 31 τὴν ὁποίαν ἠτοίμασες διὰ νὰ γίνῃ φανερὰ ἐνώπιον ὅλων τῶν λαῶν πρὸς εὐεργεσίαν ὄχι μόνον τῶν Ἰουδαίων, ἄλλα καὶ τῶν ἐθνικῶν. 32 Καὶ θὰ εἶναι οὕτω τὸ σωτήριόν σου αὐτὸ φῶς πνευματικόν, ποὺ θὰ φανερώσῃ καὶ θὰ ἀποκαλύψῃ εἰς τὰ ἔθνη τὸν ἀληθινὸν Θέον καὶ τὴν ἀληθῆ ὁδὸν σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ δόξα τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ, ἀφοῦ ἀπὸ τὸν Ἰσραὴλ κατάγεται ὡς ἄνθρωπος ὁ Σωτὴρ καὶ ἀφοῦ τελικῶς καὶ ὁ Ἰσραὴλ ὡς σύνολον θὰ τὸν ἐγκολπωθῇ ὡς σωτῆρα του. 33 Καὶ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα τοῦ παιδίου εὑρίσκοντο εἰς συνεχῆ θαυμασμὸν δι’ ὅσα καὶ τώρα καὶ προτήτερα καὶ ἀπὸ τὸν Συμεὼν καὶ ἀπὸ τοὺς ποιμένας καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἐλέγοντο δι’ αὐτό. 34 Καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Συμεὼν καὶ εἶπεν εἰς τὴν Μαρίαν τὴν μητέρα του· Ἰδοὺ αὐτὸς εἶναι προωρισμένος διὰ νὰ γίνῃ αἰτία πτώσεως καὶ ἀναστάσεως πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ. Ὅσοι θ’ ἀπιστήσουν εἰς αὐτόν, θὰ πέσουν καὶ θὰ ἀπολεσθοῦν· ὅσοι θὰ πιστεύσουν, θὰ ἀναστηθοῦν καὶ θὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ θὰ σωθοῦν, θὰ εἶναι δὲ καὶ θαῦμα, ἀφοῦ ἐν τῷ προσώπῳ του θὰ ἐμφανίζεται ἡ ἕνωσις τῶν δύο φύσεων, τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης. Ἀλλὰ τὸ θαῦμα τοῦτο θὰ ἀντιλέγεται ἀπὸ τοὺς ἀπιστοῦντας καὶ ἐνῷ οἱ καλοπροαίρετοι θὰ ὁδηγοῦνται δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν πίστιν καὶ θὰ σώζονται, οἱ ἀνειλικρινεῖς καὶ ἐγωϊσταὶ θὰ ἀπιστοῦν καὶ θὰ κατακρίνωνται. 35 Λόγῳ δὲ τῆς ἀντιλογίας αὐτῆς, καὶ σοῦ, τῆς μητρὸς αὐτοῦ, τὴν καρδίαν θὰ διαπεράσῃ μεγάλη καὶ ὀδυνηρὰ μάχαιρα θλίψεως καὶ ὀδύνης, ὅταν θὰ τὸν ἴδῃς νὰ σταυρώνεται. Καὶ ἔτσι ἡ πτῶσις καὶ ἡ ἀνάστασις πολλῶν, καθὼς καὶ ἡ ἀντιλογία γύρω ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ θὰ γίνωνται, διὰ νὰ ξεσκεπασθοῦν πολλῶν καρδιῶν οἱ διαλογισμοὶ καὶ αἰ διαθέσεις, ποὺ ἔμεναν ἔως τώρα ἀπόκρυφοι, καὶ μὲ τὴν ἀπόρριψιν ἢ ἀποδοχὴν τοῦ Μεσσίου θὰ φανεροθοῦν. 36 Ὑπῆρχε δὲ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κάποια Ἄννα προφῆτις. Αὕτη ἦτο κόρη τοῦ Φανουὴλ ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἀσήρ, τοῦ ὀγδόου παιδιοῦ τοῦ Ἰακὼβ ἐκ τῆς Λείας, ἦτο δὲ πολὺ προχωρημένη εἰς τὴν ἡλικίαν, καὶ εἶχε ζήσει μὲ ἄνδρα ἑπτὰ χρόνια ἀπὸ τὸν καιρόν, ποὺ ὡς παρθένος ἦλθεν εἰς γάμον μὲ αὐτόν. 37 Καὶ αὐτὴ ἦτο χήρα, ἡλικίας περίπου ὀγδοήκοντα τεσσάρον ἐτῶν, ἡ ὁποία δὲν ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὸν ἱερὸν περίβολον τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ παρέμενεν εἰς αὐτὸν καὶ κατὰ τὰς ὤρας, ποὺ δὲν ἐγίνοντο ἀκολουθίαι εἰς τὸν ναόν. Καὶ ἔτσι ἐλάτρευε νύκτα καὶ ἡμέραν τὸν Θεὸν μὲ νηστείας καὶ προσευχάς. 38 Καὶ αὐτὴ ἦλθε κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν καὶ ἀφοῦ εἶδε τὸ παιδίον, ηὐχαρίστει καὶ ἐδοξολόγει τὸν Θεὸν καὶ ἔλεγε περὶ αὐτοῦ εἰς ὅλους, ὅσοι κατοικοῦντες εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ περιέμενον λύτρωσιν καὶ ἀπελευθέρωσιν ἀπὸ τῶν δεινῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Β´ 25 - 38


25 Και ιδού εζούσε εις την Ιερουσαλήμ ένας άνθρωπος, ονόματι Συμεών. Και ο άνθρωπος αυτός ήτο δίκαιος και ευλαβής και επερίμενε να έλθη λύτρωσις και παρηγορία στον λαόν του Ισραήλ με την έλευσιν του Χριστού, όπως είχαν προείπει αι Γραφαί, και Πνεύμα Αγιον ήτο εις αυτόν· 26 και του είχεν αποκαλυφθή από το Αγιον Πνεύμα ότι δεν θα απέθνησκεν, πριν ίδη εκείνον, τον οποίον ο Θεός θα έχριε Σωτήρα και βασιλέα του κόσμου. 27 Και κατά παρακίνησιν του Αγίου Πνεύματος ήλθεν στον ναόν. Και όταν οι γονείς έφεραν το παιδίον Ιησούν στον ναόν να κάμουν δι' αυτό ο,τι ώριζεν ο νόμος δια τα πρωτότοκα, 28 τότε και αυτός ο Συμεών εδέχθη εις τας αγκάλας του το παιδίον, εδοξολόγησε τον Θεόν και είπε· 29 “τώρα πλέον με απολύεις εμέ τον δούλον σου να φύγω από τον κόσμον αυτόν, Δεσπότα, ειρηνικός και χαρούμενος, σύμφωνα με τον λόγον που μου είπες, 30 διότι είδαν τα μάτια μου τον Χριστόν, ο οποίος θα φέρη την σωτηρίαν, 31 την οποίαν συ έχεις ετοιμάσει, δια να την ίδουν όλοι οι λαοί της γης. 32 Φως πνευματικόν, που θα φανερώση εις τα έθνη τον αληθινόν Θεόν και την δόξαν του λαού σου Ισραήλ, αφού από αυτόν τον λαόν κατά το ανθρώπινον προέρχεται ο Χριστός”. 33 Και ο Ιωσήφ και η μητέρα του παιδίου συνεχώς εθαύμαζαν δι' όσα ελέγοντο περί του παιδίου. 34 Και ευλόγησεν αυτούς ο Συμεών και είπε προς την Μαρίαν την μητέρα του παιδίου· “ιδού αυτός θα γίνη αιτία να πέσουν και να αναστηθούν πολλοί στον Ισραήλ, (θα πέσουν εκείνοι που δεν θα πιστεύσουν, θα αναστηθούν και θα λυτρωθούν εκείνοι που θα πιστεύσουν). Και θα γίνη αυτός σημείον αντιλογίας μεταξύ των ανθρώπων. 35 Και την ιδικήν σου μητρικήν καρδίαν θα διαπεράση η ρομφαία του πόνου, όταν ίδης τον υιόν σου να πάσχη δια την σωτηρίαν των ανθρώπων. Ολα δε αυτά θα γίνουν, δια να φανερωθούν οι μυστικοί διαλογισμοί και απόκρυφοι πόθοι πολλών καρδιών”. 36 Υπήρχε δε εις τα Ιεροσόλυμα και κάποια προφήτις, ονόματι Αννα, θυγάτηρ του Φανουήλ, από την φυλήν Ασήρ· αυτή ήτο πολύ προχωρημένη εις την ηλικίαν της και είχε ζήσει επτά έτη μετά του ανδρός της, από την ημέρα που ως παρθένος είχεν υπανδρευθή αυτόν. 37 Και αυτή ήτο χήρα, ογδοήκοντα τεσσάρων περίπου ετών, η οποία δεν απεμακρύνετο από τον Ιερόν περίβολον του ναού, λατρεύουσα νύκτα και ημέραν τον Θεόν με νηστείας και προσευχάς. 38 Και αυτή εκείνη την ώραν, αφού είδε το παιδίον, εδοξολογούσε τον Κυριον και έλεγε περί αυτού εις όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, που επερίμεναν την λύτρωσίν των από τα δεινά και την καταδίκην της αμαρτίας.

Αρχαίο κείμενο
Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα